Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

 


 

Η Ανατομία του Ιερού

 

Δημήτρης Ζιαμπάρας


Σε κάθε ανθρώπινη συλλογικότητα συνυπάρχουν η Κοινωνία, η Κοινότητα και το Ιερό, ως εκδήλωση των βασικών ενστίκτων της Επιβίωσης, του Ανήκειν και της Διαιώνισης. Η μεταξύ τους αναλογία συνιστά την συλλογική πολιτιστική ιδιαιτερότητα. Μέσα από το ένστικτο της Διαιώνισης ο άνθρωπος αγωνίζεται να ξεπεράσει το βιολογικό του τέλος αναπαράγοντας τον εαυτό του μέσα από τα υλικά και ανθρώπινα δημιουργήματά του. Τα ανθρώπινα δημιουργήματα του βίου του όπως τέκνα, μαθητές, υφιστάμενοι, πιστοί, ακόλουθοι, αναγνώστες, θεατές, ψηφοφόροι κ.λπ. υιοθετούν και έτσι διαιωνίζουν τον εσωτερικό τρόπο οργάνωσης της σκέψης του δημιουργώντας ένα Λόγο, δηλαδή ένα συγκεκριμένο σύνολο Κριτήριων Ιεράρχησης των ανθρωπίνων ηθικών επιλογών. Όσο πιο πολλοί υιοθετούν αυτό τον Λόγο και όσο πιο πολύ αυτός ο Λόγος πλησιάζει το πρότυπο του Ηρακλείτειου Λόγου, τόσο πιο έντονη είναι η αίσθηση του Ιερού που αποπνέει. Όταν λέμε ότι κάτι είναι Ιερό εννοούμε ότι μετέχει στον Λόγο σε μεγαλύτερο βαθμό από το ανίερο.

Η Κοινωνία οδηγείται από την Ιστορία, όπως ο κύλινδρος από τον άξονά του. Η Κοινότητα ξεκινάει από τον Μύθο, όπως η σφαίρα από το κέντρο της. Το Ιερό παρακολουθεί τον Λόγο, όπως η πυραμίδα το ύψος της. Ο Μύθος κάμπτει τον ρου της Ιστορίας και ο Λόγος τον εξελίσσει. Το τέλος της ανθρώπινης συλλογικότητας βρίσκεται στο σημείο που θα ταυτιστούν η Ιστορία, ο Μύθος και ο Λόγος. Η Ιστορία δημιουργεί τους ατομικούς Εθισμούς, όσοι από αυτούς καθολικεύονται, δηλαδή γίνονται ευρύτερα αποδεκτοί, καθίσταται κοινωνικοί Κανόνες, οι σπουδαιότεροι των οποίων καταλήγουν στους κοινωνικούς Θεσμούς που εκφράζουν την Δύναμη μιας Συλλογικής Επιθυμίας. Στον Μύθο βρίσκονται κρυμμένες οι προϋποθέσεις μετοχής στην Κοινότητα, οι Αρετές του ανθρώπινου χαρακτήρα, αυτές παραπέμπουν στα κοινοτικά Αρχέτυπα και αυτά με την σειρά τους αποκαλύπτουν στον άνθρωπο την Ευδαιμονία και την Χάρη μιας Συλλογικής Ευφυΐας. Η συλλογική Επιθυμία και η συλλογική Ευφυΐα αποτελούν το λεγόμενο συλλογικό Ασυνείδητο. Ο Λόγος φανερώνει στον άνθρωπο τον τρόπο μετοχής στο Ιερό, τα ατομικά του Καθήκοντα, όσα από αυτά καθολικεύονται ονομάζονται Αξίες της κοινωνίας, αυτές οδηγούν τον άνθρωπο στην Αυτονομία και την Ενόραση μιας Εξωανθρώπινης Ευφυΐας, τον Ηρακλείτειο Λόγο. Στην Κοινότητα η μετοχή είναι ισότιμη, ενώ στο Ιερό η μετοχή είναι ανισότιμη. Το Ιερό είναι ο ανώτερος βαθμός του Λόγου ο οποίος οδηγεί τον άνθρωπο στην ατομική Θέωση, τον Θεάνθρωπο, ο οποίος ενίοτε έχει και κοσμικά ονόματα όπως Πάπας, Σουλτάνος, Καίσαρ, Τσάρος, Φύρερ, Γενικός Γραμματέας ΚΚΣΕ, Ατατούρκ κ.λπ.

Το Ιερό γίνεται αντιληπτό στον άνθρωπο μέσω της ατομικής ηθικής, της σύλληψης των Καθηκόντων του, δηλαδή των υποχρεώσεών του για το τι πρέπει να πράξει σε οτιδήποτε δεν προκαθορίζεται από τους Κοινωνικούς Εθισμούς και τις Κοινοτικές Αρετές. Τα Καθήκοντα διαμορφώνονται από την Ενόραση. Εξίσου μεγάλη σημασία με την σύλληψη των Καθηκόντων έχει η Ιεράρχησή τους, η οποία αποκαλύπτει και την πολιτιστική διάσταση. Τα κριτήρια Ιεράρχησης των Καθηκόντων διαμορφώνονται από τα Κοινοτικά Αρχέτυπα και τους Κοινωνικούς Κανόνες και καλούνται Αξίες της κοινωνίας. Κριτήριο Ιεράρχησης αυτών των Αξιών δεν μπορεί να είναι άλλο από την Αυτονομία του ανθρώπου η οποία τον οδηγεί τελικά στην ατομική Θέωση. Η Αυτονομία είναι η ύψιστη μορφή ελευθερίας όπου ο άνθρωπος απελευθερώνεται από την ίδια του την φύση αλλά και από κάθε μορφής κοινωνικό και κοινοτικό προκαθορισμό. Για να επιτύχει όμως ο άνθρωπος την Αυτονομία πρέπει πρώτα να κατορθώσει την Ευδαιμονία της συνύπαρξης στο πλαίσιο της Κοινότητας η οποία με την σειρά της απαιτεί από τον άνθρωπο να έχει κατακτήσει μια Συνέχεια συμβίωσης στο πλαίσιο της Κοινωνίας. Το Ιερό είναι ευρύτερη έννοια από την Θρησκεία, διότι το βρίσκεις οπουδήποτε υπάρχει ιεραρχημένη ανθρώπινη δραστηριότητα με Καθήκοντα, Αξίες και κάποιου είδους Αυτονομία: στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην πολιτική κ.λπ.

Το Ιερό μπορεί να είναι ευρύτερη αλλά και στενότερη έννοια από το Θείο. Το Ιερό είναι ευρύτερη έννοια από το Θείο, διότι το Ιερό, εκτός από την εικόνα του Θείου ως Θεανθρώπου, περιλαμβάνει και τα Καθήκοντα και τις Αξίες ανθρώπων και κοινωνίας. Το Ιερό είναι στενότερη έννοια από το Θείο, διότι η εικόνα του Θείου μπορεί να πάρει και μορφές συλλογικές όπως της «Κοινότητας» και της «Ιστορικής Ασυνέχειας» (Αρχή και Τέλος της Ιστορίας). Την εικόνα του Θείου ως «Κοινότητα» την συναντάμε στην Ελληνική παράδοση είτε ως Αρχαιοελληνική Πόλις είτε ως Ορθόδοξη Ενορία. Η «Κοινότητα» είναι μια μορφή συλλογικής Ευφυΐας η οποία όταν αφομοιωθεί από τον άνθρωπο είναι ικανή να αλλάξει την φύση του και να τον κάνει να ξεπεράσει διανοητικά και ηθικά τους περιορισμούς του DNA του. Οι εικόνες του Θείου μπορεί να συνυπάρχουν και να είναι αντιμαχόμενες όπως συμβαίνει στην Ορθοδοξία όπου συνυπάρχουν μια ατομικιστική-ιδεαλιστική εικόνα του Θείου, η «Αγάπη για τον άγνωστο» και μια συλλογική-εμπειρική εικόνα του Θείου, η «Κοινότητα». Η «Αγάπη για τον άγνωστο» εκφράζεται μέσα από την ναρκισσιστική και απεχθή δραστηριότητα της Φιλανθρωπίας (άλλο πράγμα η υποχρέωση Πρόνοιας της Πολιτείας), ενώ η «Κοινότητα» δεν είναι απλώς το άθροισμα των μελών, αλλά το «Όντως Ον» του Ελληνικού Πολιτισμού. Την συλλογική εικόνα του Θείου ως «Ιστορική Ασυνέχεια» (Αρχή και Τέλος της Ιστορίας) την συναντάμε στην Εβραϊκή Παράδοση ως «Θεό των πατέρων ημών» και «Μεσσία». Οι Έλληνες μπορούν να αλλάζουν τον άνθρωπο, οι Εβραίοι μπορούν να αλλάζουν την ιστορία.

Όταν λέμε ότι έχουμε «απώλεια της αίσθησης του Ιερού σε μια κοινωνία» ουσιαστικά εννοούμε ότι οι άνθρωποι έχουν μειωμένη αίσθηση Ατομικών Καθηκόντων. Για παράδειγμα, το θέμα του μόλυνσης του Περιβάλλοντος αποτελεί κατεξοχήν θέμα απώλειας της αίσθησης του Ιερού και όχι έλλειμμα Κοινωνικής Ηθικής, δηλαδή του τι πρέπει να εθιστεί ο άνθρωπος να πράττει, ανακύκλωση κ.λπ. Η λύση είναι να καλλιεργηθεί η αίσθηση του Ιερού στον άνθρωπο, μέσω της μετοχής του σε έντονα ιεραρχημένες δομές, αυστηρά σχολεία, στρατός, πειθαρχημένες υπηρεσίες κ.λπ., ώστε να του φανερωθεί ο τρόπος ανισότιμης μετοχής σε ένα Λόγο. Οπότε να θαυμάζει, να σέβεται και καμιά φορά να φοβάται αυτά που ιεραρχικά τον υπερβαίνουν, όπως ένα ηλιοβασίλεμα σε μια παραλία, ώστε να μην αφήνει τα σκουπίδια του και να το βεβηλώνει.
Όταν πάλι λέμε ότι έχουμε «πρόβλημα Αξιών σε μια κοινωνία», ουσιαστικά εννοούμε ότι δεν έχουμε κοινά αποδεκτά κριτήρια Ιεράρχησης των Ατομικών Καθηκόντων. Υπάρχει μεν μια αρχική αίσθηση του Ιερού η οποία οδηγεί στην σύλληψη των ατομικών Καθηκόντων αλλά τα κριτήρια ιεράρχησής τους δεν είναι κοινά για όσους μετέχουν σε αυτή την κοινωνία που αντιμετωπίζει τελικά όχι προβλήματα συνοχής, αλλά κοινού οράματος.

Όταν τέλος λέμε ότι έχουμε «έλλειμμα Ηγετών σε μια κοινωνία», ουσιαστικά σημαίνει ότι δεν έχουμε πλέον ανθρώπους που να έχουν ολοκληρώσει την θητεία τους στην Κοινωνία, την παιδεία τους στην Κοινότητα και την μύησή τους στο Ιερό. Οπότε είτε δεν κατέχουν την Δύναμη της Συλλογικής Επιθυμίας αυτής της Κοινωνίας, είτε δεν μετέχουν στην Χάρη της Συλλογικής Ευφυΐας της Κοινότητας, είτε δεν έχουν Ενόραση κάποιας Αποστολής ως Καθήκον.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011



Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
Ντουέντε
[αποσπάσματα}
μετάφραση Ολυμπία ΚαράγιωργαΑθήναεκδΒιβλιοπωλείο της "Εστίας", 1998


Κυρίες και Κύριοι,

Από το 1918 που έγινα δεκτός στο "Σπίτι των Φοιτητών" στη Μαδρίτη, ως το 1928 που έφυγα έχοντας συμπληρώσει τις σπουδές μου στη Φιλοσοφική Σχολή, έχω ακούσει πάνω από χίλιες διαλέξεις σ' αυτή την ίδια εκλεπτυσμένη αίθουσα όπου σύχναζε η παλιά αριστοκρατία της Ισπανίας για να διορθώσει την επιπολαιότητα που 'φερνε μαζί της γυρίζοντας από τις γαλλικές πλαζ. Με τη βαθιά μου ανάγκη για το φως του ήλιου και τον αέρα, η ψυχή μου γέμισε τόση πλήξη, που φεύγοντας από κει μέσα ένιωσα να με σκεπάζει ένα λεπτό στρώμα στάχτης που λίγο έλειπε να γίνει καυτερό πιπέρι εκνευρισμού. Ε, λοιπόν, όχι. Σήμερα, σ'αυτή την αίθουσα, δε θέλω να μπει η τρομερή αλογόμυγα της βαρεμάρας που δένει κάθε κεφάλι με την άϋλη κλωστή του ύπνου και ρίχνει στα μάτια των ακροατών χιλιάδες μικροσκοπικές βελόνες. Απλά, με τον τόνο της ποιητικής μου φωνής που δεν έχει ούτε αποχρώσεις ξύλου, ούτε λαβυρίνθους δηλητηρίου, ούτε αρνιά που ξαφνικά γίνονται μαχαίρια ειρωνείας, θα προσπαθήσω να σας δώσω ένα μάθημα απλό για το κρυμμένο πνεύμα της πληγωμένης Ισπανίας.
Όποιος ταξιδεύει σ' εκείνο το τεντωμένο πετσί ταύρου που απλώνεται ανάμεσα στον Χούκαρ, τον Γκουανταλέτε, τον Σίλ και τα ποτάμια της Πισουέργκα, αργά ή γρήγορα θ' ακούσει την έκφραση:"Αυτό έχει πολύ ντουέντε". Ο Μανουέλ Τόρρες, ένας μεγάλος καλλιτέχνης της Ανδαλουσίας, είπε κάποτε σ' έναν άλλο τραγουδιστή:"Έχεις φωνή, έχεις στυλ, όμως ποτέ δε θα πετύχεις γιατί δεν έχεις καθόλου ντουέντε". Σ' ολόκληρη την Ανδαλουσία, απ' το βράχο του Χαέν μέχρι τα' όστρακο του Καντίθ, οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια για το ντουέντε. κι όταν φανεί, το ένστικτό τους δεν τους γελάει ποτέ. Το αναγνωρίζουν αμέσως… Κι ο Μανουέλ Τόρρες, που μες στις φλέβες του τρέχει περισσότερη κουλτούρα απ' ό,τι σ' οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο που γνώρισα ποτέ, ακούγοντας τον ίδιο τον Ντε Φάλια να παίζει το "Νοκτούρνο ντέλ Χενεραλίφε", είπε αυτή τη θαυμαστή κουβέντα: "Ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε". Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια.
Αυτοί οι "μαύροι ήχοι" είναι το μυστήριο, οι ρίζες που απλώνονται κάτω βαθιά στο πλούσιο χώμα, γνωστό μα κι άγνωστο σε όλους μας, απ' όπου όμως βγαίνει ό,τι αληθινό έχει να δείξει η τέχνη. Ο Ισπανός άνθρωπος του λαού μίλησε για "μαύρους ήχους" και λέγοντας αυτό, συμφωνεί με τον μεγάλο Γκαίτε που έδωσε τον ορισμό του ντουέντε όταν μιλώντας για τον Παγκανίνι του απέδωσε "μια μυστήρια δύναμη που όλοι νιώθουμε μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε ποτέ".
Έτσι, το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι μια λειτουργία, μια πάλη κι όχι μια αφηρημένη έννοια… Αυτή η "μυστήρια δύναμη που όλοι νιώθουμε και που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε ποτέ", είναι το ίδιο το πνεύμα της γης. Είναι το ίδιο εκείνο το ντουέντε που φλόγισε κι έκανε στάχτες την καρδιά του Νίτσε που γύρευε τις εξωτερικές του μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο και στη μουσική του Μπιζέ, χωρίς ποτέ ν' αντιληφθεί πως το ντουέντε που κυνηγούσε είχε πηδήσει από τους μυστηριακούς Έλληνες στους χορευτές του Καντίθ και στη στραγγαλισμένη Διονυσιακή κραυγή του Σιλβέριο σαν τραγουδάει μια σεγγιρίγια.
Δε θέλω να μπερδέψει κανείς το ντουέντε, που βασικά σημαίνει "άγιο πνεύμα", με το θεολογικό δαίμονα της αμφιβολίας του Λούθηρου, που με μια βακχική σχεδόν μανία του πέταξε ένα καλαμάρι στη Νυρεμβέργη, ούτε με τον Καθολικό δαίμονα, τον καταστρεπτικό κι όχι και τόσο έξυπνο, που μεταμορφώνεται σε σκύλα για να μπει σε μοναστήρια καλογριών. Όχι. Το σκοτεινό κι ολότρεμο ντουέντε για το οποίο μιλώ, είναι απόγονος του εύθυμου δαίμονα Σωκράτη, όλο αλάτι και μάρμαρο, που όρμησε ξέφρενα κι άρχισε να τσαγκρουνάει τον κύριο του τη μέρα που πήρε το κώνειο.
…Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα 'λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσης του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ' ένα ντουέντε. Όχι μ' έναν άγγελο, όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισμα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου... Ο άγγελος μπορεί να θαμπώσει αλλά δεν καταφέρνει τίποτε περισσότερο απ' το να πετάξει ανάλαφρα πάνω απ' το κεφάλι του ανθρώπου. Σκορπίζει τη χάρη του, κι ο άνθρωπος, χωρίς καμιά σχεδόν προσπάθεια δημιουργεί, αγαπιέται, χορεύει. Ο άγγελος στο δρόμο της Δαμασκού, ο άγγελος που γλίστρησε μέσα απ' τα ξύλινα ανοίγματα του μικρού παραθυριού στην Ασσίζη κι εκείνος που ακολούθησε τα βήματα του μυστικιστή Χάιντριχ Σούζο, είναι ένας άγγελος που προστάζει και κανείς δεν μπορεί ν' αντισταθεί στη λάμψη του γιατί ανοιγοκλείνει τις ατσαλένιες του φτερούγες στα σύνορα των εκλεκτών.
Η μούσα υπαγορεύει και που και που εμπνέει… Οι ποιητές που εμπνέονται απ' αυτήν, ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από που έρχονται. Έρχονται απ' τη μούσα που τους ενθαρρύνει και καμιά φορά που τους καταβροχθίζει κιόλας. Αυτή ήταν και η περίπτωση του Απολλιναίρ, ενός μεγάλου ποιητή, που τον κατέστρεψε η μούσα, η ίδια εκείνη που ζωγράφισε πλάι του ο θαυμάσιος κι αγγελικός Ρουσσώ.
Η μούσα ξυπνάει την εξυπνάδα και φέρνει μαζί της τοπία με κολόνες και μια ψεύτικη γεύση δάφνης. Πολύ συχνά η εξυπνάδα είναι εχθρός της ποίησης γιατί μιμείται πολύ, γιατί υψώνει τον ποιητή σ΄ ένα θρόνο στημένο σε κοφτερές κι απότομες άκρες κάνοντάς τον να ξεχνάει πως ξαφνικά, από στιγμή σε στιγμή, εκεί που κάθεται, μπορεί να τον κατασπαράξουν τα μερμήγκια ή μια πελώρια ακρίδα γεμάτη φαρμάκι να πέσει πάνω στο κεφάλι του. …Ο άγγελος και η μούσα έρχοντ' απ' έξω. Ο άγγελος χαρίζει ακτινοβολία, η μούσα δίνει μορφές (ο Ησίοδος διδάχθηκε απ' αυτές). Χρυσό φύλλο ή πτυχή χιτώνα ο ποιητής δέχεται τα καλούπια έτοιμα, καθισμένος ανάμεσα στους θάμνους της δάφνης του. Το ντουέντε, όμως, πρέπει να ξυπνάει μέσα στα ίδια κύτταρα του αίματος. Πρέπει να σπρώξουμε μακριά τον άγγελο, να διώξουμε με κλωτσιές τη μούσα και να χάσουμε το φόβο που μας γέμιζε το βιολετί άρωμα που αναδίνει η ποίηση του δεκάτου ογδόου αιώνα και το τεράστιο τηλεσκόπιο όπου απλωμένη πάνω στους φακούς βρίσκεται η μούσα χλωμή κι άρρωστη από τα ίδια τα όριά της.
Η αληθινή μάχη είναι το ντουέντε.
Αν θέλει κανείς, ξέρει τον τρόπο να φτάσει στο Θεό. Με την αγριάδα του ερημίτη ή με την κρυφή φωνή του μυστικιστή. Μ' έναν πύργο σαν της Αγίας Τερέζας ή με τα τρία μονοπάτια του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Κι ακόμα κι όταν αναγκαστούμε ν' αναφωνήσουμε με τον Ησαΐα: "Αληθινά, εσύ είσαι ο μυστικός Θεός!", τελικά ο Θεός στέλνει τα πρώτα αγκάθια της φωτιάς του σ' όποιον τον γυρέψει.
Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε "σωστοί τρόποι". Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε, πως κλωτσάει όλα τα στυλ, πως κάνει τον Γκόγια, ζωγράφο του γκρίζου, του ασημένιου κι εκείνου του ροζ στην καλύτερη αγγλική παράδοση να ζωγραφίζει με τις γροθιές και τα γόνατα τρομερά μαύρα κατράμια, πως αφήνει το Σίντο Βερνταγκέ ολόγυμνο στον κρύο αέρα των Πυρηναίων, πως σπρώχνει το Χόρχε Μανρίκε να περιμένει το θάνατο στην ερημιά της Οκάνια, πως ντύνει το λεπτοκαμωμένο σώμα του Ρουσσώ στο πράσινο κοστούμι του ακροβάτη και βάζει τα μάτια ενός ψόφιου ψαριού στον κόμη Λωτρεαμόν στο Βουλεβάρτο του πρωινού.
…Ο ερχομός του ντουέντε προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών που στηρίζονται σε παλιές βάσεις. Φέρνει μαζί του ένα συναίσθημα φρεσκάδας εντελώς πρωτόγνωρο έτσι όπως μοιάζει με καινούργιο τριαντάφυλλο, με θαύμα, γεννώντας στο τέλος ένα σχεδόν θρησκευτικό ενθουσιασμό. Σ' όλους τους αραβικούς χορούς και τ' αραβικά τραγούδια η παρουσία του ντουέντε γίνεται δεκτή με κραυγές: "Αλά! Αλά!", "Θεέ! Θεέ!", που Δε διαφέρει πολύ από το Ολέ της ταυρομαχίας.
Και στα τραγούδια της Βόρειας Ισπανίας η εμφάνιση του ντουέντε χαιρετίζεται πάντα με την κραυγή "Βίβα Ντίος!", "Ζήτω ο Θεός!", μια βαθιά ανθρώπινη και τρυφερή κραυγή επικοινωνίας με το Θεό μέσα απ' τις πέντε αισθήσεις με τη βοήθεια του ντουέντε, που συγκλονίζει τη φωνή και το σώμα του χορευτή, μια αληθινή και ποιητική φυγή απ' αυτόν τον κόσμο, το ίδιο αγνή με κείνη που ορθώνει μέσα απ' τους επτά του κήπους ο ανεπανάληπτος σχεδόν ποιητής του δέκατου έβδομου αιώνα Πέντρο Σότο ντε Ροχάζ κι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στην ταραγμένη σκάλα του θρήνου του.
Είναι λοιπόν φυσικό, σα φτάσει αυτή η φυγή, να νιώσουν όλοι την επίδραση της - οι μυημένοι που ξέρουν πως το στυλ μπορεί να κατακτήσει και το φθηνότερο υλικό, μα κι οι άλλοι, οι αμύητοι, που νιώθουν μια απροσδιόριστη αλλά πέρα για πέρα αυθεντική συγκίνηση…
…Όλες οι Τέχνες μπορούν να' χουν ντουέντε, το πεδίο όμως είναι πιο πλούσιο στη μουσική, στο χορό και στην ποίηση που απαγγέλλεται, γιατί απαιτούν για ερμηνευτή ένα σώμα ζωντανό - είναι μορφές που γεννιούνται και πεθαίνουν ακατάπαυστα και καθορίζονται από ένα ακριβές παρόν.
…Όλες οι Τέχνες κι όλες οι χώρες είναι ικανές για ντουέντε, για μούσα ή για άγγελο. Η Γερμανία, έξω, από λίγες εξαιρέσεις, κυβερνιέται από τη μούσα. Η Ιταλία έχει μονίμως έναν άγγελο. Η Ισπανία καίγεται αδιάκοπα απ' το ντουέντε! Γιατί είναι μια χώρα αρχαίας μουσικής κι αρχαίου χορού, όπου το ντουέντε στίβει λεμόνια από ξημέρωμα. Μια χώρα θανάτου, μια χώρα ανοιχτή στο θάνατο.
Σε κάθε χώρα, ο θάνατος είναι ένα τέλος. Φτάνει, και τα παραθυρόφυλλα κλείνουν. Όχι στην Ισπανία. Στην Ισπανία ανοίγουν. Πολλοί Ισπανοί ζουν ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους ως τη μέρα που θα πεθάνουν και τότε τους βγάζουν έξω στον ήλιο. Σε καμιά άλλη χώρα ο πεθαμένος δεν είναι πιο ζωντανός απ' την Ισπανία. Το προφίλ του κόβει σα κόψη ξυραφιού. Τα αστεία γύρω από το θάνατο και μαζί κι η σιωπηλή τους ενατένιση είναι πράγματα γνωστά στους Ισπανούς. Απ' το "Όνειρο των Νεκροκεφαλών" του Κεβέδο μέχρι το "Σάπισμα του Επισκόπου" του Βάλντες Λεόλ, κι απ' την Μπαρμπέλλα του δέκατου έβδομου αιώνα που πέθανε την ώρα της γέννας στη δημοσιά λέγοντας:
Το αίμα της μήτρας μου
Σκεπάζει τώρα τ' άλογο,
Τα πέταλα του αλόγου σου
Αστράφτουν φωτιά πίσσας…

ως το παλικάρι απ' τη Σαλαμάνκα που σκοτώθηκε τελευταία από ένα ταύρο φωνάζοντας την ώρα που πέθαινε:
Φίλοι πεθαίνω!
Φίλοι την έχω άσκημα!
Τρία μαντίλια
Γέμισαν τα σπλάχνα μου,
Κι αυτό εδώ είν' το τέταρτο…

απλώνεται ένας φράκτης από νιτρικά λουλούδια και πίσω του ένας λαός που ατενίζει σκεφτικά το θάνατο. Ένας λαός που στις πιο δύσκολες στιγμές του εμπνέεται από τους στίχους του Ιερεμία και στις πιο λυρικές από μυροφόρα κυπαρίσσια. Μα ακόμα, ένας λαός που πιστεύει πως ό,τι έχει μεγαλύτερη σημασία κουβαλάει μέσα του τον αμετάκλητο, μεταλλικό αντίλαλο του θανάτου. Το μαχαίρι κι η ρόδα της άμαξας, το ξυράφι και τ' άγρια γένια των βοσκών, το γυμνό φεγγάρι, η μύγα, τα υγρά ντουλάπια, οι ιερές εικόνες οι σκεπασμένες μ' άσπρη νταντέλλα, ο ασβέστης, η γραμμή των γείσων και των τζαμένιων μπαλκονιών στην Ισπανία κρύβουν μια λεπτή χλόη θανάτου καθώς και φωνές και σύμβολα για το άγρυπνο μυαλό ταράζοντας τη μνήμη μας με τον ασάλευτο αέρα π' αφήνει πίσω του το πέρασμα μας.
Ο δεσμός της Ισπανικής τέχνης με τη γη δεν είναι τυχαίος. Είναι μια τέχνη που πνίγεται στ' αγκάθια και στις πέτρες. Ο θρήνος του Πλεμπέριο και οι χοροί του μεγάλου Χοσέφ Μαρία ντε Βαλντεβιέλσο δεν αποτελούν μεμονωμένα παραδείγματα. Δεν είναι καθόλου σύμπτωση πως απ' όλες τις μπαλάντες της Ευρώπης το ερωτικό αυτό Ισπανικό τραγούδι ξεχωρίζει:
"Αν είσαι εσύ η αγαπημένη μου,
Γιατί δε με κοιτάζεις, πες μου;"
"Κάποτε είχα μάτια να σε δω,
τώρα στη σκιά τα' χω δοσμένα."
"Αν είσαι εσύ η αγαπημένη μου,
Τότε γιατί δε με φιλάς, αλήθεια, πες μου!".
"Κάποτε είχα χείλια για φιλιά,
τώρα στη γη τα' χω χαρίσει."
"Αν είσαι εσύ η αγαπημένη μου,
Γιατί δεν μ' αγκαλιάζεις, πες μου !"
"Κάποτε είχα χέρια για αγκαλιά,
Τώρα σκουλήκια έχουν γεμίσει."

…Το ντουέντε δεν εμφανίζεται καν αν δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου, αν δεν πειστεί πως θα μπαινοβγεί ελεύθερα στο σπίτι του, αν δεν είναι σίγουρο πως θα ταράξει εκείνα τα κλαριά που όλοι κουβαλάμε μέσα μας και που θα μείνουν για πάντα απαρηγόρητα.
Στη σκέψη, στον ήχο και στην κίνηση, το ντουέντε σπρώχνει το δημιουργό σε μιαν αντρίκεια, τίμια πάλη στο χείλος του πηγαδιού. Κι ενώ η μούσα κι ο άγγελος αποσύρονται με το βιολί ή με το διαβήτη τους, το ντουέντε πληγώνει, και στο γιάτρεμα αυτής της πληγής που ποτέ δεν κλείνει, βρίσκεται η ρίζα ό,τι πρωτόγνωρου και θαυμαστού κρύβει το έργο του ανθρώπου.
Η μαγική ιδιότητα ενός ποιήματος στηρίζεται στη συνεχή παρουσία του ντουέντε έτσι που εκείνος που το αντικρίζει να βαφτίζεται σε σκοτεινά νερά. Γιατί με το ντουέντε είναι πιο εύκολο να νιώσεις και ν' αγαπήσεις και ξέρεις πως και 'σενα θα σε νιώσουν, πως και συ θ' αγαπηθείς. Κι αυτός ο αγώνας για έκφραση και για την επικοινωνία της έκφρασης φτάνει σε στιγμές που παίρνει στην ποίηση τη μορφή μιας πάλης μέχρι θανάτου.
…Είπαμε πως το ντουέντε γυρεύει την πληγή, το χείλος του γκρεμού, κι ότι εμφανίζεται πάντα εκεί που οι μορφές χάνονται η μια μέσα στην άλλη σε μια νοσταλγία βαθύτερη απ' την εξωτερική έκφρασή τους. Στην Ισπανία (όπως και στην Ανατολή, όπου ο χορός είναι εκδήλωση θρησκευτική), το ντουέντε ασκεί απεριόριστη εξουσία πάνω στα σώματα των χορευτών του Καντίθ που ύμνησε ο Μαρτιάλις, στα στήθια των τραγουδιστών που ύμνησε ο Γιουβενάλις και σ' όλη την τελετή της ταυρομαχίας, ενός πράγματι θρησκευτικού δράματος όπου, όπως και στη θεία λειτουργία, λατρεύεται και θυσιάζεται ένας θεός.
Είναι σα να συγκεντρώνεται όλος ο δαιμονισμός του κλασικού κόσμου σ' αυτό το τέλειο θέαμα, σύμβολο του πολιτισμού και της μεγάλης ευαισθησίας ενός λαού που ανακάλυψε τον ωραιότερο θυμό, την ωραιότερη μελαγχολία και τον ωραιότερο πόνο του ανθρώπου. Ούτε στον Ισπανικό χορό ούτε στην ταυρομαχία υπάρχει καμιά διασκέδαση. Το ντουέντε φροντίζει να γεννήσει τον πόνο μέσα στο δράμα, ξεκινώντας από ζωντανές μορφές κι ετοιμάζει τη σκάλα της φυγής απ' την πραγματικότητα που μας περιβάλλει.
Το ντουέντε επιδρά πάνω στο σώμα της χορεύτριας όπως ο άνεμος πάνω στην άμμο. Με μαγικές δυνάμεις μεταμορφώνει ένα απλό κορίτσι σε φεγγαρόπληκτη παραλυτική, κάνει ένα τσακισμένο γεροζητιάνο που γυρίζει τις ταβέρνες να κοκκινίζει σαν έφηβος, κρύβει μέσα σε μακριές πλεξίδες το άρωμα του λιμανιού τη νύχτα και κάθε στιγμή εμπνέει στα χέρια κινήσεις που γέννησαν τους χορούς όλων των καιρών.
Μα αξίζει να τονιστεί πως το ντουέντε δεν επαναλαμβάνεται ποτέ, όπως τα σχήματα της θάλασσας δεν επαναλαμβάνονται ποτέ στη θύελλα…

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011




Ο άνθρωπος γεννιόταν και πέθαινε μέσα στο προφανές…
Ο άνθρωπος ανάσαινε στο στοιχειώδες…

Ο άνθρωπος τοπογραφούσε το Γνωστό…

Ο άνθρωπος άνθιζε μέσα στην μοναχική του παράσταση…

Είχε αναλωθεί στην αέναη αρχειοθέτηση
Αρχειοθετούσε τον εαυτό του
Συνεχώς
Συνεχώς
Συνεχώς
Και δεν προχωρούσε, δεν πήγαινε πουθενά
Στην πραγματικότητα
Είχε ακυρώσει κάθε βηματισμό
Είχε απαλλοτριώσει οτιδήποτε διακύβευε το έργο του
Στην πραγματικότητα
Τούτη η αέναη κυκλοτερική επανάληψη της ίδιας λειτουργίας
Τον αφομοίωνε
Τον απομυζούσε
Τον μαράζωνε

Τον κρατούσε ασφαλή…

Ο άνθρωπος ήταν αιχμάλωτος της μόνης φιλοδοξίας του
Να αποτρέψει το άγνωστο
Να αποκλείσει κάθε ξάφνιασμα
Να γίνει η τέλεια μηχανή…

Κι ήταν κοντά
Πολύ κοντά στο να το καταφέρει

Κι όταν τον χτύπησε ο ριπαίος αιφνιδιασμός
Όταν τον πλημμύρισε η θάλασσα του απείρου
Όταν έχασε τις συντεταγμένες του
Όταν οι αγκυρώσεις του στο Γνωστό
Άρχισαν να καταργούνται
Μία μία
Πανικοβλήθηκε

Κι ύστερα
Αισθάνθηκε για πρώτη φορά εντός του
Μια διαφορετική αίσθηση
Μια κίνηση
Μια ζωντανή διεργασία

Άλλαζε

Κι όταν ο αρχειοθέτης πάγωσε
Κι όταν ο δεσμοφύλακας σιώπησε
Κι όταν ο μηχανικός ακινητοποιήθηκε

Ακολούθησε τη ροή
Και άρχισε να βιώνει

Νοε2010

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011






Δάχτυλα

Μου γέρασες πνοή μου
  
σου χαμογελώ πικρά
με βλέπεις;
μέσα απ’ το θολό σου βλέμμα
αντέχεις ακόμα να με βλέπεις;
κορίτσι των κερασένιων χειλιών
μεθυσμένο μου δέντρο
έχεις για ρίζες
όλες σου τις ματαιώσεις…

ένας Μιθριδάτης πόνος
φιλοξενείται στο υπογάστριο της ψυχής μου
μου γέρασες αιώνα μου
καθώς σε νανούριζα γλυκά
εσύ αργοπέθαινες…

αλλά δεν το’ξερε κανείς μας

Μου γέρασες φωνή μου
  
σε περίμενα μόνος
κείνο το πρωινό του Αυγούστου
είχα στην αγκαλιά μου
όσο ήλιο είχα καταφέρει να μαζέψω
μικρά λουλούδια
δάκρυα καυτά
κι εκείνο το ακατανόητο βλέμμα
που έχουν οι ετοιμοθάνατοι…

Μέσα στην αρχαία αγκαλιά μου
γέρασες ηδονή μου
και στάζεις μέλι κι αίμα

σώμα το σώμα
φόβο το φόβο
βλέμμα το βλέμμα

διαπερνάς τα δάχτυλά μου…

αυγ2010


handfull of love...
Christopher Stanczyk

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011




OVERMINDER


Τι θα κάνεις φίλε;
Τι θα κάνεις με το Χρόνο;

Τι θα κάνεις φίλε;
Τι θα κάνεις με το όνειρο;

Τι θα κάνεις λοιπόν;
Τι θα κάνεις με το σκοτάδι;

Τι θα κάνεις, πες μου
Τι θα κάνεις με τη μουσική;

Τι θα κάνεις φίλε;
Τι θα κάνεις με το Χρόνο;



Έρποντας...

Β
ρίσκομαι μέσα στο συνοικιακό μαγαζάκι με τα ανδρικά ρούχα και περιμένω επί δύο λεπτά και τριάντα έξι δευτερόλεπτα κάποιον να με εξυπηρετήσει. Τελικά εμφανίζεται ένας νεαρός υπάλληλος γυμνός από τη μέση και πάνω, ξυπόλητος και φορώντας ένα δυσανάλογα μακρύ σορτς. Στο γυμνό του στήθος εμφανίζεται ξαφνικά με τεράστια κόκκινα γράμματα ένα παλλόμενο μήνυμα που με πληροφορεί: "ΕΙΜΑΙ ΤΥΠΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΕΙ ΓΡΗΓΟΡΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ". Το δεξί μπατζάκι του τεράστιου σορτς του είναι μωβ και το αριστερό λαχανί. Από την αριστερή του τσέπη ξεπροβάλλει με χάρη ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Τα πέλματά του είναι κατάμαυρα από την λίγδα και τα μαλλιά του είναι άναρχα και άπλυτα. Με πλησιάζει με έναν αλλόκοτο βηματισμό, σαν να καλπάζει στον αέρα και όταν φτάνει στο ένα μέτρο ανοίγει το στόμα του και μου λέει: "My name is Overminder, what's yours?". Ξαφνικά, ξεσπάει σε βροντερά χαχανητά που μου προκαλούν ρίγη και την στιγμή που εξαφανίζεται από μπροστά μου ακούγεται ένας τρομακτικός θόρυβος και αρχίζει το κτήριο να γκρεμίζεται ολόγυρά μου. Πέφτω κάτω και προστατεύω με τα χέρια μου το κεφάλι μου ενώ περνούν ακριβώς τριακόσια πενήντα δευτερόλεπτα πριν σηκώσω το βλέμμα μου ξανά και διαπιστώσω ότι βρίσκομαι πια σε ένα στενόμακρο και ημισκότεινο τούνελ. Ξεσκονίζοντας τους σοβάδες από το πουκάμισο και το κεφάλι μου, διακρίνω στο βάθος ένα γλυκό πορτοκαλί φως ενώ άξαφνα δεξιά μου εμφανίζεται ένας ροζ, τεράστιος αρουραίος, με το ένα του πόδι πιο κοντό από τα υπόλοιπα και έχοντας δεμένη στο κεφάλι του μια μικρή σημαιούλα της Αργεντινής. Με πλησιάζει και ανοίγοντας το απαίσιο στόμα του, μου λέει:
            "Θέλεις είκοσι χρόνια για να περάσεις στον Κόσμο των Αθέατων Νερουλών Ψυχών κι εσύ δεν βλέπεις παρά μονάχα πορτοκαλί φώτα!".
            Υστερα κάνει μεταβολή και με απίστευτη χάρη απομακρύνεται ενώ από το πουθενά ακούγεται ο σκοπός από ένα ταγκό και ο ροζ αρουραίος αρχίζει να λικνίζεται συντονίζοντας επιδέξια τα κουτσά του βήματα με τον υπέροχο ρυθμό. Διαπιστώνω ότι το ταγκό με έχει υπνωτίσει σχεδόν ενώ προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω όσα ήθελε να μου πει. Είμαι ακόμα μέσα στο κλειστοφοβικό αυτό περιβάλλον και αρχίζω να σέρνομαι προς το υπέροχο πορτοκαλί φως που όσο το πλησιάζω, γίνεται πιο έντονο, πάλλεται με απόκοσμη ομορφιά και έχω την απίστευτη βεβαιότητα ότι είναι ζωντανό! Με κάθε μου σούρσιμο αρχίζω να αντιλαμβάνομαι, όχι ακριβώς να ακούω, περισσότερο να αισθάνομαι κάποιες ψιλές φωνές που λες και βγαίνουν από μικρά ανθρωπάκια εγκατεστημένα μέσα μου που μιλούν μεταξύ τους και με κοροϊδεύουν. Σε λίγο οι φωνές γίνονται πιο έντονες και αρχίζω να "ακούω" πια ολοκληρωμένους κάποιους διαλόγους.
            "Είναι μικρός, είναι μικρός και θέλει να γίνει πορτοκαλί. Χε, χε!"
            "Είναι ανόητος και λερωμένος, είναι μικρός και γυμνωμένος. Ποτέ του δεν θα γίνει πορτοκαλί. Χο, χο!"
            "Ασ'τον, άσ'τον να πλησιάσει το Σπίτι και θα πονέσει από τις ρυτίδες του. Τρια-λα-ρι-λα-ρο!"
            Υστερα ξαφνικά αρχίζουν όλες μαζί οι φωνούλες να ουρλιάζουν:
            "ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΑΡΓΥΡΕ ΧΟΡΕΥΤΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΤΡΕΛΕ, ΥΠΕΡΦΥΑΛΕ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΧΕ, ΧΕ, ΧΙ, ΧΙ, ΧΑ
            ...ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΑΡΓΥΡΕ ΧΟΡΕΥΤΗ, ΠΕΣΕ, ΠΕΣΕ ΚΟΜΠΑΣΜΕΝΕ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ, ΠΕΣΕ ΣΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΧΕ, ΧΕ."...
           

Γελάς και είσαι φίλος μου
Γελάς και είσαι εχθρός μου

Στόματα έχει πολλά η μοναξιά σου
Στόματα έχει πολλά η θλίψη σου


Γέλασε φίλε
και διασκέδασε την ερημιά σου
Κλάψε φίλε
και σπάραξε την αποκοτιά σου

Στίγματα είναι πολλά στο κορμί σου
Στίγματα άφησαν πολλά οι στοχασμοί σου

Γέλασε φίλε
κι είμαι κοντά σου

Γέλασε φίλε
και γίνομαι η σκιά σου...


Ο Σανιδόψωμος...

Είμαι ακόμα μέσα στο στενόμακρο και μισοσκότεινο αυτό τούνελ αλλά τώρα οι φωνές έχουν σωπάσει και ενώ συνεχίζω να έρπω πλησιάζοντας με αισιοδοξία το Σειρηνόμορφο πορτοκαλί φως που συνεχίζει να πάλλεται αργά και ρυθμικά σαν τεράστια καρδιά, κάπου στ'αριστερά μου συντελείται ένα μικρό θαύμα. Η επιφάνεια του περίεργου αυτού "αγωγού" αρχίζει να αλλοιώνεται και να παίρνει συνεχώς μορφές, την μια μετά την άλλη. Εκατομμύρια πρόσωπα εναλλάσσονται σε απίστευτα γρήγορους ρυθμούς. Μόλις που προλαβαίνω να διακρίνω τον Φιντέλ Κάστρο, τον Αϊνστάιν και τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Ομως, ξαφνικά, ο "τοίχος" σταθεροποιείται στην μορφή του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, μόνο που αυτός ο Γκόρμπι είναι κατακόκκινος και έχει τρία σάπια δόντια καθώς ανοίγει το στόμα του και αρχίζει να βρίζει χυδαία στα ελληνικά. Προσπαθώ να κλείσω τ'αυτιά μου και στρέφω πάλι το κεφάλι μου εμπρός μόνο που δεν έχω υπολογίσει ότι τα χέρια και τα πόδια μου είναι δεμένα στο δάπεδο του τούνελ και δεν μπορώ να μετακινηθώ πια ούτε εκατοστό! Αμέσως μετά την συνειδητοποίηση της αιχμαλωσίας μου βγάζω μια τρομακτική κραυγή που υλοποιείται σε ένα τεράστιο χάμπουργκερ και καταβροχθίζεται με ευχαρίστηση από την πορτοκαλί οντότητα στο βάθος. Προσπαθώ να ξαναφωνάξω κι αυτή τη φορά η φωνή μου γίνεται ένα μικρό μπουτάκι από γαλοπούλα που έχει ακριβώς την ίδια κατάληξη. Είμαι σε απόγνωση και η ανημποριά μου αρχίζει να με εκνευρίζει αφάνταστα. Ξαφνικά, δεν ξέρω πως, μου'ρχεται στο νου η λέξη "ΣΑΝΙΔΟΨΩΜΟΣ" και αρχίζω να την ψελλίζω. Ω του θαύματος, ένα κοντόσωμο ανθρωπάκι, μάλλον ένας νάνος με μπλέ καπέλο, καρό πράσινο πουκάμισο και ροζ φουστίτσα, εμφανίζεται στο οπτικό που πεδίο. Είναι ένα πολύ περίεργο πλασματάκι και στα τεράστια μάτια του διακρίνω ευφυία αλλά και δυσφορία για την αναγκαστική του παρουσία εμπρός μου. Χωρίς να χάσει χρόνο, βγάζει από την μία του τσεπούλα μια μικρή καραμούζα, σαλπίζει ένα φάλτσο σκοπό και ύστερα αρχίζει να μου μιλάει με ψιλή φωνή:
            "Με λένε σανιδόψωμο κι ο Χρόνος μου είναι λίγος. Σκέψου τι θέλεις όμως μην το πεις και θα το έχεις στο λεπτό".
            Πριν καν προλάβω να αντιδράσω, τα χέρια και τα πόδια μου είναι ελεύθερα πάλι και μια θαυμάσια αίσθηση με πλημμυρίζει. Θέλω να ευχαριστήσω τον μικροσκοπικό μου λυτρωτή όμως δεν φαίνεται πουθενά. Και τότε συνεχίζω να έρπω προς το άκρο του ατέλειωτου τούνελ...


Τι συμβαίνει, πες μου
κι από δάκρυα έχεις χτίσει την κραυγή σου;

Σπάσε μπροστά μου
το πέτρινο όχυρό σου φίλε!

Σπάσε αν έχεις τα κότσια
το ξύλινο φρούριο της καρδιάς σου

Τι έχεις φίλε
και δεν χορεύεις πια;

Τι σου συμβαίνει
και δεν τραγουδάς πια;

Στάσου μπροστά μου
και φιλόξενη κάνε τη φρίκη!

Στάσου δίπλα μου
και αθέατη κάνε τη φρίκη!

Τι έχεις φίλε
και δεν κοιτάς πια τα λουλούδια;


Η καλύτερή μου φίλη...

Είμαι εσωτερικά και εξωτερικά πλημμυρισμένος απ'αυτή την απίστευτα όμορφη πορτοκαλί θάλασσα όμως τα συναισθήματά μου είναι άσχημα και γρήγορα συνειδητοποιώ το γιατί. Τούτο το φως δεν είναι φως παρά μια μάζα, μια οντότητα μοχθηρή και άθλια. Γρήγορα καταλαβαίνω πως πάλλεται γιατί με απομυζεί ενεργειακά και αισθάνομαι όλο και περισσότερο κουρασμένος. Με δυσκολία κινώ τα μέλη μου και ως και οι σκέψεις μου μοιάζουν με ενεργοβόρα πλάσματα που με εξαντλούν ολοένα και περισσότερο. Εχω αρχίσει να φοβάμαι όμως η ύλη αυτή μπαίνει μέσα απ'τους πόρους του σώματός μου και με κάνει αδρανή και ράθυμο κι έτσι αρχίζω σε λιγάκι να χαλαρώνω μέσα στην απέραντη αυτή θάλασσα πορτοκαλί θανάτου. Κι ύστερα ακούω πάλι κάποιες φωνές, ψιλές και παιδικές, μόνο που δεν έρχονται με δύναμη ως τ'αυτιά μου, με δυσκολία σχηματίζονται οι συλλαβές και εξαντλούμαι ακόμα περισσότερο να τις ακούω.
            "Σκέψου λιγάκι, μην κρυφτείς, φίλε, σκέψου..."
            "Εχεις οπλές, έχεις δόντια αιχμηρά, έχεις μάτια που βλέπουν στην νύχτα, σκέψου φίλε, μην κρυφτείς, σκέψου..."
            "Σκέψου κάτι που θα σπάσει τη σιωπή, σκέψου φίλε, κάτι έξω απ'το χρόνο, σκέψου φίλε, κάτι έξω απ'το τώρα, σκέψου, μην κρυφτείς..."
            Και με το τελευταίο ίσως μόριο ενέργειας που μου είχε απομείνει, σκέφτηκα το πρόσωπο της καλύτερής μου φίλης...


Τι όμορφα που θα ήταν
να είχες γεννηθεί αιώνες πριν

Τι όμορφα που θα ήταν
να ήσουν αγέννητος και φωτεινός

Αλλά δεν είσαι μοιρασμένος
είσαι απλά πολύ κουρασμένος

Κι όμως δεν είσαι διαμελισμένος
είσαι απλά θυμωμένος


Τι όμορφα που θα ήταν
να σε είχαν ξαναβαφτίσει στη φωτιά

Τι όμορφα που θα ήταν
να σε είχαν μεγαλώσει κάποιες νυχτωδίες

Κι όμως δεν είσαι σκοτωμένος
είσαι απλά ποτισμένος θάνατο...


Εξω απ'το τούνελ...

Είμαι σε μια πολύ όμορφη παραλία. Δεξιά μου όσο μπορεί να απλωθεί η ματιά μου η θάλασσα κι αριστερά μου άμμος. Είναι η πιο όμορφη αμμουδιά που έχω δει στη ζωή μου. Θαυμάζω για λίγα δευτερόλεπτα το τοπίο και απολαμβάνω την αίσθηση της ευρυχωρίας. Αμυδρές εικόνες από ένα σκοτεινό τούνελ προσπαθούν να αναδυθούν στο νου μου, όμως τις απωθώ με εκπληκτική ταχύτητα που με κάνει υπερήφανο. Ξαφνικά, ένα περίεργο φαινόμενο διακόπτει την συγχαρητήριο τελετή στον εαυτό μου. Κάτι διακρίνω στην θάλασσα, κάτι να την φωτίζει εσωτερικά, κάτι πορτοκαλί και δυνατό που πάλλεται μέσα της λες κι είναι η καρδιά της που ανεβαίνει στην επιφάνεια. Σε λίγο όμως το φαινόμενο παίρνει τέλος καθώς από το βάθος της απέραντης παραλίας, με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάτι έρχεται προς το μέρος μου. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω, διαπιστώνω όμως ότι είμαι γυμνός, δεν έχω πια τίποτε απ'τα ρούχα μου και αυτή η αίσθηση με τρομοκρατεί. Το πράγμα που τρέχει σαν τρελό καταφτάνει και σε ένα μικροδευτερόλεπτο διαπιστώνω ότι πρόκειται για έναν χοντρό κουλουρά με καλοκάγαθο ύφος ο οποίος αφού φρενάρει πάνω στην άμμο ακινητοποιείται ακριβώς στα 17 μέτρα και 32 εκατοστά από μένα. Τώρα μπορώ να τον δω πολύ καθαρά. Εχει ύψος 1,65, φοράει ένα τριμμένο μπλέ πουκάμισο και ένα πανάθλιο τζην παντελόνι που στο αριστερό του πατζάκι έχει μια στάμπα της Μαντόνα με υπερδιογκωμένα και γυμνά στήθη. Στα πόδια του φοράει αθλητικά παπούτσια και ενώ προσπαθώ να καταλάβω αν είναι της NIKE ή της ADIDAS εκείνος αρχίζει περπατώντας να έρχεται προς το μέρος μου...


Πως μπορείς να χωρέσεις
όλη την ακεραιότητα μέσα σ'ένα βλέμμα;

Πες μου, πως μπορείς
να απλωθείς όσο το σεντόνι του Σύμπαντος;

Πως μπορείς να αντέξεις
να μην σκέφτεσαι για αιωνιότητες;

Πες μου φίλε
πως μπορείς όλη την αγνότητα
να κλείσεις σ'ένα μονάχα βλέμμα;




Το πανέρι με τις τσαλακωμένες ελπίδες...

Με πλησιάζει ο ευτραφής κουλουράς κρατώντας με ζηλευτή επιδεξιότητα και χάρη ένα τεράστιο πανέρι κουλούρια στο αριστερό του χέρι ενώ στο δεξί του μπράτσο διακρίνω ένα τατουάζ. Μια γαλάζια καρδιά τρυπημένη με ένα βέλος και μέσα της να γράφει: "ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΤΡΑΥΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ". Αφού έρχεται δίπλα μου, ακουμπάει το πανέρι του κάτω κι ύστερα, αφού ζωγραφίζει στο πρόσωπό του για δύο δευτερόλεπτα το ομορφότερο χαμόγελο που έχει, αρχίζει να μου μιλάει:
            "Τα μεσημέρια είμαι χαρούμενος, τα απογεύματα είμαι θλιμμένος και τα πρωϊνά σκοτώνω τον ήλιο. Θα σου δώσω ένα κουλούρι φτιαγμένο από τσαλακωμένες ελπίδες. Οταν το φας θα ξέρεις τι θα σου συμβεί στο χτες..."
            Και παίρνει ένα μικρό, μαύρο κουλούρι απ'τον πάτο του πανεριού του και μου το δίνει. Είμαι πεινασμένος, αλλά δεν ξέρω γιατί. Παίρνω στο χέρι μου το περίεργο αυτό κουλούρι μα μόλις κάνω να το βάλω στο στόμα μου το κουλούρι διαλύεται και μεταμορφώνεται σε μια αχνοκίτρινη κάπα που αρχίζει να λικνίζεται ρυθμικά μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει η κάπα μεγαλώνει, απλώνεται μέσα στο χώρο και αλλάζει εκατομμύρια χρώματα με μια ομορφιά που μ’έχει αφήσει εκστατικό. Υστερα από ελάχιστο χρόνο, τούτη η κάπα έχει γίνει ολόκληρο το στερέωμα, όπου κι αν κοιτάξω, όπου κι αν γυρίσω το βλέμμα μου, όλος ο κόσμος έχει καταληφθεί από αυτή τη μπέρτα που χορεύει και τότε είναι που την ακούω για πρώτη φορά να μου μιλάει με μια φωνή που μου είναι πολύ γνώριμη:
            "Τι όμορφος που είσαι γυμνός. Η άμμος είναι γυμνή γιατί κάνει μαζί της έρωτα η θάλασσα. Η θάλασσα είναι γυμνή γιατί κάνει μαζί της έρωτα ο ήλιος. Ο ήλιος είναι γυμνός γιατί κάνει μαζί του έρωτα η Νύχτα. Η Νύχτα είναι γυμνή γιατί κάνω μαζί της έρωτα Εγώ!".
            Δεν περνούν έξι νανοδευτερόλεπτα και βρίσκομαι ξαπλωμένος και ακινητοποιημένος στην αμμουδιά έχοντας απωλέσει σχεδόν τις ταλαιπωρημένες αισθήσεις μου. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν τις χάσω εντελώς, είναι το περίεργο κουλούρι να βρίσκεται ανάμεσα στα δόντια μου..


Πως μπορείς αλήθεια
να ξεγυμνώσεις την ομορφιά σε μια σου λέξη;

Πες μου, πως γίνεται
να μην λερώνεις τα όνειρά σου με ενοχές;

Πως το μπορείς φίλε
να μην πεθαίνεις όταν είσαι ολοφώτιστος;

Πως το μπορείς αλήθεια
να αποκαλύπτεις την ομορφιά με μια σου λέξη;



Τώρα ο Χρόνος κοιμήθηκε…

Βρίσκομαι σε ένα άθλιο πορνοσινεμά, κάθομαι στην τρίτη σειρά, στο 13ο κάθισμα και αριστερά μου ένα ζευγαράκι επιδίδεται σε παθιασμένους εναγκαλισμούς και σαρκικές περιπτύξεις. Η ταινία είναι μια εμετική παραγωγή περασμένων δεκαετιών αλλά το κοινό αναστενάζει ξεδιάντροπα σε κάθε καρέ και ακούω από παντού ζωώδη βογκητά και βαριές ανάσες. Ξαφνικά, μια δεσμίδα φακού τρώει το σκοτάδι και με πλησιάζει απειλητικά. Η δεσμίδα σαρώνει αριστερά μου το χώρο και σταματάει πάνω στο ζευγαράκι με τις ακόλαστες περιπτύξεις. Διαπιστώνω ότι τον φακό κρατάει στο δεξί της χέρι μια χοντρή, πανύψηλη γυναίκα που φοράει ένα λευκό νυφικό που σε κάποια σημεία έχει κόκκινες και ροζ βούλες και αρχίζω να αναρωτιέμαι αν πρόκειται για ξεραμένο αίμα. Η γυναίκα εξαγριώνεται, όχι με μένα, ευτυχώς, αλλά με το παθιασμένο ζευγαράκι στ'αριστερά μου. Μόλις η φωτεινή δέσμη αποκαλύπτει τις δραστηριότητες των δύο νέων παιδιών, βγάζει από το τεράστιο στόμα της μια απόκοσμη και τρομακτική κραυγή λες και εκατό λύκαινες επικαλούνται τον πιο σκοτεινό δαίμονα της κόλασης κι ύστερα εμπρός στα έκπληκτα μάτια μου, το στόμα της ανοίγει διάπλατα, γίνεται μια τεράστια και αηδιαστική σπηλιά και τους κατασπαράζει! Διακρίνω τα πόδια της άτυχης κοπέλας να διασταυρώνονται μ'αυτά του εραστή της και οι δυο εξαφανίζονται μονομιάς στον υπερμεγέθη οισοφάγο της ταξιθέτριας που σε ένα λεπτό ρεύεται με ευχαρίστηση! Εχω τρομοκρατηθεί, αδυνατώ να παρακολουθήσω άλλο την οθόνη αλλά σε λίγο διαπιστώνω πως η ταινία έχει μεταβληθεί από πορνό σε ένα ντοκυμανταίρ για τις διατροφικές συνήθειες των δεινόσαυρων. Και τότε η αποτρόπαιη κανίβαλος, αρχίζει να πανηγυρίζει έξαλλα και να ξεφωνίζει ενθουσιαστικά:
            "Ναι, αυτό είναι το πιο χυδαίο, αποκάλυψε την αθλιότητά τους, δείξε την ομορφιά τους, αυτό είναι το χυδαίο μαστρωποί και ηλίθιοι πόρνοι, δεν ξέρετε που είναι η ηδονή, δείξε το φυλακισμένο ερπετό να ξεγυμνώνει τα ούλα του, δείξε το σαυρόμορφο εραστή να τρίβει το καυλί του, δείξε, αποκάλυψε, ξεγύμνωσε...".
            Δεν μπορώ να βλέπω πλέον το ανόητο θέαμα που μου προκαλεί πλήξη και σηκώνομαι να φύγω από το σινεμά. Πριν τολμήσω να το επιχειρήσω καν, ένα γουρουνόμορφο χέρι με ακινητοποιεί στην θέση μου και η χοντρή γυναίκα με μια εκπληκτική για τον όγκο της ταχύτητα και χάρη έρχεται εμπρός μου, περνάει τα πόδια της δεξιά κι αριστερά από τα δικά μου και καρφώνει το σκοτεινό βλέμμα της πάνω μου με αληθινή μοχθηρία που δυσκολεύομαι να αποκωδικοποιήσω. Το νυφικό της με τις κόκκινες και ροζ βούλες σαν να ανεμίζει πάνω στο θεόρατο σώμα της, ύστερα σκίζεται στα δύο και αποκαλύπτονται γυμνά τα σκέλια της. Περνούν ακριβώς 31 δευτερόλεπτα και μετά ανοίγει τα πρησμένα μπούτια της, βγάζει μια μικρή κραυγή και παρακολουθώ έκπληκτος να διογκώνεται το αηδιαστικό της αιδοίο και από τη μήτρα της να ξεπροβάλλει ένα μικρό μήλο! Μια όμορφη μυρωδιά άνοιξης και δροσιάς πλημμυρίζει τον χώρο και η αρχική μου δυσφορία ανατρέπεται και αισθάνομαι χαρούμενος με το θέαμα που αντικρίζω. Το "παιδί" της πέφτει στο πάτωμα και αμέσως πηδάει και πάλι και σκαρφαλώνει στις δίπλες του λίπους της μητέρας του. Εκείνη το χαΪδεύει τρυφερά και ύστερα με ένα σάπιο και ιδρωμένο χαμόγελο μου λέει:
            "Αυτό είναι το πιο όμορφο μήλο του κόσμου. Μην το δαγκώσεις, κοίταξέ το. Μην το πληγώσεις, άγγιξέ το. Μην το σκοτώσεις, αγάπησέ το...". Κι ύστερα ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά της και το μήλο χώνεται μέσα της και σαν βρέφος που νιώθει ασφάλεια στην αγκαλιά της μητέρας του, έτσι κι αυτό, συρρικνώνεται και αποκοιμιέται με ευχαρίστηση. Υστερα η χοντρή γυναίκα, μου χαμογελάει πονηρά και μου λέει:
            "Τώρα μπορείς αν θέλεις να το αγγίξεις. Τώρα ο χρόνος κοιμήθηκε, τώρα ο Παππούς είναι αδρανής, τώρα μπορείς να το αντέξεις".
            Και βάζω απαλά τα δάχτυλά μου και το αγγίζω. Ηταν μια αίσθηση υπέροχη, λες κι έκανα  βουτιά στην θάλασσα της αιώνιας νεότητας, ολόκληρος γέμισα δύναμη και ευφορία, ήταν μια ακέραιη ηδονή εκείνο το συναίσθημα...


Ξέρεις, υπάρχουν οι νεροφωτιές
 τις είχες κάποτε ονειρευτεί
είναι αυτές που ξέρουν του Θεού τις προσευχές
τις είχες κάποτε στα όνειρά σου αγγίξει...


Ξέρεις, υπάρχουν οι οδηγοί του ανέμου
 φίλοι σου ήταν κάποτε
είναι του Θεού οι ανάσες οι γλυκές
τους ξέρεις, κάποτε έπαιζες μαζί τους...

Ξέρεις, υπάρχουν οι φύλακες του τραγουδιού
κάποτε τους είχες συναντήσει
είναι του Θεού οι περισπασμοί
τους ξέρεις, κάποτε δεν τους φοβόσουν...

Ξέρεις, υπάρχουν οι χρονοφωλιές
 κάποτε εκεί κρυβόσουν
είναι του ανθρώπου οι διαφυγές
τις ξέρεις
μα τις έχεις πια ξεχάσει...


Συνάντηση με το Μάγο Σατράπη…

Είμαι καθισμένος στην παραλία που είχα συναντήσει τον κουλουρά, πάνω σε ένα μικρό βράχο και θυμάμαι κάποιες αχνές εικόνες, θολές και γεμίζω περίεργα συναισθήματα. Αποφεύγω να κοιτάξω προς την θάλασσα γιατί ξέρω πως θα αντικρίσω το πορτοκαλί παλλόμενο φως κάτω απ'την επιφάνειά της και δεν το θέλω. Είναι μεσημέρι, ένα μοναχικό και ζεστό μεσημέρι και αισθάνομαι καταθλιπτικός και αποδυναμωμένος. Το μυαλό μου μοιάζει με ένα βούρκο, μια λίμνη με στάσιμα νερά, τα μέλη μου είναι βαριά και ράθυμα. Δεν ξέρω πόση ώρα είμαι σ'αυτό το βράχο καθισμένος, όμως ο ήλιος δεν περπατάει καθόλου, είναι καρφωμένος στη θέση του, μου στέλνει τις πιο ζεστές του ακτίνες και με συντροφεύει. Υστερα, έχω πάλι αίσθηση του χρόνου. Περνούν 139 λεπτά και ακούω μια ψιλή φωνούλα να απευθύνεται σε μένα. Στην αρχή είμαι βέβαιος πως πρόκειται για παρηχητικά και ψευδοαισθητικά φαινόμενα και δεν δίνω σημασία. Ομως σε λίγο τούτη η φωνούλα αρχίζει να απαγγέλλει στίχους από τον "Μάγο Σατράπη" ένα απαγορευμένο ποίημα που ο Παππούς είχε κάποτε γράψει και οι επόμενες γενεές καταδίκασαν και εσβησαν με σπουδή από το ασυνείδητο της ανθρωπότητας.


"...Αυτός που σε αλλοιώνει
είναι ο Μάγος Σατράπης
είναι ο μαύρος νάνος
είναι ο λυσσασμένος άνεμος
Χε, χε, αυτός που σε αλλοιώνει
- τώρα στο λέω αιχμάλωτε φίλε -
είναι ο απρόσμενος πρίγκιπας του πόνου!

Μην κάνεις τον ανήξερο
αργυρέ ταξιδιώτη
έρχεται και για σένα παίζει την σάρκινη λύρα του
Μην κάνεις τον ανήξερο
σε γνωρίζει και για σένα σαλπίζει
κάθε πρωϊνό την τρέλα στα όνειρά σου.
Γύρνα ασημένιε ταξιδιώτη
γύρνα στην μοναχική σου ρότα
γύρνα γιατί Αυτός που Ονομα δεν έχει
για σένα Ανίερα σχέδια έχει..."

Τι αλλόκοτοι στίχοι, σκέφτομαι και πόσο γλυκιά και μελωδική η απαγγελία. Εχω κλείσει τα μάτια μου και την απολαμβάνω, όμως αναγκάζομαι να τα ανοίξω πριν ακούσω την συνέχεια. Ενας οξύς πόνος διακόπτει την μεσημβρινή απόλαυση. Ο Μάγος Σατράπης, ναι, ο ίδιος, ενσαρκωμένος στέκεται μπροστά μου!
            Το θέαμα είναι πέρα από τις πενιχρές μου ικανότητες για να το αποτυπώσω, να το κλείσω σε λόγια και στίχους, να το ψελλίσω καν σε κάποια εξομολόγησή μου. Το ίδιο το Σκοτεινό Περίσσευμα, ο Δυσθεώρητος Φόβος, ο Χιλιονόματος, ο Χωρίς Ονομα, ο Μαύρος Απέραντος, ο Νυχτογέννητος, ο Απεριόριστος Υπερ-Νους, ο Γεμάτος Φρίκη, ο Μυριόμορφος, ο Δεσμοφύλακας των Σκοταδιών, ο Μάγος Σατράπης, ναι, Αυτός, μπροστά στην ταπεινότητά μου. Αόρατος και ορατός, πανίσχυρος και γλυκύς, δημιουργημένος και φανταστικός, υλικός και άυλος, όλος και τίποτα, ακέραιος και τεμαχισμένος, δίπλα μου, μπροστά μου, μέσα μου! Μέσα στο κουρασμένο μυαλό μου, χίλιες μαύρες αφρισμένες θάλασσες, χίλιοι θυμωμένοι κεραυνοί, χίλιες καταραμένες μουσικές, μέσα στο τσακισμένο μυαλό μου, εκατομμύρια στοχασμοί, εκατομμύρια τραγούδια και εκατομμύρια απελπισίες. Μέσα στο λυγισμένο μυαλό μου, αμέτρητα σύμπαντα από ελπίδες, πόθους και διαψεύσεις. Η έκρηξη, το αδιέξοδο τόσο κοντά μου. Η λύτρωση, ο θάνατος, η απόρριψη, μ'αγκαλιάζουν στοργικά...


Τι έχεις ξεχάσει;
Μια στραπατσαρισμένη υπόσχεση
Οχι, δεν έπρεπε να την ξεχάσεις!

Τι έχεις αγνοήσει;
Μια καλοκρυμμένη ανισορροπία.
Και δεν έπρεπε να την αγνοήσεις.

Τι έχεις προδώσει;
Μια δανεισμένη φιλοδοξία.
Πως μπόρεσες να την προδώσεις;

Κάνε κάτι επαναστατικό
και μίλησε με ό,τι έχεις προδώσει.

Κάνε κάτι αποκρουστικό
και φανέρωσε ό,τι έχεις κρύψει.

Κάνε κάτι γενναίο
και βρες κάποια άλλη δόνηση να σε περιέχει...




Τα δώρα του Μελανοπρόσωπου Χορευτή...

Το μόνο που θυμάμαι είναι πως ήρθαν κάποιες φιγούρες που φορούσαν λαχανί φόρμες που έγραφαν "Συνεργείο Νοητικών Μεταθέσεων" για να με οδηγήσουν σε "μέρη που πρέπει να υποστώ την οδύνη" και άρχισα να ταξιδεύω με απίστευτη ταχύτητα μόνο που κάποια φωνή με πληροφόρησε πως ήταν "ταχύτητα χωρίς μνήμη" και γρήγορα κατάλαβα τι σήμαινε αυτό.
Η αρχή έγινε με το Σπίτι της Φαφούτας Σιωπής. Υστερα με οδήγησαν στα Απομεινάρια του Παλαβού Ασπρομάλλη και στο τέλος με έφεραν μπροστά στην ταπεινή σκήτη του Μελανοπρόσωπου Χορευτή για να με υποβάλει στη δοκιμασία της "Αποδέσμευσης". Ο χορευτής ήταν ένα μικρό παιδί με μελαμψό δέρμα και μακριά χέρια και πόδια που ισορροπούσε, χόρευε και στροβιλιζόταν θαυμαστά πάνω σε μια διαφανή σφαίρα με γαλακτερό χρώμα.  Τα νύχια των χεριών του ήταν βαμμένα πράσινα και των ποδιών του ροζ. Ηταν ολόγυμνος και στην θέση του ανδρικού μορίου υπήρχε ένα μικροσκοπικό κοριτσίστικο αιδοίο. Τον πλησίασα στα δυόμισι μέτρα ώσπου ακινητοποιήθηκα. Το παιδί σταμάτησε να στροβιλίζεται, με κοίταξε για μια στιγμή και μετά άκουσα τη φωνή του μέσα μου.
            "Στο Σπίτι της Φαφούτας Σιωπής γεννήθηκα. Τι όμορφα που έζησα για εφτακόσιες αιωνιότητες εκεί! Οι αδερφές μου με μεγάλωσαν, η Ισορροπία, η Δύναμη και η Εντροπία. Εσύ δεν τις γνώρισες ακόμα, δυστυχώς. Τι κρίμα να μην γνωρίσεις τις αδελφές μου!".
            Η φωνή του ακουγόταν μελαγχολική και έσβηνε σιγά σιγά. Υστερα άρχισε να στροβιλίζεται πάλι για 25 δευτερόλεπτα και μετά σταμάτησε και μου μίλησε πάλι.
            "Στα Απομεινάρια του Παλαβού Ασπρομάλλη έμαθα να διαβάζω τους κεραυνούς και να χρωματίζω τους ανέμους. Εσύ δεν μπόρεσες να τον δεις. Ο Παλαβός Ασπρομάλλης δεν είναι ορατός παρά μονάχα στους πορτοκαλί. Χι, χι, τι όμορφο να είσαι πορτοκαλί!"
            Υστερα, αρχισε γύρω μου να πάλλεται ένα έντονο πορτοκαλί φως που αποκτούσε δύναμη, ρυθμό και μουσική και έμπαινε μέσα μου και αναστάτωνε τα κύτταρά μου. Αρχισα να λυγίζουν τα γόνατά μου λες και κάποιος με είχε φορτώσει με ένα τεράστιο βάρος που δεν μπορούσα να αντέξω. Το μυαλό μου διαλυόταν. Ημουν έτοιμος να συντριφτώ, να καταρρεύσω. Ξαφνικά, δεν κατάλαβα πως, σταμάτησε. Η φωνή του Μελανοπρόσωπου Χορευτή ακούστηκε πάλι.
            "Είσαι αδύναμος και σπαστικός. Είσαι αργυρός αλλά φτωχούλης ακόμα. Δεν μπόρεσες να δεις τον Μάγο Σατράπη, δεν μπόρεσες να δεις τον Ασπρομάλλη, δεν μπορείς να καταπιείς το πορτοκαλί. Τι κρίμα. Είχα για σένα δώρα στοχασμών και δώρα στεναγμών. Διάλεξε ποια δώρα θέλεις να σου δώσω για να φιλοξενήσεις την Αποδέσμευση".
            Σκέφτηκα χωρίς να το θέλω τα πρώτα και μετά άκουσα να μου διαβάζει μια ερώτηση.
            "Το πρώτο μου δώρο είναι: Πως ακινητείς όταν όλα κινούνται;"
            Το μυαλό μου κουρασμένο δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί την ερώτηση. Μου ήρθε μονάχα σαν αστραπή η λέξη "απρόσωπος" και άκουσα ένα γέλιο να με επιβραβεύει και ένα χειροκρότημα από παιδικές παλάμες.
            "Μπράβο επισκέπτη του βαρελιού. Οταν αφαιρείς από κάτι το πρόσωπο τότε αυτό ακινητεί. Τώρα σου δίνω το δεύτερό μου δώρο: Πως μπορείς να κάνεις τις σκιές να γεννούν;"
            Δεν μπορούσα να αντιληφθώ την σημασία της ερώτησης. Μου ήρθε όμως πάλι στο νου μια περίεργη έκφραση: Χωρίς αρχή... επιτάχυνση. Νέες κραυγές ενθουσιασμού.
            "Αργυρέ μου στοχαστή με αιφνιδιάζεις. Ναι, αλήθεια είναι, το έχουμε διδαχτεί από τις φασκιές του Χρόνου, πρέπει να κυνηγήσεις τις σκιές ως να τις ξελιγώσεις για να τις αναγκάσεις να γεννήσουν. Και τώρα, το τρίτο και πιο πολύτιμο δώρο μου: Πως μπορείς να πεθαίνεις χωρίς να σβήνεις τα ίχνη σου στην άμμο του σύμπαντος;"
            Ημουν μπερδεμένος και απελπισμένος. Ενιωθα ηλίθιος και εντελώς κενός. Δεν μου ήρθε τίποτα στο μυαλό και σε λίγο ο Χορευτής κατέβηκε θυμωμένος από την γαλακτόμορφη σφαίρα του, με πλησίασε με γρήγορα και θηλυπρεπή βήματα και με χαστούκισε δυνατά στο αριστερό μάγουλο.
            "Ο ήχος! Ο ήχος δεν σβήνει τ'αχνάρια σου απ'το σύμπαν. Ο ήχος!! Σε στέλνω πίσω στην κοιμισμένη σου ανυπαρξία, να σκέφτεσαι, να γράφεις, να αναρωτιέσαι. Πίσω λοιπόν στην κάμαρα του θυμού σου, ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΤΟ ΣΟΥ, ΠΙΣΩ ΕΙΠΑ, ΠΙΣΩ!"...


Χρωστάς κάτι στον εαυτό σου
γι'αυτό δεν μπορείς να κοιμηθείς
Βρες τι ειν'αυτό που σε έκανε απρόσωπο
Βρες τι ειν'αυτό που σε έκανε να γελάς υστερικά
Κάτι χρωστάς σου λέω
Βρέσ'το και ανάγκασέ με να σου τραγουδήσω

Χρωστάς κάτι στην τροφό σου
γιατί'χε τα μαστάρια της τεράστια για σένα
και κακοποίησες το όνειρό σου
Κάτι χρωστάς, το ξέρεις
βρέσ'το και άγγιξέ με στον εφιαλτόκοσμο

Χρωστάς κάτι στον συλλογισμό σου
έχεις την ματαιοδοξία να τον περιφρονείς
κι αυτό μπορεί να βγει και σε κακό σου
Κάτι χρωστάς λοιπόν
στον φλύαρο στοχασμό σου

Βρέσ'το και κλείσε με στη χοάνη του Τώρα...


Τι θα κάνεις φίλε;

Τι όμορφη εικόνα! Τέσσερα μικρά δελφίνια κρατούν έξω από το νερό, στηριγμένη στα ρύγχη τους μια ολόχρυση ασπίδα που πάνω της είναι ανάγλυφα χαραγμένα σχέδια που παριστούν τα τέσσερα στάδια της παράνοιας του ανθρώπου: Η μοναξιά, ο έρωτας, η γνώση και ο θάνατος. Πάνω στην ασπίδα, όρθια, περήφανη και δυνατή, η Νύχτα, φορώντας μια ασημένια και μαύρη μπέρτα και στα πόδια της ένας νεογέννητος θηλυκός λύκος και δίπλα του μια κατάλευκη κουκουβάγια. Η Νύχτα λύνει την μπέρτα από το σοκολατένιο κορμί της και μένει ολόγυμνη και πανέμορφη. Τα δελφίνια κράζουν χαρούμενα, το μωρό λύκος τρίβεται στις γάμπες της και η κουκουβάγια ανοίγει με αυταρέσκεια τα φτέρουγά της.
            Η εικόνα χάνεται και βρίσκομαι μέσα στο συνοικιακό μαγαζάκι με τα ανδρικά ρούχα που αυτοαποκαλείται με έπαρση "μπουτίκ" και περιμένω επί δύο λεπτά και τριάντα έξι δευτερόλεπτα κάποιον να με εξυπηρετήσει. Τελικά εμφανίζεται ένας νεαρός υπάλληλος γυμνός από τη μέση και πάνω, ξυπόλητος και φορώντας ένα δυσανάλογα μακρύ σορτς. Στο γυμνό του στήθος εμφανίζεται ξαφνικά με τεράστια κόκκινα γράμματα ένα παλλόμενο μήνυμα που με πληροφορεί: "ΕΙΜΑΙ ΤΥΠΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΕΙ ΓΡΗΓΟΡΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ". Το δεξί μπατζάκι του τεράστιου σορτς του είναι μωβ και το αριστερό λαχανί. Από την αριστερή του τσέπη ξεπροβάλλει με χάρη ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Τα πέλματά του είναι κατάμαυρα από την λίγδα και τα μαλλιά του είναι άναρχα και άπλυτα. Με πλησιάζει με έναν αλλόκοτο βηματισμό, σαν να καλπάζει στον αέρα και όταν φτάνει στο ένα μέτρο ανοίγει το στόμα του και μου λέει: "My name is Overminder, what's yours?"....


 Τι θα κάνεις φίλε;
Τι θα κάνεις με το χρόνο;

Εχω σπουδαία νέα για σένα φίλε
δεν είσαι αθάνατος
δεν είσαι αιώνιος
πνεύμα δεν είσαι
σου είπα
σου έφερα θαυμάσια νέα...

Τι θα κάνεις τώρα;
Τι θα κάνεις με την κούρασή σου;

Εχω αλήθεια κάποια νέα να σου πω
δεν είσαι τα πάντα
ούτε το τίποτα
μην ψάχνεις άδικα
μην σπαταλιέσαι
στο είπα
σου έφερα τα πιο όμορφα νέα...

Τι θα κάνεις όμως
τι θα κάνεις με τον εαυτό σου;

Νιώσε με φίλε
δεν θέλω να σε απογοητεύω
δεν υπάρχει τίποτε για σένα
δεν κληρονόμησες
παρά μονάχα ένα σκοτάδι
στο είπα
έρχομαι με το φραγγέλιο της αλήθειας...

Τι θα κάνεις πες μου
τι θα κάνεις με την φυλακή σου;

Που είναι οι παιάνες;
που είναι οι χρονομάχοι;
που είναι οι κατακτητές Αλέξανδροι;
που πήγαν όλοι οι ληστεμένοι γόητες;
Δεν είσαι από αθάνατη μήτρα
γεννημένος φίλε
συγχώρεσέ με
που είσαι απλά ό,τι μπορείς να αντέξεις
τούτο έχω για σένα...

Πες μου αλήθεια
τι θα κάνεις;
τι θα κάνεις με τη γνώση;

* * *
Καλοκαίρι 1997