Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

γραμμές αγάπης

 

έχει μια παράξενη ησυχία απόψε...
νομίζω πως για κάποιον άγνωστο λόγο
θέλησαν όλοι
έστω για λίγο
να μου επιτρέψουν να σε ορθώσω εδώ
στο μοναχικό μου δωμάτιο
να έχω τις διαστάσεις σου
να έχω την ανάσα των χεριών σου
την αύρα των χειλιών σου
καθώς μιλάς
εγώ να μένω σιωπηλός
καθώς γελάς
εγώ να κρατάω σαν φύλακας πολεμιστής
την ιερότητα
ακέραια...
όταν εισπνέεις
να κρατάω την ανάσα μου
κι όταν εκπνέεις
να σ'ακολουθώ
να συντονίζομαι μαζί σου
σε κείνο τον όμορφο
τον μαγικό
τον σπάνιο χορό
δυο υπάρξεων
που μέσα
σε τούτη την αληθινά
παράξενη ησυχία
είναι μαζί
έχουν μαζί
νιώθουν μαζί
γεννούν μαζί
ένα ολόκληρο σύμπαν
από μουσικές
και παύσεις
και ματιές
και δρόσινα φιλιά
και ακόμη
εκείνες τις ολόφωτες
παλλόμενες
σαν μέδουσες με πολύχρωμα πλοκάμια
στων αβύσσων τα ασύνορα βάθη
αδρές κι ευγενικές
γραμμές
αγάπης...


Lovers
Art Print by Takeshi Marumoto

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

 Μερικές σκέψεις γύρω από την αστοχία της αγάπης

Την προδοσία
Wall  - Zoltan Toth

Ο

Ισκαριώτης πρόδωσε γιατί βρέθηκε στο πλέον ασύλληπτο αδιέξοδο που μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος: το υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο Ισκαριώτης συνάντησε, ή μάλλον συναντήθηκε με το απροσδόκητο. Κι όταν συναντιέσαι με το απροσδόκητο πράττεις απροσδόκητα.
Στην περίπτωση του Ζηλωτή Ιούδα, το μερικό συναντήθηκε με το Απόλυτο. Το ελλιπές με το τέλειο. Το πεπερασμένο με το άχρονο, το γήινο με το υπέργειο. Το υπαρξιακό αδιέξοδο δεν θα αργούσε να εμφανιστεί. Εμφανίστηκε άλλωστε, σε όλους τους μαθητές. Εμφανίστηκε στον Πέτρο, τον 'βράχο', εμφανίστηκε στον Θωμά, είναι σίγουρο πως πλημμύρισε τους πάντες. Απλά, ο Ιούδας δεν το άντεξε, προσπάθησε να το εκλογικεύσει, να το ερμηνεύσει, να το διαχειριστεί, κι αυτό ήταν το μοιραίο του λάθος. Ένα λάθος που χρειαζόταν ενέργεια για να αποφευχθεί, για να μην οδηγηθεί ο εν αδιεξόδω ευρισκόμενος μαθητής στην απόδραση και τελικά, στην λύτρωσή του και οι Ζηλωτές, εκτόνωναν όλη τους την ενέργεια στη δράση.
Ο Ιούδας ήταν ένας άνθρωπος της δράσης. Δεν ‘ευτύχησε’ να έχει την… αφέλεια του Πέτρου ή την εσωτερικότητα του Ιωάννη. Ήταν ένας άνθρωπος της καθαρής δράσης, και γι' αυτό το αδιέξοδο για εκείνον υπήρξε συντριπτικό και αξεπέραστο. Η ματιά του αποζητούσε με θράσος να ανοιχτεί σε ορίζοντες που ήταν απαγορευμένοι. Τουλάχιστον για εκείνον. Τον εικονογραφώ να αδιαφορεί πλήρως για τους υπόλοιπους μαθητές, για τον κόσμο και για τους Νομοδιδασκάλους της θρησκείας του. Τολμώ να εικάσω πως από τη στιγμή που ενεπλάκη στην υπαρξιακή σύγκρουση πριν οδηγηθεί στο αδιέξοδο κατανόησε -κι ίσως ήταν ο μόνος- τι ήταν ο Ιησούς, ή τι έμελλε να είναι ο Ιησούς αλλά το βάρος της κατανόησης έπεσε σαν ταφόπλακα πάνω του.
Ο Ισκαριώτης δεν πέρασε στην επόμενη ιστορική φάση του δράματος. Στη φάση της εξωστρέφειας, της ιεραποστολής, της πολεμικής ενάντια στον εθνικό και ιουδαϊκό κόσμο και της οργάνωσης της πρώτης χριστιανικής κοινότητας. Ίσως ευτυχώς. Έζησε τον διδάσκαλο χωρίς παραχαράξεις, χωρίς στρατηγικές και αντιμαχίες, βίωσε την αποκαλυπτική δύναμη της Αλήθειας ως το τέλος. Μονάχα που η Αλήθεια σαν Φως τον πλημμύρισε και τον έκαψε.
Και από το μοναχικό κλαδί που αιωρείται αιώνια κρεμασμένος, αναθεματισμένος και καταραμένος, καταγγέλλει στους ανθρώπους όλων των εποχών την υποκρισία των 'καθαρών', την 'ευθυκρισία' των 'τέλειων' και την αυθεντία των 'πεφωτισμένων'...
 

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

στην περιοχή του ανθρώπου…

 


Η επιστροφή, η κάθε επιστροφή, έχει τη χλομάδα της συγκατάβασης και την αποκοτιά της λήθης. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.
Ο χρόνος ό,τι σου παίρνει στον κανόνα, στο δίνει στην εξαίρεση.
Όλα όσα απαρνήθηκε κανείς στα νιάτα του, όσα έδωσε μάχες για να τα συντρίψει, να τα εκμηδενίσει, να τα αφανίσει, να τα γελοιοποιήσει, είναι μοιραίο να τα γευτεί πολλά χρόνια, πολλές εποχές μετά… και δεν θα έχουν την αγριάδα του τότε αλλά την στυφή, άνυδρη γεύση του τώρα…
Η επιστροφή, η κάθε επιστροφή, έχει το κωμικό προσωπείο της ανάμνησης και το τραγικό πρόσωπο της μνήμης.
Έχει τη μελαγχολική συγκίνηση του ανταμώματος και τη θλιβερή όψη της γήρανσης. Της ασύμμετρης, άνισης γήρανσης. Το σώμα είναι ο Άτλαντας που κουβαλάει στους ώμους του ένα σύμπαν και η ψυχή, νέα και θαλερή ακόμα, αρνείται να αναγνωρίσει ό,τι υπέκυψε στο χρόνο. Και οι μνήμες απασφαλίζονται και η επίθεση ξεκινάει. Και το να πεις ‘ήμουν ανέτοιμος’ είναι ψέμα. Και το να ισχυριστείς ‘ήμουν αθωράκιστος’ είναι ψέμα. Και το να πεις ‘ήμουν αθώος’ είναι η μισή αλήθεια.
Η άλλη μισή κρύβεται σε όλο αυτό τον πόνο που έχεις μαζί σου.

Ξέρω ότι είσαι μακριά κι όμως τώρα είναι που θέλω να σου μιλήσω, λες και απευθύνεσαι στον ασχημάτιστο ακόμα ορίζοντα του αύριο. Ξέρω ότι έφυγες για πάντα κι εγώ με παιδιάστικο πείσμα ποθώ όλο τούτο να το ακυρώσω.
Ξέρω ότι χαθήκαμε αλλά είμαστε εδώ… ακόμα. Κι αυτό δεν το λες… δεν τολμάς να το ψελλίσεις. Το σκέφτεσαι κι είναι το φορτίο το ακριβό αντίτιμο της κάθε νύχτας δίχως… εκείνο.

Και λοιπόν; Δεν μπορείς να κάνεις πολλά… ίσως τίποτα…
Περπατάς συντροφιά με τους ήχους των βημάτων σου και αυτό έχεις κερδίσει με ηράκλειο μόχθο, με αμέτρητα λάθη, με γενναίες αρνήσεις.
Και λοιπόν;
Έχεις ένα βράδυ ακόμα να γεράσεις ανενόχλητος από τον ήλιο…

Ξέρω ότι είσαι μακριά κι όμως τώρα είναι που θέλω να σου μιλήσω…

Και μετά…
Πάντοτε θυμάσαι… πάντοτε θα θυμάσαι
να επιστρέφεις στη φωλιά σου… στον οίκο των αέναων μεταβολών… στο καταφύγιο του ολόδικού σου απείρου…

στην περιοχή του ανθρώπου…


Hurt

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός...


Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και αιώνες διωγμων και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχθούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι; Δεν γυρεύω μήτε το σταμάτημα, μήτε το γύρισμα προς τα πίσω, γυρεύω το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός...

 Γ. Σεφέρης [1964]

 

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

η Ζωή είναι είναι ‘ηρακλείτεια’ ενώ η Ποίηση ‘ελεατική’…

 


Η Ζωή βέβαια εισχωρεί πάντοτε και καθοδηγεί την Ποίηση, προσφέροντας ή επιβάλλοντας τα νέα στοιχεία της, μα όμως είν’αδύνατο να αντικαταστήσει την Ποίηση, που με τη σειρά της σφραγίζει τη Ζωή πνευματικά κι ανεπανάληπτα… Στο χώρο της Ζωής ανήκει η μια κίηση, εκείνη ακριβώς που εντάσσεται στη χρονικότητα, στις χρονικές εκφάνσεις της Ζωής, αρχίζοντας από τις βιολογικές αναγκαιότητες ως οποιαδήποτε επαναληπτική διαδικασία κοινωνικού ή ατομικού χαρακτήρα. Στο χώρο της Ποίησης η άλλη κίνηση που κάνει η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται προς τη μη χρονικότητα, προς το μη επαναλαμβανόμενο, είναι δηλαδή μια κίνηση προς την ακινησία. Για να μιλήσουμε στη γλώσσα της ψυχολογίας, είναι μια κίνηση προς την αθανασία, είναι μια εναντίωση στο θάνατο, σε κάθε φθαρτότητα. Ειπωμένο αυτό με σινιάλα φιλοσοφίας, σημαίνει ξεκάθαρα πως η Ζωή είναι είναι ‘ηρακλείτεια’ ενώ η Ποίηση ‘ελεατική’…

 

Νίκος Καρούζος [απόσπασμα από την εισήγησή του με θέμα ‘Η Ζωή και η Ποίηση’, στη δεύτερη μέρα του 1ου Συμποσίου Νεοελληνικής Ποίησης, Παν/μιο Πατρών, 3-5 Ιουλίου 1981]

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Δριμιά Ανάγκη

 



Εμείς, εδώ
στη Μεγάλη Μοναξιά
συζητούμε για σένα
κατεβήκαμε απ’το όνειρο
μ’ένα κομμάτι ουρανό
και γίναμε μια δρασκελιά φωτός
στο μαύρο χώμα

Σφυροκοπάει το μάταιο
τη ζωή στις φλέβες μας
αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα
και γίνεται χρόνος
και χάνεται

λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου
παίρνει κεφάλια κάθε μέρα
κάθε λεπτό
ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο
για το χαμόγελό μας

φωτιά και ύαινες
και άρπαγες και οιμωγές
και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα
και προσευχές ιερές
κατάρες, φονικά
και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου

πλούσιο το τραπέζι μας…

Εμείς, εδώ
στη Δριμιά Ανάγκη
κάθε πρωινό συνωμοτούμε
κι εργαζόμαστε
το θάνατό σου

και κάθε βράδυ
σε γιορτάζουμε
κάνουμε έρωτα τον Έρωτα
και απλωνόμαστε

και το Όνειρο εκείνο
όνειρο κάνουμε
και μέσα του ξεχνιόμαστε…



Yosemite Spring

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

Ο φρουρός των ημερών

  

Τα βράδια καμιά φορά βγαίνω έξω στα χωράφια, ανεβαίνω στις γραμμές του τρένου και ταξιδεύω στον χαμένο καιρό

ύστερα ξαναγυρίσω στην πόλη κουρασμένος, κάθομαι σ’ένα μπαρ και πίνω, με συντροφιά ένα παραμύθι που δεν έμαθα ποτέ το τέλος του

μπαλκόνια με απλωμένα ασπρόρουχα και γυναίκες που τα μαζεύουν απαλά σαν τα τακτοποιούν το ανέκφραστο

κάτω απ’την πόλη ροχθούνε οι υπόνομοι με λόγια παλιών δημαγωγών

Θεέ μου, τι ηλίθια που τέλειωσαν όλα

νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν και μάς ακολουθούν χρόνια και θα πεθάνουν μαζί μας

κι άλλοτε μια παράξενη αίσθηση ότι έχω ξαναζήσει, θυμάμαι πράγματα που δεν έγιναν ποτέ,

αναγνωρίζω δρόμους που δεν έχω ξαναπεράσει

είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα πως ο ήλιος θα βγει και τα’άλλο πρωί

είναι τόσο ωραίο που το συμμεριζόμαστε όλοι μας

οι γέφυρες τις νύχτες παίρνουν τ’άρρωστα παιδιά στα μυστικά τους ταξίδια

η θάλασσα προχωράει στα βάθη του χρόνου, αλλά τ’αγάλματα κοιτάζουν πιο πέρα

κάποτε φίλησα στα μάτια ένα κουτσό σκυλί

ή πέθανα μέσα σε κάποιο λεωφορείο για να γλιτώσω το εισιτήριο

φυσαρμόνικες  ασυλλόγιστες που ξοδεύτηκαν αλύπητα παρασυρμένες απ’το δειλινό

κι ο ύπνος: ένας θάνατος χωρίς συνέχεια, η ερημιά που καπνίζει έν’ αποτσίγαρο πεταμένο στο δρόμο

οι στίχοι ενός ξεχασμένου ποιητή που παρά την προοδευτικότητά μας εμείς δεν μπορούμε να τον ξεχάσουμε

ή τι να την κάνω τη ζωή αφού δε γνώρισα τη μητέρα στα δεκάξι της χρόνια-

τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες

μέσα στον ύπνο ξαναβρίσκω όλα εκείνα που έχασα

κάποτε θα πω λόγια συναρπαστικά σαν ένα ποίημα που δεν γράφτηκε ακόμα

οι μύγες λατρεύουν τους γέρους, κάθονται στο πρόσωπό τους, κανείς δεν τις διώχνει

ύστερα τρέχουν στο τζάμι και γράφουν μικρά επιτάφια-

κάθομαι και κοιτάω τη βροχή, τρεις άνθρωποι παίζουν ζάρια –κανείς δεν επέζησε για να κερδίσει

στη σοφίτα έχουμε ν’ανεβούμε απ’τον καιρό που ήταν ο παράδεισος εκεί

θυμάσαι τα πουλιά που θάψαμε παιδιά στην άκρη του κήπου; Από τότε στεκόμαστε σοβαροί καθώς πέφτει το βράδυ

τα χέρια των τυφλών δισταχτικά σα να φοβούνται μην αγγίξουν το πεπρωμένο

ώσπου το τρίξιμο μιας πόρτας, ύστερα από χρόνια, σου ανοίγει ένα νόημα βαθύτερο

με μια λέξη: ένας μανιώδης συλλέκτης άστρων που δεν έχω τι να τα κάνω,

ένας νοσταλγός μιας ευτυχίας που έζησα μέσα στ’όνειρο και ξύπνησα για να πεθάνω

άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.

 

Τ. Λειβαδίτης  [Βιολέτες για μια εποχή], 1985