Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

Το ιδίωμα του Ευγενούς Στοχασμού...

  

α. Το αξίωμα του να δι-υπάρχεις

Μ
όνο αντιμετωπίζοντας σαν αξίωμα την διύπαρξη μπορώ να αισθανθώ την ίδια την ύπαρξη.
Διύπαρξη είναι το σύμπλοκο Γεγονός της ζωής.
Διύπαρξη δεν είναι η σύνθεση των αντιθέτων αλλά η ζύμωση των ετεροκλήτων.
Διύπαρξη δεν είναι η φαινομενολογία της σχέσης αλλά το γεγονός της αποστολής της σχέσης.
Διύπαρξη είναι το αλχημιστικό ανδρόγυνο και όχι ο Ιερός Γάμος των ετεροφύλων.
Διύπαρξη είναι ό,τι αντιστέκεται στο διανόημα της ζωής.
Διύπαρξη είναι το περιεχόμενο της Ποίησης και του Άσματος του βίου.
Ο βίος δεν νοείται αυτόδοτος, ενδο-επαρκής, αυτόκρατος. Ο βίος είναι το αποτέλεσμα μιας διεργασίας, μιας ιεροπραξίας, μιας μύησης στην αλήθεια της ζωής.
Διύπαρξη είναι ο οργασμός του ευγενούς στοχασμού.
Διυπάρχοντας, χλευάζω το Αδιέξοδο καθώς δεν με αφορά καμιά έξοδος.
Διυπάρχοντας, ανασαίνω στις υψηλές κορυφές της Αξίας καθώς απαρνήθηκα τα σηπτικά απόνερα των βρωμερών υπογείων της ‘παράδοσης’ και της ‘κουλτούρας’.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω τη ζωή γιατί είμαι ιερέας της ζωής.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θάνατο γιατί είμαι ντυμένος θάνατο.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θεό γιατί είμαι παιδί της Μητέρας Άγνοιας και εγκαταβιώ στο Μοναστήρι της Αφοσίωσης.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται παρά να αφεθώ να διυπάρχω.
Διυπάρχοντας, είμαι στους ανοιχτούς ορίζοντες της δράσης και της ηδονής.
Διυπάρχοντας, ταξιδεύω στο αρχιπέλαγος της καθαρής και ανόθευτης δημιουργίας.
Διυπάρχοντας, δεν φοβάμαι να είμαι.
Διυπάρχοντας δεν δογματίζω αλλά κοινωνώ τη ζωή.
Διυπάρχοντας δεν αρνούμαι αλλά υιοθετώ.
Διυπάρχοντας δεν θλίβω αλλά εφελκύω.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Άλλο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Εαυτό.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Χρόνο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Άχρονο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με την Αλήθεια.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Τίποτα.


β. Το θεώρημα του να συν-υπάρχεις

Η
συνύπαρξη αποτελεί την ομπρέλα των λογισμών της φιλοσοφίας και της θεολογίας για την ζωή.
Η συνύπαρξη δεν έχει αξιωματικό αλλά θεωρηματικό χαρακτήρα.
Η συνύπαρξη είναι το αποτέλεσμα ενός Σισύφειου πονήματος της ανθρωπότητας για την δικαιολόγηση της τελευτής του βίου.
Η συνύπαρξη δεν ερμηνεύεται, λατρεύεται.
Συνυπάρχοντας, λειτουργώ ως Σταυροφόρος της ζωής και όχι ως Γαλιλαίος του πνεύματος.
Συνυπάρχοντας, ακολουθώ τα βήματα του θυμικού και όχι της φρόνησης του συναισθήματος.
Συνυπάρχοντας, γίνομαι πιστός και προσκυνητής των Αγίων Τόπων της πίστης μου και όχι Μύστης στα σεπτά μυστήρια της Νόησης.
Συνυπάρχοντας, έχω αρνηθεί το παράλογο του βίου ή δεν ασχολούμαι μ'αυτό.
Συνυπάρχοντας, είμαι ανίκανος να αποσυμβολίσω τη ζωή γιατί είμαι ομοεπίπεδος με το πρωτογενές και το απλό.
Συνυπάρχοντας, κάνω ιδεολογία την υπεραπλούστευση των μηνυμάτων της ζωής καθώς δεν μπορώ να υπεισέλθω στα μυητικά δρώμενα της.
Συνυπάρχοντας, συσσωρεύω σκουπίδια, πληροφορίες και περιττώματα γνώσεων που αντί να επιλύουν, επαυξάνουν τα ερωτήματα και πολλαπλασιάζουν το χαοτικό ενδοσύμπαν.
Συνυπάρχοντας, στήνω είδωλα που σιχαίνομαι και οικοδομώ συμπεριφορές που απεχθάνομαι.
Συνυπάρχοντας, θεοποιώ το αβλαβές και ανώδυνο, το επιδερμικό και ακίνδυνο.
Συνυπάρχοντας, αποφεύγω να συνομιλήσω με μένα.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον θάνατο αλλά όχι το Τέλος.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον κόσμο αλλά όχι το περιεχόμενό του.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το πεπερασμένο και το εφικτό.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το γελοίο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το ά-σχημο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το α-σήμαντο.
Συνύπαρξη είναι η συμφιλίωση με την κόλαση του να πρέπει να υπάρχεις.


γ. Το μεγαλείο του να μην (οφείλεις να) υπάρχεις

Ε
ίμαι ένας λογχοφόρος του Απέριττου και γι'αυτό δεν συγκινούμαι από την λάμψη του κενού που με απειλεί.
Είμαι ένας φύλακας της Αδειοσύνης γι'αυτό και δεν απαιτώ από μένα παρά το μέγιστο και το ύψιστο.
Είμαι ένας νυμφίος και εραστής του θείου κι έτσι δεν θλίβομαι για την περιφρόνηση των αιώνων στο μηδέν που περιέχω.
Είμαι ένα κλάσμα φωτός αλλά υπόσχομαι όλο το φως!
Είμαι ένα μόριο της Νύχτας αλλά ακτινοβολώ ολόκληρη τη Νύχτα!
Είμαι μια τρεμάμενη φλόγα του Πυρός αλλά αναπνέω ολόκληρο το Πυρ!
Θέλω να υπάρξω αλλά ακόμη δεν γνωρίζω τη γλώσσα της ύπαρξης.
Συλλαβίζοντας την κάθε ημέρα, χαίρομαι για την δύναμη και την αντοχή μου.
Προχωρώντας στοχάζομαι και προβάλλω το στοχασμό μου.
Βαδίζοντας αναλώνομαι στην ιστόρηση του Θεού.
Γεννώντας τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ έναν ακόμη Προμηθέα.
Καταλύοντας τον εαυτό μου, επικαλούμαι τον πρώτο άνθρωπο.
Είμαι ο Αδάμ και ο Εωσφόρος.
Και δεν είμαι τίποτε ούτε θα είμαι.
Επινοώντας τον εαυτό μου, υπάρχω.
Αποδομώντας τον εαυτό μου, διυπάρχω.
Μη υπάρχοντας, συναντιέμαι με τον Θεό...

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

στο μεταίχμιο του Γνόφου...

 

Αναρωτιέμαι…

αν κάνω ένα βήμα ακόμη
εμπρός
εισέρχομαι στο άβατόν σου
κρημνίζομαι στο άπειρό σου
χάνομαι στο πέλαγός σου
απ’το απόλλυμαι
στο ακέραιο ίχνος
σέσωσμαι
και γκρεμισμένος
ανασαίνω τις καινούργιες
φτέρουγές μου…

αν κάνω πίσω
μένω στο άθλιο Γνωστό
στη ρυπαρή ασφάλεια της φυλακής μου
ελλιμενισμένος πνιγηρά
υγρά και ασθματικά
στο φροντισμένο
οκνηρό εαυτό μου

Ισορροπώ στο μεταίχμιο του Γνόφου
δολιχοδρομώντας ως τα σήμερα
συντροφιά με τις ριπαίες ενοχές μου
μετρώντας αμείλικτα
τα πιο χλιαρά βήματά μου
κέρδισα το προνόμιο να σε αντικρίσω
αλλά διστάζω
να εκταθώ
ως τον αφανισμό μου…

και … αναρωτιέμαι ενεός
αν πάλι έξω από το ιερό σου
φιλοτεχνώ ο δειλός
το πρόσωπό σου
εγκάθειρκτος
και μοναχός
εκτός…
ή αν
στο πρόναο της αγάπης σου
πυρετικά
και άρρητα
στο γνόφο του μυαλού μου
αναδιφώ στο Άγνωστο


εντός…

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Μέδουσες

 


Κάτι λείπει εδώ…

Κάτι που φοβάται να υπάρξει…

Κοιτάμε μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου τα πλάσματα με τα πτερύγια… τον κόσμο εκείνο που απλώνεται μακριά… και είναι εχθρικός… δεν τον αναγνωρίζουμε… είναι όμορφος και ξένος…

Και μέσα μας γεμίζει το απεριόριστο με κάτι ψηλαφητό… με κάτι που μοιάζει με εσωτερική μέδουσα με ίνες που μας μαστιγώνουν και πονάμε… κάτι σαν ζελές που πάλλεται, ανασαίνει ανεξάρτητα από εμάς, ζει βυθισμένο στα αρχαία του βάθη… και που και που αναδύεται, μας ενοχλεί, μας πονά και μετά χώνεται πάλι στην άβυσσό του…

Ξαφνικά, όλα μάς μιλούν για εκείνο που κάποτε ήμασταν και τώρα το χάσαμε… το χάσαμε για πάντα…

Η νοσταλγία μάς πλημμυρίζει...  αυτό που ήμασταν κάποτε

Αυτό που χάσαμε για πάντα…

Όμωςείμαστε ακόμη ικανοί να κοιτάζουμε… ίσως κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε… κάποτε όμως, όχι ακόμα.

Μα είμαστε ικανοί να κοιτάζουμε. Μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου. Τα αλλόμορφα πλάσματα με τα άδεια μάτια και τα μεγάλα σκοτεινά πτερύγια… κολυμπούν στο αμνιακό υγρό της Ύπαρξης και δεν φοβούνται… ή κι αν φοβούνται σιωπούν, εργάζονται το επόμενο λεπτό, την ίδια τη μακάβρια και υπέροχη στιγμή που ζουν… χωρίς το χρόνο… χωρίς το τσεκούρι της μνήμης… χωρίς το μαχαίρι της ελπίδας…

Εκεί εμείς δεν θα μπορέσουμε να ξαναγυρίσουμε… δεν έχει σημασία… αυτό που ήμασταν τότε, έφυγε… κάποιες ποιότητες σαν μακρινή αύρα έρχονται στο στόμα μας και είναι γεύσεις γλυκόπικρες, παράξενες.

Ευτυχώς, μένουν για λίγο. Αρκεί να πλύνουμε το στόμα μας με τη σκέψη και όλα καθαρίζουν…

Γυρνάμε το βλέμμα απ’το μονότονο θέαμα των πλασμάτων που πλησιάζουν το γυαλί για μια στιγμή και ύστερα συνεχίζουν την περιπλάνησή τους και απομακρυνόμαστε…

Αυτό δα το μάθαμε καλά.

Αιώνες τώρα…

Να απομακρυνόμαστε…

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Να ακούς και να μην μεταφράζεις…



Το γράψιμο είναι μετάφραση.
Πάντα είναι. Ακόμα κι όταν χρησιμοποιούμε τη δική μας γλώσσα…
Ζοσέ Σαραμάγκου



Λ
οιπόν, υπάρχει αναμφίβολα, μια παρηγορητική αίσθηση, ζεστή και λεπτοφυής στην αναμνησιακή διαδικασία την εκ του ασφαλούς όπως την λέω… που δεν είναι τμήμα μιας ψυχοθεραπευτικής εργασίας ή συνεδρίας αλλά που έχει το ανάλογο αποτέλεσμα. Όμως δεν μας ενδιαφέρει το ‘καπέλωμα’ και τα βαφτίσια της εσωτερικής θέασης… άλλος το λέει διαλογισμό, άλλος το ιεροποιεί με τη λέξη προσευχή, άλλος το τοποθετεί στη ψυχαναλυτική δράση. Λίγο με ενδιαφέρει.

Αναζητώντας την αφετηρία της αγάπης για παρατήρηση και αυτό που θα έλεγα αργότερα για τον εαυτό μου ‘στοχασμική περιπέτεια’, φτάνω εκεί κάπου στα εφηβικά και μετεφηβικά μου χρόνια… και μάλιστα φθινόπωρο… ναι, συνήθως Οκτώβρη και Νοέμβρη… τέτοιες εποχές, τέτοιες καιρικές συνθήκες… οι εξορμήσεις του Σαββατοκύριακου στην Αίγινα για διήμερο ψάρεμα που αγαπούσε ο πατέρας μου αλλά ποτέ δεν ενθουσίασε εμένα… όμως, δεν θα τον άφηνα ποτέ μόνο βέβαια από μια ηλικία και μετά και άλλωστε, είχε και το πρόβλημα υγείας και… η υπόσχεση στη μητέρα… και ίσως, ίσως λέω, μια εσώτερη, κρυφή, ανομολόγητη δική μου ανάγκη να βρεθώ για λίγες σπάνιες ώρες με τον άνθρωπο αυτό που ήταν πάντοτε τόσο αμήχανα μοναχικός και τόσο επιθετικά κοινωνικός… πάλι αμήχανα δηλαδή… το να είσαι πατέρας άλλωστε, δεν προϋποθέτει την αλλαγή του βλέμματος; Μερικοί δεν το μπορούν, άλλοι δεν το αντέχουν… κι άλλοι, σε προχωρημένη ηλικία το αποφασίζουν… κι εκεί η αμηχανία έχει ενδιαφέρον και ομορφιά…

Και πολλή σιωπή βέβαια… καθώς ανάμεσα σε άντρες, ενήλικες και μεγαλωμένους να είναι αρσενικά πριν απ’όλα και μετά άνθρωποι, θα πρέπει να εξαντληθούν όλα τα θέματα, από πολιτική και γήπεδο ως τις γκόμενες και τα της δουλειάς και της καριέρας...

Το φοβερό είναι να μην βυθιστείς αύτανδρος στη σιωπή… επιπλέεις μεν και είσαι εύδρομος ως ‘ρόλος’ πάνω σε ένα μικρό ‘κρούιζερ’ που μπορεί να σκίζει τα νερά του Σαρωνικού με ταχύτητα και ασφάλεια όμως τι γίνεται με τους ένδον ωκεανούς;

Μ’αυτούς δεν αρκεί η αποκοτιά του Κολόμβου… απαιτείται και άγγιγμα και ζεστασιά και προσήλωση και το να ακούς… να ακούς και να μην μεταφράζεις…

Όμως για μένα εκείνα τα σαββατοκύριακα, κάποτε περιπετειώδη με επικίνδυνες αποστολές σε 8 μποφόρ και άλλοτε πληκτικά όπως η νηνεμία στ’ανοιχτά, ήταν τα γεννητούρια μιας αγαπημένης δράσης… της απλόχωρης παρατήρησης του εκτός και της μετάφρασής του στο εντός… το αφιλόξενο υποδεχόμουν και το έκανα υλικό και αγάπη και έρωτα και όνειρο… για να γράψω;

Πρώτιστα θα πω τώρα μεγαλαυχώντας για να ζήσω… ψέματα, πρώτα για να γράψω… γιατί με μένα υπήρχε πάντα αυτή η διάσταση… την ώρα που το βίωμα ήταν παρθένο, πρώτο και όμορφο, που παλλόταν μέσα μου και έξω μου, εγώ αρνιόμουν να το αγγίξω, το φοβόμουν, το απωθούσα… μα αργότερα λιγάκι… σα να ήταν ένα παραπονεμένο παιδί, το αγκάλιαζα, το φρόντιζα, το αποζημίωνα με την μέγιστη τρυφερότητά μου…

Δεν αρκεί, θα πεις, δεν είναι ολόκληρο, δεν είναι ‘αυθεντικό’.

Κι όμως, σου λέω είναι… και μάλιστα, πιο πολύ απ’την βεβιασμένη και πανικόβλητη πρωτογενή αντίδραση του κεραυνοβολημένου που θέλει να μιλήσει για τον κεραυνό ενώ διακυβεύονται θηριώδη ζητήματα… η ζωή του ας πούμε.

Αναζητώντας την αφετηρία και την εκκίνηση, πηγαίνω εκεί, στ’ανοιχτά της Σουβάλας, κάποια Κυριακάτικα φθινοπωρινά πρωινά. Οι μπαλάδες τσιμπάνε από το πρωί μα, τα λιθρίνια σε τούτο το συγκεκριμένο σημάδι, θα εμφανιστούν κατά τις 11.00. Και για λίγο, για κανά εικοσάλεπτο μόνο, το νου σου.

Και το πρόσωπό του το φέρνω πάλι εμπρός μου. Με μια έννοια, οδυνηρή πάντως, το ανακατασκευάζω για τις ανάγκες του συνεργείου αναδομήσεων μνήμης… αγαπημένο πολύ και τόσο οικείο εκείνο το πλάγιο, μισό χαμόγελο της γλυκιάς αποδοχής… το σήκωμα του φρυδιού που καθώς λένε κληρονόμησα καθώς και το ζεστό του βλέμμα…


Που απλωνόταν ώρες ώρες στο στερέωμα και δεν έλεγε να αιχμαλωτιστεί πουθενά…


Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Ο άνθρωπος ζεσταίνεται από τον άνθρωπο...



Μια μέρα ήμουνα νέος κι έφυγα μονάχος
στην τύχη περπατώντας έχασα το δρόμο μου
πλούσιος ένιωσα καθώς αντάμωσα ένα φίλο
γιατί ο άνθρωπος παρηγοριά στον άνθρωπο είναι.
Μια μέρα έτσι γι’αστείο, στα χωράφια απίθωσα
τα ρούχα μου σ’ένα κουρελιασμένο σκιάχτρο
ντυμένο, λες δούκας ήταν αληθινός
ενώ ο γυμνός άνθρωπος είν’ένα τίποτα.
Το φλούδι και το ξύλο του για τίποτα δεν κάνουν
δίχως αγάπη ο άνθρωπος σαν τούτο το δέντρο είναι.
Γιατί τάχα να φυτοζωεί ακόμη;
Δαδί από το δαδί ανάβει και φλογίζει
Φωτιά από τη φωτιά γεννιέται
Ο άνθρωπος ζεσταίνεται από τον άνθρωπο
με λόγο από το στόμα του.
Τον άλαλο κανείς δεν τον σιμώνει

(Ισλανδικό ποίημα
Στροφές από τον Όντιν)

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα...




Ήταν κοντά του με τον τρόπο εκείνο, με τη στάση εκείνη που απαιτούσε η στιγμή. Η συμπαντιαία στιγμή της τρομακτικής επίγνωσης ότι το να είσαι μόνος είναι μια διάσταση που τα ενδο-ακτινώνει όλα στην αρχή τους… στον πυρήνα τους.. στη γέννησή τους. Στο αδιαμόρφωτο είναι τους.

Ήταν σα να είχε μπροστά της το πέπλο του Ανεκδήλωτου. Ριγούσε. Έτρεμε στη σκέψη τι θα συνέβαινε εάν ανασήκωνε τούτο το πέπλο. Πόσο εύθραυστη ήταν η ίδια η στιγμή! Το δικό του βήμα προς την Άβυσσο, η δική της ανάσα που φοβόταν πως θα μπορούσε να τα καταστρέψει όλα…

«Πέθανα τόσες φορές», ανάσανε περισσότερο παρά μίλησε. «Τόσες φορές… και δεν αξιώθηκα ακόμα να ζήσω…»

Ήταν μια ολόκληρη Δημιουργία εκείνη η Στιγμή. Το Μηδέν που τα περιέχει όλα εν δυνάμει. Ποια βούληση και σε ποια κατεύθυνση θα στρέψει τη Δημιουργία όταν εκείνη μοιραία θα επισυμβεί; Ήταν μια στιγμή Απόλυτης Ενσυναίσθησης για εκείνη και το ένιωθε στα κόκαλα και στους νεφρούς της. Δεν ανάσαινε πια από το στέρνο της. Εισέπνεε το μεγαλείο της Ώρας και το εξέπνεε από τους πόρους του κορμιού της. Με οδύνη. Με ωδίνες.

«Αν μπορούσα να αποδεχθώ ότι φοβάμαι… ανοίγομαι σ’ αυτό το βάραθρο… και δεν ξέρω αν είναι απλά ο επόμενος θάνατος… ή ίσως η μία και μόνη ζωή που αξιωνόμαστε…»

Τα δάχτυλά της σταμάτησαν στην αύρα του σώματος και δεν τόλμησε να την διαπεράσει για να ανταμωθεί με το δέρμα… πονούσε κι αυτό… ένα Τραύμα… το Αρχαίο Ρίγος είναι, τελικά, ένα Τραύμα… τα δάκρυά της ήταν ο δικός του πόνος… απόλυτη ενσυναίσθηση…

«Περπατώ μόνος όλους αυτούς τους αιώνες… δεν είχα βήμα, δεν διδάχθηκα την εναρμόνιση… δεν γονάτισα μπροστά στο Κατώφλι… ασεβής ίσως σκεφτείς… άσμενος περιπατητής… χαρούμενος... και λυπημένος… δεν διδάχθηκα τίποτα… πονώ γιατί δεν έμαθα τίποτα…»

Οι λέξεις ράντιζαν την ατμόσφαιρα όπως οι σταγόνες της βροχής από τη θύελλα. Λες κι αναζητούσαν να ταιριάξουν με άλλες λέξεις, να γονιμοποιηθούν, να φτιάξουν νέα στερεώματα…

Άρχισε να βαδίζει αργά… απομακρυνόταν…

Δεν θα τον έχανε από τα μάτια της… ποτέ… κοιτούσε πλέον μέσα απ’τα δικά του…



Der [ angler ]

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Να φυλάς τα ιερά σου


Να φυλάς τα ιερά σου
Να φροντίζεις μέσα στην άγονη σκόνη
εσύ να μένεις καθαρός
Να επιμένεις
Οι μέρες που σου έλειψαν
να ξέρεις
έρχονται πάλι



Να παραφυλάς τις ασέληνες νύχτες
για τον εχθρό στο σκοτάδι
όμως όταν τελικά τον ανταμώσεις
δώστου το χώρο που ζητάει
δώστου αφηγήσεις
και ιλίγγους από ηρωικούς ανέμους
ως και την παρηγοριά της λήθης
αν το μπορείς



Όμως
μακριά απ'τα ιερά σου
τα κρύφια δώματα
τις αίθουσες με τα ακριβά σου



Κι όταν θα φεύγει
Πρόσεξε!
μην τον κοιτάξεις
το χέρι μην του δώσεις
Μην ξεχαστείς!
Το βλέμμα του
με κάθε κόστος ν'αποφύγεις



Όχι γιατι το Άγνωστο θα σε σαρώσει
Μα εκείνο που θ'αντικρίσεις
με τη γλυκύτητα του οικείου
θα σου ζεστάνει την καρδιά τόσο πολύ
που την αποστολή σου αρνείσαι
και αφήνεσαι νωχελικά
να ευεργετηθείς
με το μαυλιστικό ταξίδι στο Αχανές



Και μουδιασμένος
ως τα έγκατα
απ'τη θέρμη της καρδιάς σου
αναχωρείς
και αφύλαχτα μένουν τα ιερά σου
Κι εσυ απ'το ταξίδι αυτό
απρόσωπος θα επιστρέψεις...


Hidden Entrance

Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

Ατροπάτης




Το πυρ

Στην ανατολή
ο άνθρωπος-φίδι
άρμεγε λαίμαργα
τους δικέραιους ήλιους
έσερνε το κεφάλι του
στην άνυδρη άμμο
ξερνούσε κάθε τόσο προφητείες
φέρεθρες, σκοτεινές
κι έπειτα αναπαυόταν πρόστυχα
για τριακόσιες μέρες
στην κοιλιά του βράχου


Το ύδωρ

Στο βορρά
λεύχαιμες ημέρες
σεληναία στόματα
χολέρες υετών
όλοι τους άρρωστοι θεοί
όλοι τους γίγαντες
με τη ματιά τους
ξέραιναν το σπέρμα τους
το’ριχαν τροφή στους λύκους
κι έπειτα ξάπλωναν
τα σαπισμένα μέλη τους
και λιμοκτονούσαν
στις λερές τους κλίνες
άχρι θανάτου


Η γη

Στη δύση
δώδεκα εύφθαρτοι άρχοντες
και ο καθένας απ’αυτούς
με δώδεκα επιγόνους
βασίλεια λυπρά
λησμονημένα, ασήμαντα
έπλαθαν όνειρα ένυλα
μιγαδικούς ανθρώπους
κι έπειτα σε μαρμίτες
πελώριες σαν σπίτια
τους καταβρόχθιζαν ακέραιους
και στα πέτρινα στομάχια τους
άλεθαν κόκκαλα, λάσπη
και βρόχινο αίμα


Ο αέρας

Στο νότο
ο άνθρωπος-βουνό
ο άνθρωπος-δέντρο
ο άνθρωπος-στάχυ
ο τένθης, νεκρηγός θεός
πέρασε στο λαιμό του μια θηλιά
φτιαγμένη από ιαχές παιδιών
σταμάτησε τη θύελλα
από τις θάλασσες
ένευσε ούρια
στους θείους λειμώνες
πλήρωσε ξόρκια
κι εξαγόρασε τον Ατροπάτη
τον έχρισε δούλο και ηγεμόνα του μαζί
τον φίλησε σαν γυναίκα
τον αγκάλιασε σαν άντρας
τον εκμαύλισε
τον έστησε πάνω απ’την αρχαία φωτιά
μέσα στο ήπαρ του θηρίου
κι άρχισε να μετρά τις σκιές του ήλιου
μία προς μία
κάθε δειλινό
πριν τυραννήσει ηδονικά
ανάμεσα στους χοντρούς μηρούς του


άλλη μια ψυχήλατη νύχτα



Le Souffle Du Desert

Art Print by Anna Cseresnjes