Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Λεωνίδας ο Ταραντίνος - Επίγραμμα

 
  
 


Λεωνίδας ο Ταραντίνος, 3ος αι. π.Χ. 

πηγή: 'Ανθη της λύπης' [Παλατινή Ανθολογία], επιμέλεια - μετάφρ. Αλ. Βαναργιώτης



Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Μίλτος Σαχτούρης - Ο νεκρός τις γιορτές



Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες

ήσυχα θα πεθάνει


Μίλτος Σαχτούρης 
Από τη συλλογή «Εκτοπλάσματα», (1986)



Ανάκτηση από https://ppirinas.blogspot.com/

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μαύρος Ήλιος Της Ύπαρξης...



- επιλεγμeνα -

Με τα φθαρτά, σάρκινα μάτια μας, δεν μπορούμε να τα δούμε όλα…
Με τα μάτια της ύπαρξης μπορούμε να δούμε τα πάντα.
Μονάχα που θα πρέπει να τα φωτίζει ένας άλλος ήλιος, όχι ο γνωστός μας κόκκινος –ή λευκός κατά την μυητική έννοια- αλλά ο μαύρος ήλιος της ύπαρξης.
Δεν τον ξέρουμε, είναι αθέατος σε μας όπως είναι για τα τυφλά κουτάβια όλα γύρω τους.
Κάποιοι όμως, οι όλβιοι ανάμεσά μας, γνωρίζουν καλά το φως του μαύρου ήλιου.
Και γι’αυτούς είναι αφόρητο να ζουν στη δική μας ‘βιόσφαιρα’.
. . .
Ο Οδυσσέας ακολουθεί μια πορεία από την ανατολή προς τη δύση.
Ο γνωστός, ‘εξωτερικός’ Οδυσσέας.
Ξεκινά από την αβεβαιότητα του χθες για να καταλήξει στην αβεβαιότητα του αύριο.
Μοναδική του ‘σανίδα’ το σήμερα, ο αγώνας του, η αγωνία του, η διαρκώς εν εκκρεμότητι ζωή του.
Η ζωή του Οδυσσέα δεν ορίζεται, δεν αναφέρεται σε τίποτε άλλο παρά σε ένα απέραντο Τώρα, σε ένα ωκεάνιο σήμερα που συνθλίβεται στις Συμπληγάδες Πέτρες του ενδόξου πολεμικού χθες και του γεμάτου ειρηνικά έργα αύριο.
Αλλά ο Οδυσσέας δεν φθάνει ποτέ στην Ιθάκη!
Ο πραγματικός ήρωας είναι ‘νεκρός’, έχει ‘πεθάνει’ πριν ξεκινήσει από την μακρινή Τροία.
Ο «εσωτερικός» Οδυσσέας δεν ακολούθησε ποτέ τον ήλιο των ανθρώπων αλλά τον ήλιο των μυημένων, τον ήλιο των ‘νεκρών’.
Ο Οδυσσέας απελευθερώνεται όταν συνειδητοποιεί ότι είναι κιόλας νεκρός, είναι μυημένος, είναι ένθεος και ισόθεος, άρα δεν ανήκει πια στον ανθρώπινο, ιστορικό χρόνο, είναι συνεπώς για όλους και όλα νεκρός.
Μονάχα οι Ήρωες και οι Ημίθεοι τον αναγνωρίζουν και τον υποδέχονται ομοτράπεζό τους. Όχι οι θεοί, γιατί αυτοί είναι δονήσεις διαφορετικής κλίμακας και συχνότητας. Ο Ημίθεοι και οι Ήρωες δονούνται διαφορετικά, επικοινωνούν διαφορετικά και αποτελούν ξεχωριστή Ιεραρχία Μυημένων.
Έχουν γραφεί όλα για τον βασιλιά της Ιθάκης, το ‘νόστιμον ήμαρ’, την άρνησή του να γίνει αθάνατος, την ηρωική του πορεία επιστροφής στην αγαπημένη του γυναίκα, την λατρεμένη του πατρίδα.
Ένας Οδυσσέας, παρ’όλα αυτά, συμβατικός, τοποθετημένος από την δεξιοτεχνία του Ομήρου ανάμεσα στους ανθρώπους και στους θεούς, άλλοτε παίγνιο των διαθέσεων των Ολυμπίων και άλλοτε θαυμαστός και ευφυής άνθρωπος, πολεμιστής και ηττημένος… νικητής. Πεισματάρης, αυθάδης, πανέξυπνος, γοητευτικός, θρασύς, ανυπάκουος, απείθαρχος, γενναίος, ολοκληρωμένος πολεμιστής και βασιλιάς.
Αλλά όλα αυτά και άπειρα άλλα που έχουν γραφεί για τον διάσημο Έλληνα, αναφέρονται στον συμβατικό, εξωτερικό Οδυσσέα. Τον Οδυσσέα της δράσης, της κίνησης προς τα εμπρός, της προσπάθειας κατανόησης του ‘περιβάλλοντος κόσμου’, της αναρώτησης για όσα περιέχει και τον περιέχουν, της θετικής σκέψης, της άρνησης να λησμονήσει τα πάντα με αντάλλαγμα την όλβια αθανασία.
Ο εξωτερικός Οδυσσέας, ο Οδυσσέας του ‘λευκού ήλιου της ύπαρξης’, δεν υπήρξε όμως ποτέ!
. . .
Ως παραμύθι διδακτικό, ως ιστορία υπέροχη, ως περιπέτεια θαυμάσια, ως παράδοση από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, ο Οδυσσέας λειτουργεί και θα λειτουργεί πάντα, θα διδάσκει και θα νουθετεί, θα γοητεύει και θα ερεθίζει, θα εμπνέει και θα δονεί. Αλλά όλα αυτά, είναι στη σφαίρα του μύθου και της παραμυθίας, του φιλολογικού στοχασμού και της επιστημονικής ανάλυσης. Ο αληθινός Οδυσσέας είχε μια εντελώς διαφορετική πορεία, ακολουθώντας, όπως όλοι οι μυημένοι σε όλες τις εποχές τον αληθινό ήλιο της ύπαρξης, τον μαύρο ήλιο.
. . .
Είναι δύσκολο να εξηγηθούν κάποια πράγματα και ακόμη δυσκολότερο να κατανοηθούν. Ο νους δεν δέχεται ποτέ εκείνο που δεν είναι προγραμματισμένος να δεχθεί. Ο νους είναι ικανός να κάνει απίθανα πράγματα, να εκτελέσει σπουδαίες λειτουργίες αλλά είναι ανήμπορος να λειτουργήσει στον μυητικό αιφνιδιασμό, στην αποκαλυπτική έκρηξη, στο αληθινό φως της Γνώσης.

Όταν λέμε πως ο αληθινός Οδυσσέας δεν γύρισε ποτέ στην Ιθάκη αλλά ακολούθησε την Ατραπό των Μυημένων, ο νους δεν το δέχεται, το εξετάζει ίσως αλλά το απορρίπτει.

Όταν λέμε πως ο αληθινός Οδυσσέας είχε θέαση του Μαύρου Ήλιου της ύπαρξης από πολύ νωρίς στη ζωή του και ήταν νεκρός πολύ πριν αποβιβαστεί από τα νερά του Ελλησπόντου για το μεγάλο ταξίδι του γυρισμού, κανείς δεν το δέχεται.
Όταν λέμε πως ο ‘εξωτερικός’ Οδυσσέας ήταν το απλό φάσμα, η λευκή προβολή στο υλικό πεδίο του αληθινού Οδυσσέα και όλη αυτή η δράση και η μυθιστορία της δεκάχρονης επιστροφής του στην λατρευτή Ιθάκη έχει απλά τον διδακτικό σκοπό που της έδωσαν μέσα στους αιώνες οι υπέροχοι Έλληνες για καθαρά παιδαγωγικούς λόγους και τούτο ακόμα απορρίπτεται.

Κι όμως, κανείς από τους μυημένους δεν ήταν ‘ζωντανός’ με την γνωστή και κοινώς αποδεκτή έννοια του όρου.

Κανείς από τους μεγάλους Διδασκάλους δεν έδρασε κάτω από τον ήλιο των ανθρώπων, γιατί δεν θα μπορούσε να δράσει έτσι. Θα ασφυκτιούσε, θα υπέφερε οδυνηρά, θα ‘πέθαινε’ κάθε στιγμή χωρίς να μπορεί να απελευθερώσει το πνεύμα του. Θα ήταν σα να προσπαθούσε κανείς να αναπνεύσει σε ένα πλανήτη χωρίς οξυγόνο.
Όμως, ποτέ ένα νόμισμα δεν έχει μια όψη.
Ο ήλιος των μυημένων ανθρώπων είναι μαύρος γιατί τους έχει αφαιρεθεί οριστικά κάθε δυνατότητα επιλογής, κάθε δικαίωμα επιλογής, κάθε ευκαιρία επιλογής. Οι μυημένοι και οι Διδάσκαλοι δεν μπορούν να έχουν την απλή ‘καθημερινότητα’ ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, δεν μπορούν καν να την σκέπτονται. Το σύμπαν το δικό τους, τούς απαγορεύει κάθε ενέργεια, σκέψη ή δράση που αντιβαίνει στην Αποστολή τους.
Ο Ιησούς δεν είχε δυνατότητα επιλογής. Κάποια στιγμή δείλιασε, λύγισε, θέλησε να αποφύγει το προδιαγεγραμμένο αλλά, τελικά σηκώθηκε και συνέχισε. Και να ήθελε δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Μαύρος ήλιος σημαίνει την απόλυτη δέσμευση.

Λευκός ήλιος δεν σημαίνει τίποτε.
Ο πρίγκιπας Σιντάρτα είχε κάθε δυνατότητα να ζήσει όπως περίμεναν όλοι, σαν διάδοχος του θρόνου, ανάμεσα στη χλιδή, την άνεση, τις ηδονές. Μέχρι το κάλεσμά του, μέχρι την στιγμή της στροφής στην πορεία του. Εκεί έδυσε ο λευκός ήλιος και ανέτειλε οριστικά ο μαύρος ήλιος της ευγενικής ύπαρξής του. Η απόλυτη δέσμευση. Ο δρόμος χωρίς επιστροφή. Και ο πρίγκιπας Σιντάρτα έγινε τιθαγκάτα, έγινε Βούδας και από κει και πέρα τέλειωσαν όλα και άρχισαν όλα.
Που και που ο τιθαγκάτα, γκαουτάμα σκεφτόταν την περασμένη του ζωή, σαν σε όνειρο, σαν εικόνα μέσα σε ομίχλη αλλά ήξερε καλά πως δεν υπήρχε πιθανότητα επιστροφής. Ούτε επιθυμία ή σκέψη φυσικά.

Μαύρος ήλιος σημαίνει δρόμος θυσίας, δρόμος προσφοράς, δρόμος αφοσίωσης.

Λευκός ήλιος σημαίνει δρόμος χωρίς περιεχόμενο αλλά δράση άναρχη, τυχηματική, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις… συμπτώσεις, τις… ευκαιρίες.
Ο Άλιστερ Κρόουλυ είπε κάποτε πως μπορείς να γίνεις αυτό που θέλεις, εννοώντας ότι μπορείς να γίνεις αυτό που η ψυχή σου θέλει, αυτό που ήσουν προορισμένος να γίνεις και μάλιστα αυτό το λέει Θέλημα, εννοώντας μάλλον την μυστική και αρχέγονη εντελέχεια της Ψυχής να συναντήσει την Αποστολή της και να την εκπληρώσει. Αφού πρώτα όμως αφυπνιστεί. Δηλαδή, αφού πρώτα μυηθείς. Και μάλιστα προχωράει ακόμα παραπέρα και λέει ότι υπό κάποιες προϋποθέσεις, δεν πρέπει να σου σταθεί τίποτα εμπόδιο για να κάνεις αυτό που θέλεις! Και εκεί εγείρονται τεράστια ερωτήματα βεβαίως για το αν το θέλημα το δικό σου όταν συγκρούεται με το αντίστοιχο των άλλων ποιος θα υπερισχύσει και με ποια κριτήρια κλπ.
Όμως, αν ένας άνθρωπος ακολουθήσει το θέλημά του, τότε, αλλάζουν όλα, θεωρείται μυημένος, θεωρείται αφυπνισμένος, δεν έχει καμιά δουλειά ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν ανήκει πια σ’αυτούς, ανήκει σε ένα άλλο σύμπαν που τον φωτίζει ένας άλλος ήλιος…

‘Νεκρός’ για τον κόσμο των απλών ανθρώπων είναι ο μη… ανιχνεύσιμος, ο ανύπαρκτος, ο μη προσδιορίσιμος, ο ανέλεγκτος, τελικά ο ελεύθερος, αυτός που πέρασε πια σε άλλες διαστάσεις.

Ζωντανοί’ είναι όλοι οι υπόλοιποι, όσοι εργάζονται από το πρωί μέχρι το βράδυ με μοναδικό όνειρο να πάρουν κάποτε μια καλή σύνταξη, δανείζονται για να αγοράσουν σπίτια, έχουν πιστωτικές κάρτες, διασκεδάζουν την κατάθλιψή τους στα μπουζούκια, κάνουν χοντροκομμένα καλαμπούρια, απατούν το σύντροφό τους, γερνούν χωρίς να έχουν υπάρξει ποτέ νέοι, πεθαίνουν χωρίς να έχουν ποτέ ζήσει.

Ο Οδυσσέας δεν έζησε ποτέ μια τέτοια ‘ζωή’.
Ήταν ήρωας και έγινε ημίθεος κι ύστερα έγινε μύθος και πέρασε στην αθανασία.
Όμως ο αληθινός Οδυσσέας δεν μας έγινε ποτέ γνωστός, έμεινε αθέατος και σκοτεινός κάτω από τον δικό του μαύρο ήλιο.
Το ίδιο και ο Πυθαγόρας.
Το ίδιο και ο Εμπεδοκλής, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας.
Το ίδιο και ο Ιησούς, ο Άγιος Αντώνιος, ο Μέγας Βασίλειος.
Το ίδιο και ο Παράκελσος, ο Ελβέτιος, ο Τζον Ντη, ο Νεύτων.
Το ίδιο και οι αμέτρητοι ανώνυμοι αδελφοί σε όλες τις εποχές.
Γεννήθηκαν μυητικά και πέθαναν για τον κόσμο.
Είδαν τον πρώτο ήλιο, τον ‘σάρκινο’ να δύει και τον άλλο, τον πνευματικό ήλιο της ύπαρξής τους να ανατέλλει σε ένα σύμπαν καθαρής δράσης, απόλυτης και κοφτερής σαν λεπίδι. Σε ένα σύμπαν που τίποτε από όσα κάνεις δεν αφήνει ίχνη. Θετικά ή αρνητικά, καλά ή κακά.
Σε ένα σύμπαν πάντοτε ανήλικο, νέο, σφριγηλό, οργιαστικό.
Κι εκεί ο μαύρος ήλιος δεν δύει ποτέ…
. . .
Ίσως κάποιος αναρωτηθεί
Μπορούμε να βρούμε αναλογίες στην δική μας πραγματικότητα;
Στην πεζή, ενίοτε ρηχή και πνιγηρή καθημερινότητά μας;
Μπορεί να ζήσαμε κι εμείς κάποτε, σε κάποια περίοδο της ζωής μας κάτω από έναν αντίστοιχο μαύρο ήλιο;
Η απάντηση είναι, ναι. Έχει γίνει και θα ξαναγίνει…
Ήταν οι στιγμές που είχαμε μια φευγαλέα συνείδηση της ύπαρξής μας, σαν ένα χάδι μιας αύρας, σαν ένα φωτογραφικό φλας.
Ήταν οι στιγμές που θελήσαμε να αναχωρήσουμε από όλους και όλα, θελήσαμε να πορευτούμε τον δικό μας δρόμο, αναζητήσαμε ένα άλλο σύμπαν που λαχταρούσε η ψυχή μας αλλά… όχι για πολύ.
Ήταν οι στιγμές που ακούγοντας μια θεσπέσια μουσική, συντονίστηκε το είναι μας με κάτι ανώτερο, η συνήχηση αυτή επέδρασε θεραπευτικά στην ταραγμένη από χιλιάδες προβλήματα ψυχή μας, κάποιο ρίγος μας διαπέρασε προς στιγμήν αλλά αμέσως μετά, ο νους μας επανέφερε στην γνωστή πραγματικότητα και στην ασφάλεια της ρουτίνας μας.
Κάποιες φορές δραπετεύσαμε για λίγο από αυτό το κόσμο αλλά γυρίσαμε πάλι πίσω, ηττημένοι, δειλοί, με σκυφτό το κεφάλι.
Κάποιες λίγες φορές είχαμε την ευλογία να αισθανθούμε εκείνη τη γεύση από αυτό που αποκαλώ Τρίτο Εσωτερικό Κόσμο, σαν αεράκι ζωογόνο που μας φούσκωσε τα στήθη και μας έδωσε νέα δύναμη και πνοή για να συνεχίσουμε αλλά, συνάμα, μας μελαγχόλησε κιόλας καθώς συνειδητοποιήσαμε τον τρόπο που ζούμε, τον κόσμο που ζούμε, το ψέμα που ζούμε…

Ποτέ δεν είναι αργά.
Αλλά, δυστυχώς, εμείς είμαστε αργοί!

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Αίσακος

 


Περνάγαμε το κλαδί της μυρτιάς
από τον ένα σύντροφο στον άλλο
τούτος ο νεκρόδειπνος
έχει το μεγαλείο της σιωπής
και της σιγής το φως
Ο ήρωας που κείται στο βελούδο της γης
μας περιμένει…

Περνάγαμε το πένθιμο κλαδί
από χέρι σε χέρι
λέγαμε δυο κουβέντες κι ύστερα δάκρυα
υμνούσαμε το Μέγα Σχίσμα
που τους θνητούς ποτέ δεν λησμονεί
αλλά και τον αιώνιο παλμό της δρόσινης ζωής
που δραπετεύει από τα Τάρταρα
και μας ποτίζει
για λίγο έστω
με συλλαβές βροχής

Το κλαδί έμεινε κάποτε μονάχο
ορφανό από ψελλίσματα ανθρώπων
που στέκουν τώρα βουβοί
δίπλα στο σιωπηλό πολεμιστή

Έρχεται η αυγή αδελφέ μου
και μεθυσμένους θα μας βρει
να ξέρεις
όχι από πόνο
αλλά από δριμιά κατάφαση Έρωτα
και δάφοινη φωτιά ψυχής

να ορμήξουμε εκεί
που το αιώνιο σε παίρνει απ’το στήθος

και σε αθανατίζει…

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Δαίμων που ήσουν άνθρωπος...

 

«…Δαίμων που ήσουν άνθρωπος, αλλά που συμμετέχεις τώρα στην πιο θεϊκή φύση των Δαιμόνων, αφού λυτρώθηκες από τα δεσμά της Ανάγκης που αλυσοδένουν τους ανθρώπους. Βρήκες τη δύναμη μες στην καρδιά σου για να ξεφύγεις από την αφρισμένη τρικυμία των σωματικών παθών και να φθάσεις κολυμπώντας σ’ένα στεγνό ακρογιάλι, μακριά από τον κόσμο των εγκλημάτων και να βρεις εκεί ένα ίσιο δρόμο για την εξαναγκασμένη σου ψυχή…»


Χρησμός του Δελφικού Μαντείου τον οποίο έλαβε ο Αμέλιος όταν ρώτησε για το που βρίσκεται η ψυχή του Πλωτίνου. Τον διασώζει ο Πορφύριος.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Η Φύση δεν εκδικείται… απλώς αγνοεί!


Είχε μια αλλόκοτη διάθεση σήμερα. Ήταν οξύς, σχεδόν επιθετικός. Και το βλέμμα του την διαπέρασε σαν ξίφος όταν του διάβασε ένα άρθρο στην εφημερίδα. «Η φύση εκδικείται», ήταν ο τίτλος του άρθρου και αφορούσε το κοινότοπο ζήτημα των τελευταίων δεκαετιών με το λιώσιμο των πάγων, την εξαφάνιση πολλών ειδών, τον ορατό κίνδυνο να υποφέρουμε όλοι στο άμεσο μέλλον από την υπερθέρμανση… ή κάτι άλλο… το κείμενο ήταν υπερβολικό, φλύαρο, σχεδόν προκλητικό…

«Σταμάτα, σε παρακαλώ! Μη διαβάζεις άλλο… ούτε γραμμή, ούτε λέξη!», της φώναξε κι αυτό την αιφνιδίασε πολύ δυσάρεστα. Δεν το συνήθιζε να συμπεριφέρεται έτσι.

«Πόση αλαζονεία, πόση έπαρση, πόση οίηση… πόση αηδία!», μουρμούρισε δυνατά και ξεφύσηξε περνώντας σαν σκιά από κοντά της. «Ακόμα και στην καταστροφή, ακόμα και στο τέλος… τόση αναίσχυντη μεγαλαυχία!», φώναξε τώρα και ξαναγύρισε το ίδιο γρήγορα. Επιτέλους σταμάτησε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Κοίταξε για μια στιγμή τον ουρανό. Ήταν καταγάλανος, ανοιξιάτικος, φιλικός…

«Μα…», προσπάθησε εκείνη να ψελλίσει αλλά δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο.

«Η φύση εκδικείται! Ανοησίες, ψέματα, βλακείες! Λες κι έχουν ιδέα τι είναι η φύση… τι ήταν πάντα η Φύση και πώς ζει, πώς αναπνέει, πώς σκέφτεται… πώς εκδικείται!»

Μιλούσε έντονα αλλά δεν απευθυνόταν σε κείνη. Σηκώθηκε απ’την καρέκλα της και τον πλησίασε για να τον ακούει καθαρότερα. Υπήρχαν στιγμές που την αγνοούσε εντελώς και βυθιζόταν στον παράξενο κόσμο του. Ήταν αυτές οι στιγμές που συνομιλούσε με κάτι… ή κάποιον που βρισκόταν… κανείς δεν ήξερε που…

«…νομίζουν οι άθλιοι πως η Φύση καταδέχεται να εκδικηθεί… προσωποποίησαν τα πάντα στη ‘λογοτεχνία’ τους οι σαλτιμπάγκοι… κάνανε το σκύλο να μοιάζει με καρικατούρα, το άλογο να τρέχει στα τσίρκο για να τους διασκεδάζει, την αρκούδα να χορεύει για να τους κάνει να γελάνε… γελοιοποίησαν τον ελέφαντα, το λιοντάρι… τα έφεραν όλα στα άθλια μέτρα τους για να τα κάνουν αγαπητά και προσφιλή και συμπαθητικά… ο πίθηκος ντύνεται με ρουχαλάκια σαν κλόουν και χτυπάει παλαμάκια για να γελάνε τα δίποδα που το διαφεντεύουν… οι τίγρεις μαστιγώνονται ανελέητα για να νιαουρίζουν σα γατούλες μπροστά στο δαμαστή τους… έφτυσαν στο Μεγαλείο και το Απρόσιτο της Μητέρας και τώρα κλαψουρίζουν πως τάχα Εκείνη τους εκδικείται!!...»

Οι φλέβες του είχαν πεταχτεί στο μέτωπό του. Ξαφνικά γύρισε και την κοίταξε και το βλέμμα του είχε μια έκφραση που ήταν αδύνατο να περιγράψει. Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή θα εξαφανιζόταν από δίπλα του.

Ψέματα… θα έμενε κολλημένη ακριβώς εκεί που ήταν… ό,τι κι αν της κόστιζε…

«Η Φύση δεν εκδικείται αγαπημένη μου… απλώς αγνοεί! Όσους βλαστήμησαν την κυριαρχία, την ομορφιά και το σκοτάδι Της… το αρχέγονο Φως και την αγριοσύνη Της… Γιατί η Φύση δεν καταδέχτηκε να πάρει μέρος στην Δημιουργία τους… προϋπήρχε αιωνιότητες προτού εκείνος ο μοχθηρός γυμνός προδότης με τη σύντροφό του ασχοληθούν περιφρονητικά μαζί Της! Από τότε τους παρακολουθεί με την ίδια σιωπηλή περιφρόνηση κι Εκείνη. Τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους. Νομίζουν ότι την έχουν ξεγελάσει… νομίζουν ότι την έχουν… κατακτήσει! Πόση ειρωνεία, πόση ωκεάνια μωρία… πόση αφροσύνη! Και σήμερα… σήμερα…»

Κάθισε στον μεγάλο καναπέ και την προσκάλεσε δίπλα του. Το βλέμμα του είχε επιστρέψει σιγά σιγά, η έκφρασή του ήταν αυτή που εκείνη αγαπούσε, το χαμόγελό του έδειχνε πως αποζητούσε τη συντροφιά της.

Αποδέχτηκε ήρεμα την πρόσκληση και κάθισε δίπλα του.

«… σήμερα πιστεύουν ότι η Αρχαία Μητέρα τους εκδικείται!!! Δεν θα το μάθουν ποτέ… πως εξακολουθεί να τους αγνοεί επιδεικτικά και πως θα παρακολουθήσει τον αφανισμό τους για μια ακόμα φορά όπως έγινε δεκάδες στο παρελθόν… και πως θα τους υποδεχτεί το ίδιο απρόσιτη, σιωπηλή και απόστατη… ψυχρή και απόμακρη όπως τους αξίζει όταν θα ξεκινήσουν πάλι από το μηδέν να ψηλαφούν το νέο τους κόσμο… με τις θλιβερές ελπίδες τους και τα ορφανά πιστεύω τους… με τους καινούργιους χθαμαλούς ηγετίσκους τους και τους νανόφρονες πρωτοπόρους εξερευνητές τους… θα φτάνουν πάλι ως τη γωνία του δωματίου και θα πανηγυρίζουν… θα καταπλέουν το πρώτο ποτάμι που θα τους καταδέχεται και θα γιορτάζουν τρεις μέρες για το επίτευγμά τους… μίζερη και ουτιδανή θα γεννηθεί και πάλι η ανθρωπότητα αγαπημένη μου… αναιμική και άρρωστη με την κληρονομιά αυτής που ζει ακόμα…»


Της έκλεισε την παλάμη στη δική του. Την χάιδεψε τρυφερά και ύστερα σηκώθηκε και περπάτησε ως τη βεράντα. Δεν τον ακολούθησε. Ήξερε που πήγαινε. Και ήξερε πως δεν θα επέστρεφε πριν το λυκόφως… 



Edge of Ancient Fields © by Tomasz Maronski

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Ραντίζοντας με αιωνίωση...

 


Η πρώτη φορά που ‘ο κύβος ερρίφθη’ ήταν με την πτώση του Εωσφόρου από το χτύπημα του Αδωνάι.
Η δεύτερη ήταν με την πτώση του Άβελ από το χτύπημα του Κάιν.
Η τρίτη ήταν με την πτώση του ελληνικού κόσμου από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στον ίδιο τον εαυτό του.

Στις απαρχές όλων των Μεγάλων Μύθων, ο άνθρωπος δεν είναι Άνθρωπος. Είναι απλά ένα έρμαιο της Μοίρας ή της Τύχης ή του εαυτού του. Στην αυγή όλων των μύθων, ο άνθρωπος δεν μετέχει της εξέλιξης αλλά άγεται και φέρεται από Δυνάμεις και Δράσεις που δεν ελέγχει. Κι όμως, στη μυθολογία της φρίκης, ο άνθρωπος πρωταγωνιστεί, συνειδητοποιείται, άρχει, ελέγχει. Στην δίνη της φρίκης, ο άνθρωπος γίνεται Αυτός και αντιμάχεται τη φθαρτότητά του.

Η φρίκη της αιωνίωσης απέναντι στη φρίκη της φθοράς.

Πως το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό; Είναι δύσκολο να περιγραφεί, να εντοπιστεί, να ιχνηλατηθεί ακόμα. Βλέπουμε τις δράσεις όπως κανείς παρακολουθεί το τσουνάμι να ορθώνεται και να ορμάει καταπάνω του. Για λίγα δευτερόλεπτα το θηριώδες φαινόμενο που τον υπερβαίνει, είναι τόσο γοητευτικό που μένει αδρανής και αρνείται την οποιαδήποτε αντίδραση. Κάποια στιγμή, αφυπνίζεται, ‘συνέρχεται’, αποφασίζει να μην θυσιαστεί χωρίς κάποια μορφής μάχη.

Οι Τρώες χάνουν την πόλη τους από την κόπωση και όχι από την ευφυία των Αχαιών.
Οι μαθητές ‘χάνουν’ τον διδάσκαλο Ιησού από δειλία και νωθρότητα κι όχι από την μοχθηρή πονηρία των Σανχεντρίν.
Οι σταυροφόροι χάνουν την Ιερουσαλήμ από την ακηδία τους κι όχι από την υπεροχή του Σαλαδίνου.

Έρχεται κάποια στιγμή που το αόρατο χέρι του Αγνώστου στεφανώνει με την εύνοιά του τη φρίκη και ο θρήνος των θνητών δεν αρκεί για να το αποτρέψει.

Η πρώτη μελαγχολική αστοχία ήταν η καταδίκη του Σωκράτη πάνω στα ερείπια της αθηναϊκής δημοκρατίας. 
Η δεύτερη ήταν η θεοποίηση του Αλέξανδρου από τους ιερείς του Άμμωνα Δία πάνω στα ερείπια του φαραωνικού μυστικισμού.
Η τρίτη ήταν η θεοποίηση της λογικής στα ερείπια της εσωτερικής αναπνοής.


Και το υπέρλαμπρο άρμα της σκοτεινής και ζωφώδους φρίκης περνούσε πάντα δίπλα τους και τους ράντιζε με την αιωνίωση…

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Η ενθύμηση της ζωής...



Κ
άτι που διαφοροποιεί εντελώς την περπατησιά του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη Γη από όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα, είναι, βέβαια, ο στοχασμός του Τέλους… κοινότοπο αυτό, θα πει κάποιος. Σωστά. Ως και το Πέρας είναι ένα κοινό διανόημα, σε όλους τους λαούς, σε όλες τις εποχές. Άλυτο και αξεδιάλυτο, όμως κοινό, σχεδόν καθημερινό. Όπως περίπου τα ψώνια της εβδομάδας ή το ραντεβού με τον οδοντίατρο. Είναι κάτι που έρχεται, θα συμβεί, αδήριτη ανάγκη το θέτει στο καλεντάρι. 

Πιστεύω όμως πως συμβαίνει κάτι ακόμη. Ή καλύτερα, ο υπόγειος ποταμός αυτής της ‘επίγνωσης’ είναι κάτι άλλο. Κι αυτό είναι η ενθύμηση του τέλους. Πάει να πει, ο άνθρωπος όχι απλώς περιμένει το αναπότρεπτο να επισυμβεί που θα τον ρημάξει αλλά έχει και τη μνήμη του. Είναι απίστευτο αλλά τρέμει τη στιγμή αυτή όχι επειδή τη γνωρίζει ως βιολογική νομοτέλεια αλλά επειδή έχει μνήμη. Κι αυτό καμία σχέση δεν έχει με την θεωρία ή δοξασία των αναρίθμητων επαναγεννήσεων. Είναι κάτι άλλο. Στην πραγματικότητα, είναι το εντελώς αντίθετο!

Ο άνθρωπος δεν περιμένει τίποτε στην ουσία από τη ζωή του. ‘Κάνει σχέδια’, ‘βάζει στόχους’, ‘παλεύει για ένα καλύτερο αύριο’, ‘φροντίζει για το μέλλον του’ κι όλα αυτά τα κενά περιεχομένου βαρύγδουπα. Τα αναμασά από νεαρής ηλικίας όπως οι γονείς και οι παππούδες του. Κι όπως εκείνοι, έτσι κι αυτός, απλώς οικοδομεί στην άμμο. Και μάλιστα σε υδατώδες υπέδαφος στο οποίο δεν θεμελιώνεις τίποτα.

Ο άνθρωπος δεν πιστεύει στη δύναμη της ζωής γι αυτό και την δοξολογεί αενάως. Φλυαρεί ακατάσχετα για τον μαχητικό βιταλισμό που πρέπει να έχει ο κάθε υγιής νέος, για την αισιοδοξία, το βλέμμα στο αύριο κι όχι στο χθες. Ο άνθρωπος μοιάζει με κυνηγημένο θήραμα. Κρύβεται διαρκώς, παλεύει να παραμείνει αόρατος από την ειμαρμένη, πασχίζει να αποτελέσει εξαίρεση στον τραγικό κανόνα. Τελικά το βέλος θα τον χτυπήσει με ακρίβεια χιλιοστού αλλά, ποιος ξέρει, μπορεί να αστοχήσει ο θηρευτής… μπορεί να μην τον δει… μπορεί να τον ξεχάσει, να τον αγνοήσει… αυτό πίστευε και ο Αδάμ όταν κρυβόταν απ΄το Θεό… όχι τόσο πως δεν θα τον ‘δει’. Περισσότερο πως θα τον αγνοήσει… 

Όχι μόνο δεν έχει πίστη στη δύναμη της ζωής ο άνθρωπος αλλά τη συκοφαντεί διαρκώς. Την υπονομεύει, τη σαμποτάρει, βάζει δυναμίτη στα σπλάχνα της. Κρυφά και μυστικά, ο άνθρωπος συμμαχεί με αυτόν που καλά γνωρίζει πως είναι ο βέβαιος νικητής. Το θάνατο. Και από την πρώτη μέρα ως τη τελευταία, προσποιείται ότι λατρεύει τη ζωή ενώ κλείνει το μάτι πονηρά στο θάνατο. Γλεντάει, ξενυχτάει, ταξιδεύει, υμνεί τα νιάτα και την ομορφιά, ερωτεύεται δυνατά, λέει αστεία, χασκογελάει, θορυβεί. Ο θόρυβος είναι αναγκαίο συστατικό διαφυγής. Ο θάνατος είναι η σιωπή. Άρα ο θόρυβος είναι ζωή. Και η ζωή θόρυβος…

Ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ενθύμηση ζωής και γι αυτό δεν τον απασχολεί η καταμέτρηση των ημερών του. Σπαταλάει το λιγοστό χρόνο που του αναλογεί στοχαζόμενος τις κρυψώνες του και τον Θηρευτή. Είναι στην επόμενη γωνία άραγε; Τον παρακολουθεί; Τον βλέπει; Ξέρει γι αυτόν; Μήπως ασχολείται με κάποιον άλλο; Μήπως αυτός θα αργήσει; Μήπως τον προσπεράσει; Ή μήπως πρέπει να αναζητήσει νέο καταφύγιο;

Ο άνθρωπος θυμάται το θάνατο και τον θυμάται πολύ καλά. Είναι τόσο έντονη μέσα του τούτη η ενθύμηση, είναι τόσο βαθιά τα ίχνη στην πορεία του που το παιχνίδι είναι σχεδόν λειτουργικά αψεγάδιαστο. Θα ξεκινήσει έτσι, θα συνεχιστεί έτσι, θα τελειώσει έτσι. Η ζωή δεν έχει να κάνει τίποτε με όλο αυτό. 

Μέσα στην αρένα του Σίρκους Μάξιμους κανείς δεν σκεφτόταν τη ζωή. Όλα είχαν να κάνουν με το θάνατο.

Ενθύμηση του τέλους, με όρους εικόνας ή συμβόλων είναι να γνωρίζεις τις εκβολές του ποταμού και όχι τις πηγές του. Ο ποταμός εκβάλλει μοιραία κάπου και εκεί παύει να υφίσταται. Με μια έννοια αφομοιώνεται από το Μεγάλο Ον, με μια άλλη, ολοκληρώνει την αποστολή του και παραδίδει το βρυαρό του πνεύμα στο Άπειρο, με μια τρίτη, πεθαίνει. Απλώς πεθαίνει.

Ενθύμηση του τέλους σημαίνει πως το ποιητικό διανόημα του βίου ακυρώνεται και μετουσιώνεται στην ενθύμηση της ζωής. Και ο Μύστης, σε όλες τις εποχές, σε όλους τους κόσμους, σε όλες τις διαστάσεις, σε όλους τους ναούς, σε όλες τις Σχολές, αυτό ήταν. 

Ο άνθρωπος που θυμήθηκε τη ζωή.

Όπως ο Οδυσσέας στην Ιθάκη.
  
Ο Σωκράτης στο δεσμωτήριο πριν το κώνειο.

Ο Ιησούς στον Κήπο της Γεσθημανή.

Ο Ζακ ντε Μολέ και ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά των ιεροεξεταστών.

Ο ανώτερος εαυτός στην αγωνιώδη πάλη του να υπάρξει πέρα από την ψηλαφητή ανάμνηση της ύλης…



Igor Saffo