Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009



Το κελί
Βρέθηκα σε κείνο το σκοτεινό υπόγειο, περπατούσα σε ένα στενό τούνελ κι είχα δύσπνοια. Οι τοίχοι στάζαν απ'την υγρασία, το πάτωμα γεμάτο μικρές λιμνούλες. Το φως ήταν ελάχιστο και αγνοούσα την πηγή του. Ήταν ωστόσο αρκετό για να μπορώ να προχωρώ με κάποια σχετική ασφάλεια. Μα η δύσπνοια χειροτέρευε και άρχιζε να την συνοδεύει σύντομα και ο φόβος.
Τι γύρευα εδώ, τι ήταν εδώ, που θα με οδηγούσε αυτός ο υπόγειος λαβύρινθος;
Ξαφνικά, στα δεξιά μου, το σκηνικό άλλαξε. Μια σειρά από κάγκελα χωμένα αριστερά και δεξιά στους τοίχους έφραζαν το στόμιο κάποιας εισόδου, μιας φυλακής. Πλησίασα περισσότερο. Ο χώρος βρομούσε ξεραμένα ούρα, η δύσπνοιά μου χειροτέρευε και το φως ήταν ακόμη πιο λιγοστό. Όταν τα μάτια μου συνήθισαν, διέκρινα κάποια φιγούρα ανθρώπου πίσω απ'τα κάγκελα. Στην αρχή τρόμαξα μα ύστερα η περιέργεια έγινε πιο ισχυρή και πλησίασα ώσπου ακούμπησα στα κάγκελα. Ναι, υπήρχε ένας άνθρωπος εκεί μέσα, βυθισμένος στο σκοτάδι, καθισμένος σε μια ρυπαρή κουβέρτα στο χώμα, διπλωμένος σχεδόν, ήταν αδύνατο να ξεχωρίσω αν ήταν άντρας ή γυναίκα, νέος ή γέρος. Δεν χρειάστηκε να μιλήσω, μου μίλησε πρώτα αυτό, ό,τι κι αν ήταν. Και όταν άκουσα τη φωνή, με έλουσε κρύος ιδρώτας.
Ήταν η δική μου φωνή!
- Ήρθες λοιπόν! Αλληλούια!, ήταν οι πρώτες λέξεις και τα γόνατά μου έτρεμαν. Ήμουν εγώ που μιλούσα σε μένα; Κάποιο χοντρό αστείο; Κάποια φάρσα;
- Δεν είναι φάρσα!, πήρα την απάντηση. "Αυτός" διάβαζε τη σκέψη μου...
- Ποιος... πήγα να ρωτήσω μα η φράση μου έμεινε μισή. Η φιγούρα σηκώθηκε, στάθηκε όρθια, με πλησίασε. Στο τρεμουλιαστό φως από την άγνωστη πηγή αναγνώρισα με τρόμο... εμένα!
- Πολύ σωστά, είμαι εσύ!, είπε το ομοίωμά μου και με κοίταξε ολόισια στα μάτια. Πήγαινα να χάσω το μυαλό μου, το θέαμα του ειδώλου μου δοκίμαζε το νου μου. Τι στο διάβολο συνέβαινε εδώ πέρα; Που ήμουν; Τι παιγνίδι παιζόταν;
- Ηρέμησε!, με πρόσταξε "εκείνος". Όλα τα ερωτήματα έχουν απαντήσεις. Μα, εσύ δεν ξέρεις να ακούς. Θα μάθεις. Κι εγώ δεν ήξερα, εδώ όμως έμαθα...
Το ομοίωμά μου πλησίασε κι άλλο, ήταν τώρα ακριβώς πίσω απ'τα κάγκελα, μας χώριζαν μόνο αυτά τα σίδερα. Και μπόρεσα να δω τα μάτια του, μέσα στα μάτια του, μπόρεσα να μυρίσω την ανάσα του, να αισθανθώ τους παλμούς του κορμιού του, τις δονήσεις της αύρας του. Λίγο ακόμη και θα σωριαζόμουν λιπόθυμος, η δυσκολία μου να αναπνεύσω είχε προχωρήσει.
- Αναρωτιέσαι τι γυρεύεις εδώ; Πολύ σωστά αναρωτιέσαι. Η μόνη σωστή ερώτηση της ζωής σου!, είπε "αυτό" και άνοιξε το στόμα του να μου χαμογελάσει. Όλα του τα δόντια ήταν χαλασμένα, η μπόχα που αναδύθηκε ήταν αφόρητη.
- Τα δόντια μου είναι σάπια, είπε και δε σταμάτησε να μου τα εκθέτει. Ολόκληρος είμαι σάπιος. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους νεκρούς... είπε πάλι και άρχισε να γελάει, να τραντάζεται από τα γέλια που προκαλούσαν έναν τρομερό αντίλαλο στο υγρό υπόγειο και οι τοίχοι επέστρεφαν τούτο το βροντώδη σαρκασμό εκατονταπλάσιο.
Έκλεισα τα αυτιά μου με τα χέρια μου, γονάτισα, άρχισα να κλαίω. Σε λίγο τα γέλια σταμάτησαν, σήκωσα το κεφάλι μου, τα κάγκελα είχαν εξαφανιστεί, το ομοίωμά μου στεκόταν λίγο πιο κει και τώρα δε γελούσε πια.
Κατέβασα τα χέρια μου αλλά τώρα ένας φριχτός πονοκέφαλος με σφυροκοπούσε ανελέητα.
Εφιάλτης, ναι, αυτό είναι, ένας ζωντανός, ολοζώντανος εφιάλτης! Θα περάσει, θα τελειώσει, όλοι οι εφιάλτες τελειώνουν!
- Όχι αυτός, πίστεψέ με φιλαράκο μου, όχι ΑΥΤΟΣ!, ήταν η απάντησή του. Γιατί αυτός είναι ο εφιάλτης που έχει αφιερωθεί αποκλειστικά σε σένα. Απαιτήθηκαν τεράστια ποσά ενέργειας για να κατασκευαστεί, μην τα θεωρείς όλα τόσο εύκολα! Απόλαυσέ τον λοιπόν και άκουσε, ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ! με διέταξε και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια.
Δεν το άντεχα τούτο το βλέμμα. Ήταν γεμάτο μια μοχθηρή νοημοσύνη, μια ανεξήγητη παράνοια κι ύστερα τον άκουσα πάλι να μιλάει.
- Κι ό,τι είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου αδελφέ! Δόξα όμως στις Δυνάμεις. Η Ιεραρχία δηλαδή, αυτή το αποφάσισε. Γιατί; Δεν ξέρω ούτε με ενδιαφέρει να μάθω. Κείνο που με διέταξαν είναι να σε φέρω ως εδώ, να μείνεις για λίγο μαζί μου, να σου πω ό,τι είναι να σου πω και μετά... θέλεις να μάθεις τι θα γίνει μετά;
Κούνησα το κεφάλι μου ξεψυχισμένα. Ζαλιζόμουν, η μπόχα απ'τα μπαγιάτικα ούρα έμπαινε σα δηλητήριο στα πνευμόνια μου, ανάσαινα πια με τρομερή προσπάθεια. Δεν άντεχα άλλο να τον βλέπω, έσκυψα το κεφάλι μου και ευχόμουν το μαρτύριό μου σύντομα να τελειώσει.
- Λοιπόν, είναι απλό. Σε λίγο, πολύ λίγο δηλαδή, θα πέσεις λιπόθυμος, αναίσθητος, 'τέζα' που λένε. Βλέπεις, είσαι ασυνήθιστος για τόσο... βαριά κλίματα, μα θα στρώσεις. Θες δε θες, σ'αρέσει δε σ'αρέσει. Γιατί, το συναρπαστικότερο της αποψινής βραδιάς δε στο αποκάλυψα ακόμη!
Σήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα πάλι.
- Τι βλέπεις εδώ γύρω; Τι να δεις θα μου πεις! Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υγρό και άθλιο μπουντρούμι, αυτό ακριβώς είναι. Και έζησα εδώ μέσα αμέτρητα χρόνια, ούτε πια θυμάμαι πόσα. Με καταχώνιασαν εδώ μέσα οι Δυνάμεις, δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ο μόνος τρόπος να γλιτώσω ήταν αυτό που έγινε απόψε! Να εμφανιστείς εσύ και... να πάρεις τη θέση μου!
Άρχισε να γελάει πάλι το σφυροκόπημα έγινε φριχτό, λίγο ακόμη και ένιωθα πως το κρανίο μου θα τιναζόταν στον αέρα.
- Καλή θητεία λοιπόν αδερφέ μου, είπε και σηκώθηκε να περάσει από πάνω μου.
Ξαφνικά, όλες μου οι αισθήσεις βρέθηκαν σε ένα πρωτόγνωρο συναγερμό. Ο τύπος αυτός μου έστρωνε το χαλί για τον τάφο κι εγώ θα έμενα εκεί κάτω, αδρανής, σα σκυλί που γλείφει το μαστίγιο του αφέντη του; Με μια ύστατη επίκληση όλων των δυνάμεών μου, πετάχτηκα όρθιος, τον άρπαξα απ'τη μέση, τον έριξα κάτω και αρχίσαμε να παλεύουμε.
- Ηλίθιε, τι κάνεις; ούρλιαζε και δεν καταλάβαινα γιατί κοιτούσε έντρομος στην είσοδο της φυλακής. Γύρισα να κοιτάξω κι εγώ και αυτό μου κόστισε μια δυνατή γροθιά στο δεξί κρόταφο που παρά λίγο να με αφήσει αναίσθητο. Άρχισα να ματώνω και καθώς έφτυνα ένα σπασμένο δόντι κατάλαβα γρήγορα τι κοιτούσε ο σωσίας μου με τόσο τρόμο. Η συνειδητοποίηση του τι μας περίμενε δεν μείωσε καθόλου την μαχητικότητά μου. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να κάνει βουτιά και να ριχτεί έξω απ'το κελί, τον άρπαξα απ'το πόδι και τον ξάπλωσα καταγής. Τον έσυρα προς τα μένα και παρότι δέχθηκα δυο τρεις δυνατές κλωτσιές, δεν κατάφερε να μου ξεφύγει.
- Όχι, όχι! φώναζε αλλά δεν τον έσωζαν τα ουρλιαχτά. Σε λίγο, ήταν αργά, πολύ αργά και για τους δυο μας. Τα κάγκελα που είχαν εξαφανιστεί, είχαν υλοποιηθεί ξανά. Το κατάλαβα καθώς παλεύαμε αλλά δεν προσπάθησα να ξεφύγω.
- Γιατί μου το έκανες αυτό; ΓΙΑΤΙ; ΓΙΑΤΙ; φώναζε αλλά ήταν κραυγές απόγνωσης περισσότερο παρά μίσους. Ξέρεις πότε θα ανοίξει πάλι η Πύλη ηλίθιε; Ξέρεις; συνέχισε να ξεφωνίζει και αποφάσισα να του δώσω λίγο χρόνο μέχρι να ηρεμήσει. Εγώ, περιέργως, ήμουν σε εξαιρετική φόρμα. Η πάλη μου είχε κάνει πολύ καλό και αισθανόμουν μια χαρά. Ούτε δύσπνοια, ούτε πονοκέφαλος, ούτε πια τα κατουρλιά με ενοχλούσαν. "Αυτός" όμως είχε γίνει ράκος, ένα ανθρώπινο κουρέλι, τώρα τον έβλεπα συρρικνωμένο σε μια γωνιά να κλαίει με αναφιλητά.
Ύστερα από λίγη ώρα τον πλησίασα και κάθισα κοντά του. Δεν έκλαιγε πια αλλά ανάσαινε βαριά. Μάλλον είχε δύσπνοια και ίσως να τον ταλαιπωρούσε κάποιος πονοκέφαλος.
Άρχισα να γελάω, να γελάω τρανταχτά, να βομβαρδίζω τους σκοτεινούς τοίχους του κελιού μου με τον ήχο απ'τα γέλια μου...

-2000-

2 σχόλια:

goofyMAGOUFH είπε...

Πρώτον:
μη μου ζητήσεις να σου ευχηθώ καλή προσαρμογή, διότι μια χαρά βολεύτηκες και χωρίς ευχές.

Δεύτερον:
γιατί τον εμπόδισες;
γιατί τον φυλάκισες;

ειρήνη είπε...

η αλλαγή έγινε..

φοβερό ..με καθήλωσε..