Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Akaufaciyâ



«οι άνθρωποι που κατοικούν στα βουνά»



Είναι υπέροχο
να σ’αγνοεί η Daiva

Ως κι ο Μεγάλος Βασιλιάς
που ο ήλιος των ανθρώπων
ανατέλλει και δύει
στο πρόσωπό του
δεν έχει λέξη να προφέρει για μας

κανείς δεν ξέρει να του πει
πώς ξημερώνει κάθε αυγή
ο νέος ήλιος στο βλέμμα των μανάδων μας
και πώς χαράζει τα ιερά αυλάκια του ο χρόνος
στα μέτωπα των γερόντων μας

κι ακόμη δεν ξέρει να του πει
πώς λούζουν ψιθυρίζοντας
στη βραδινή βροχή
τα όμορφα μαλλιά τους οι γυναίκες μας
πριν αφεθούν στα χάδια των αντρών τους

κι ούτε ποτέ θα μάθει ο Μέγας Βασιλέας
πώς ανασαίνουν κάθε δειλινό
αποκαμωμένα απ’το παιχνίδι
τα παιδιά μας

και τα τραγούδια των μικρών μας κοριτσιών
τις μυστικές τους ώρες
ποτέ ο Υπέρτατος Αφέντης δεν θ’ακούσει

είμαστε αόρατοι

στα πανάρχαια σπήλαια
των αδελφών μας βράχων
γεννιόμαστε
και στους γκρεμούς των κρυμμένων μας βουνών
τα πρώτα μας όνειρα
με τις σκιές των λουλουδιών
τα μοιραζόμαστε

και στα υψίπεδα που δεν ορίζει άλλος
παρά το αιώνιο βλέμμα των προγόνων
και οι κατεβασιές των αητών
χαράζουν το αδύνατο στους ορίζοντες

σε τούτα τα ιερά υψίπεδα
ερωτευόμαστε

και στα φαράγγια
που οι υλακές των λύκων τα πρωινά
μουδιάζουν τα πόδια των δειλών
εκεί ανδρωνόμαστε

κι ύστερα από το πέρασμα ημερών μεγάλων
που θηλάζουν όλα τα χρώματα του ανθρώπου
και άλλοτε στο χαμόγελο
κι άλλοτε στον πόνο
κουρνιάζουν τη σκέψη του

ύστερα από χιλιάδες νύχτες
που αγωνιούμε για τον πυρετό
στα στήθια των σεβάσμιων
ή τραγουδούμε τον έρωτα που πυρώνει τα χείλη
και μεθάει τα σκέλια

έρχεται Εκείνη η μέρα
που στις αθέατες κορυφές
των χιλιόχρονων βουνών μας
μονάχοι
λέμε στο κουρασμένο σώμα
μείνε αδελφέ μου εσύ εδώ
να σ’αγκαλιάσει η Μάνα
κι άλλους να δώσεις, πιο άξιους από μένα

και με το πνεύμα ελεύθερο πια
να απλώνεται στα ασύνορα λιβάδια τ’ουρανού
πέρα από τους ποταμούς στα βορινά
πέρα από τις στέπες και τις ανοιχτωσιές της δύσης
πέρα απ΄τα αφιλόξενα της ανατολής κάτασπρα βουνά
κι ως κάτω, στον αδελφό ωκεανό, στο νότο

στο Ταξίδι του Ανέμου αφηνόμαστε
και με το Φως του Αρχαίου Πατέρα
και την Πνοή των Ονείρων

χαμογελώντας

ένα γινόμαστε…


Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ζεν (2009)


Η νεαρή και όμορφη Ορίν, που έσβησε ανάμεσα στα λευκά της πόδια τη σαρκική δίψα εκατοντάδων αντρών, εισέρχεται στον περίβολο του ναού με το παιδί της στην αγκαλιά και αναζητά με αγωνία έκδηλη τον διδάσκαλο. Μονάχα ο Ντογκέν, πιστεύει, μπορεί να το σώσει από το επερχόμενο τέλος. Γιατί το μωρό της είναι πολύ άρρωστο κι εκείνη απελπισμένη. Ο διδάσκαλος τη συναντά, ακούει την έκκλησή της, χαϊδεύει τρυφερά το κεφαλάκι του παιδιού.

«Μονάχα ένας τρόπος υπάρχει να σωθεί το παιδί», της λέει. «Γύρνα στο χωριό, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και αναζήτησε εκείνο στο οποίο δεν έχει γνωρίσει ποτέ το θάνατο. Όταν το βρεις, ζήτησε να σου δώσουν ένα φασόλι μόνο».

Το ίδιο βράδυ η Ορίν επιστρέφει στο ναό. Μονάχα που τούτη τη φορά δεν τρέχει. Τώρα σέρνει το βήμα της και το κλάμα της συνοδεύει το θρήνο της. Δεν είναι μόνο βυθισμένη στον ανείπωτο πόνο για το χαμό του παιδιού της. Είναι θυμωμένη. «Που είσαι ψεύτη μοναχέ!», φωνάζει και διακόπτει την ηρεμία του χώρου. Οι μοναχοί βγαίνουν αμέσως να την συναντήσουν. Πρώτος ο διδάσκαλος. Την κοιτάζουν σιωπηλοί. Γνωρίζουν.

«Έκανα όπως μου είπες», λέει με δάκρυα και σπασμένη φωνή η Ορίν και το βλέμμα της διαπερνά τον Ντογκέν σαν λεπίδα. «Όμως δεν βρήκα ούτε ένα σπίτι στο χωριό που να μην έχει γνωρίσει το θάνατο» και όταν αποσώνει την πρότασή της πέφτει σιωπή.

«Σωστά. Τούτο ήθελε να μάθεις ο διδάσκαλος», της λέει ήρεμα και θλιμμένα ένας από τους μαθητές και η Ορίν πέφτει στο χώμα αποκαμωμένη.

Ο διδάσκαλος κοιτάζει με άπειρη τρυφερότητα τη μητέρα και το νεκρό παιδί και δακρύζει…