Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010


Ο Μαύρος Ηλιος Της Υπαρξης


- επιλεγμeνα -

Με τα φθαρτά, σάρκινα μάτια μας, δεν μπορούμε να τα δούμε όλα…
Με τα μάτια της ύπαρξης μπορούμε να δούμε τα πάντα.
Μονάχα που θα πρέπει να τα φωτίζει ένας άλλος ήλιος, όχι ο γνωστός μας κόκκινος –ή λευκός κατά την μυητική έννοια- αλλά ο μαύρος ήλιος της ύπαρξης.
Δεν τον ξέρουμε, είναι αθέατος σε μας όπως είναι για τα τυφλά κουτάβια όλα γύρω τους.
Κάποιοι όμως, οι όλβιοι ανάμεσά μας, γνωρίζουν καλά το φως του μαύρου ήλιου.
Και γι’αυτούς είναι αφόρητο να ζουν στη δική μας ‘βιόσφαιρα’.
. . .
Ο Οδυσσέας ακολουθεί μια πορεία από την ανατολή προς τη δύση.
Ο γνωστός, ‘εξωτερικός’ Οδυσσέας.
Ξεκινά από την αβεβαιότητα του χθες για να καταλήξει στην αβεβαιότητα του αύριο.
Μοναδική του ‘σανίδα’ το σήμερα, ο αγώνας του, η αγωνία του, η διαρκώς εν εκκρεμότητι ζωή του.
Η ζωή του Οδυσσέα δεν ορίζεται, δεν αναφέρεται σε τίποτε άλλο παρά σε ένα απέραντο Τώρα, σε ένα ωκεάνιο σήμερα που συνθλίβεται στις Συμπληγάδες Πέτρες του ενδόξου πολεμικού χθες και του γεμάτου ειρηνικά έργα αύριο.
Αλλά ο Οδυσσέας δεν φθάνει ποτέ στην Ιθάκη!
Ο πραγματικός ήρωας είναι ‘νεκρός’, έχει ‘πεθάνει’ πριν ξεκινήσει από την μακρινή Τροία.
Ο «εσωτερικός» Οδυσσέας δεν ακολούθησε ποτέ τον ήλιο των ανθρώπων αλλά τον ήλιο των μυημένων, τον ήλιο των ‘νεκρών’.
Ο Οδυσσέας απελευθερώνεται όταν συνειδητοποιεί ότι είναι κιόλας νεκρός, είναι μυημένος, είναι ένθεος και ισόθεος, άρα δεν ανήκει πια στον ανθρώπινο, ιστορικό χρόνο, είναι συνεπώς για όλους και όλα νεκρός.
Μονάχα οι Ήρωες και οι Ημίθεοι τον αναγνωρίζουν και τον υποδέχονται ομοτράπεζό τους. Όχι οι θεοί, γιατί αυτοί είναι δονήσεις διαφορετικής κλίμακας και συχνότητας. Ο Ημίθεοι και οι Ήρωες δονούνται διαφορετικά, επικοινωνούν διαφορετικά και αποτελούν ξεχωριστή Ιεραρχία Μυημένων.
Έχουν γραφεί όλα για τον βασιλιά της Ιθάκης, το ‘νόστιμον ήμαρ’, την άρνησή του να γίνει αθάνατος, την ηρωική του πορεία επιστροφής στην αγαπημένη του γυναίκα, την λατρεμένη του πατρίδα.
Ένας Οδυσσέας, παρ’όλα αυτά, συμβατικός, τοποθετημένος από την δεξιοτεχνία του Ομήρου ανάμεσα στους ανθρώπους και στους θεούς, άλλοτε παίγνιο των διαθέσεων των Ολυμπίων και άλλοτε θαυμαστός και ευφυής άνθρωπος, πολεμιστής και ηττημένος… νικητής. Πεισματάρης, αυθάδης, πανέξυπνος, γοητευτικός, θρασύς, ανυπάκουος, απείθαρχος, γενναίος, ολοκληρωμένος πολεμιστής και βασιλιάς.
Αλλά όλα αυτά και άπειρα άλλα που έχουν γραφεί για τον διάσημο Έλληνα, αναφέρονται στον συμβατικό, εξωτερικό Οδυσσέα. Τον Οδυσσέα της δράσης, της κίνησης προς τα εμπρός, της προσπάθειας κατανόησης του ‘περιβάλλοντος κόσμου’, της αναρώτησης για όσα περιέχει και τον περιέχουν, της θετικής σκέψης, της άρνησης να λησμονήσει τα πάντα με αντάλλαγμα την όλβια αθανασία.
Ο εξωτερικός Οδυσσέας, ο Οδυσσέας του ‘λευκού ήλιου της ύπαρξης’, δεν υπήρξε όμως ποτέ!
. . .
Ως παραμύθι διδακτικό, ως ιστορία υπέροχη, ως περιπέτεια θαυμάσια, ως παράδοση από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, ο Οδυσσέας λειτουργεί και θα λειτουργεί πάντα, θα διδάσκει και θα νουθετεί, θα γοητεύει και θα ερεθίζει, θα εμπνέει και θα δονεί. Αλλά όλα αυτά, είναι στη σφαίρα του μύθου και της παραμυθίας, του φιλολογικού στοχασμού και της επιστημονικής ανάλυσης. Ο αληθινός Οδυσσέας είχε μια εντελώς διαφορετική πορεία, ακολουθώντας, όπως όλοι οι μυημένοι σε όλες τις εποχές τον αληθινό ήλιο της ύπαρξης, τον μαύρο ήλιο.
. . .
Είναι δύσκολο να εξηγηθούν κάποια πράγματα και ακόμη δυσκολότερο να κατανοηθούν. Ο νους δεν δέχεται ποτέ εκείνο που δεν είναι προγραμματισμένος να δεχθεί. Ο νους είναι ικανός να κάνει απίθανα πράγματα, να εκτελέσει σπουδαίες λειτουργίες αλλά είναι ανήμπορος να λειτουργήσει στον μυητικό αιφνιδιασμό, στην αποκαλυπτική έκρηξη, στο αληθινό φως της Γνώσης.
Όταν λέμε πως ο αληθινός Οδυσσέας δεν γύρισε ποτέ στην Ιθάκη αλλά ακολούθησε την Ατραπό των Μυημένων, ο νους δεν το δέχεται, το εξετάζει ίσως αλλά το απορρίπτει.
Όταν λέμε πως ο αληθινός Οδυσσέας είχε θέαση του Μαύρου Ήλιου της ύπαρξης από πολύ νωρίς στη ζωή του και ήταν νεκρός πολύ πριν αποβιβαστεί από τα νερά του Ελλησπόντου για το μεγάλο ταξίδι του γυρισμού, κανείς δεν το δέχεται.
Όταν λέμε πως ο ‘εξωτερικός’ Οδυσσέας ήταν το απλό φάσμα, η λευκή προβολή στο υλικό πεδίο του αληθινού Οδυσσέα και όλη αυτή η δράση και η μυθιστορία της δεκάχρονης επιστροφής του στην λατρευτή Ιθάκη έχει απλά τον διδακτικό σκοπό που της έδωσαν μέσα στους αιώνες οι υπέροχοι Έλληνες για καθαρά παιδαγωγικούς λόγους και τούτο ακόμα απορρίπτεται.
Κι όμως, κανείς από τους μυημένους δεν ήταν ‘ζωντανός’ με την γνωστή και κοινώς αποδεκτή έννοια του όρου.
Κανείς από τους μεγάλους Διδασκάλους δεν έδρασε κάτω από τον ήλιο των ανθρώπων, γιατί δεν θα μπορούσε να δράσει έτσι. Θα ασφυκτιούσε, θα υπέφερε οδυνηρά, θα ‘πέθαινε’ κάθε στιγμή χωρίς να μπορεί να απελευθερώσει το πνεύμα του. Θα ήταν σα να προσπαθούσε κανείς να αναπνεύσει σε ένα πλανήτη χωρίς οξυγόνο.
Όμως, ποτέ ένα νόμισμα δεν έχει μια όψη.
Ο ήλιος των μυημένων ανθρώπων είναι μαύρος γιατί τους έχει αφαιρεθεί οριστικά κάθε δυνατότητα επιλογής, κάθε δικαίωμα επιλογής, κάθε ευκαιρία επιλογής. Οι μυημένοι και οι Διδάσκαλοι δεν μπορούν να έχουν την απλή ‘καθημερινότητα’ ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, δεν μπορούν καν να την σκέπτονται. Το σύμπαν το δικό τους, τούς απαγορεύει κάθε ενέργεια, σκέψη ή δράση που αντιβαίνει στην Αποστολή τους.
Ο Ιησούς δεν είχε δυνατότητα επιλογής. Κάποια στιγμή δείλιασε, λύγισε, θέλησε να αποφύγει το προδιαγεγραμμένο αλλά, τελικά σηκώθηκε και συνέχισε. Και να ήθελε δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
Μαύρος ήλιος σημαίνει την απόλυτη δέσμευση.
Λευκός ήλιος δεν σημαίνει τίποτε.
Ο πρίγκιπας Σιντάρτα είχε κάθε δυνατότητα να ζήσει όπως περίμεναν όλοι, σαν διάδοχος του θρόνου, ανάμεσα στη χλιδή, την άνεση, τις ηδονές. Μέχρι το κάλεσμά του, μέχρι την στιγμή της στροφής στην πορεία του. Εκεί έδυσε ο λευκός ήλιος και ανέτειλε οριστικά ο μαύρος ήλιος της ευγενικής ύπαρξής του. Η απόλυτη δέσμευση. Ο δρόμος χωρίς επιστροφή. Και ο πρίγκιπας Σιντάρτα έγινε τιθαγκάτα, έγινε Βούδας και από κει και πέρα τέλειωσαν όλα και άρχισαν όλα.
Που και που ο τιθαγκάτα, γκαουτάμα σκεφτόταν την περασμένη του ζωή, σαν σε όνειρο, σαν εικόνα μέσα σε ομίχλη αλλά ήξερε καλά πως δεν υπήρχε πιθανότητα επιστροφής. Ούτε επιθυμία ή σκέψη φυσικά.
Μαύρος ήλιος σημαίνει δρόμος θυσίας, δρόμος προσφοράς, δρόμος αφοσίωσης.
Λευκός ήλιος σημαίνει δρόμος χωρίς περιεχόμενο αλλά δράση άναρχη, τυχηματική, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις… συμπτώσεις, τις… ευκαιρίες.
Ο Άλιστερ Κρόουλυ είπε κάποτε πως μπορείς να γίνεις αυτό που θέλεις, εννοώντας ότι μπορείς να γίνεις αυτό που η ψυχή σου θέλει, αυτό που ήσουν προορισμένος να γίνεις και μάλιστα αυτό το λέει Θέλημα, εννοώντας μάλλον την μυστική και αρχέγονη εντελέχεια της Ψυχής να συναντήσει την Αποστολή της και να την εκπληρώσει. Αφού πρώτα όμως αφυπνιστεί. Δηλαδή, αφού πρώτα μυηθείς. Και μάλιστα προχωράει ακόμα παραπέρα και λέει ότι υπό κάποιες προϋποθέσεις, δεν πρέπει να σου σταθεί τίποτα εμπόδιο για να κάνεις αυτό που θέλεις! Και εκεί εγείρονται τεράστια ερωτήματα βεβαίως για το αν το θέλημα το δικό σου όταν συγκρούεται με το αντίστοιχο των άλλων ποιος θα υπερισχύσει και με ποια κριτήρια κλπ.
Όμως, αν ένας άνθρωπος ακολουθήσει το θέλημά του, τότε, αλλάζουν όλα, θεωρείται μυημένος, θεωρείται αφυπνισμένος, δεν έχει καμιά δουλειά ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν ανήκει πια σ’αυτούς, ανήκει σε ένα άλλο σύμπαν που τον φωτίζει ένας άλλος ήλιος…
‘Νεκρός’ για τον κόσμο των απλών ανθρώπων είναι ο μη… ανιχνεύσιμος, ο ανύπαρκτος, ο μη προσδιορίσιμος, ο ανέλεγκτος, τελικά ο ελεύθερος, αυτός που πέρασε πια σε άλλες διαστάσεις.
‘Ζωντανοί’ είναι όλοι οι υπόλοιποι, όσοι εργάζονται από το πρωί μέχρι το βράδυ με μοναδικό όνειρο να πάρουν κάποτε μια καλή σύνταξη, δανείζονται για να αγοράσουν σπίτια, έχουν πιστωτικές κάρτες, διασκεδάζουν την κατάθλιψή τους στα μπουζούκια, κάνουν χοντροκομμένα καλαμπούρια, απατούν το σύντροφό τους, γερνούν χωρίς να έχουν υπάρξει ποτέ νέοι, πεθαίνουν χωρίς να έχουν ποτέ ζήσει.
Ο Οδυσσέας δεν έζησε ποτέ μια τέτοια ‘ζωή’.
Ήταν ήρωας και έγινε ημίθεος κι ύστερα έγινε μύθος και πέρασε στην αθανασία.
Όμως ο αληθινός Οδυσσέας δεν μας έγινε ποτέ γνωστός, έμεινε αθέατος και σκοτεινός κάτω από τον δικό του μαύρο ήλιο.
Το ίδιο και ο Πυθαγόρας.
Το ίδιο και ο Εμπεδοκλής, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας.
Το ίδιο και ο Ιησούς, ο Άγιος Αντώνιος, ο Μέγας Βασίλειος.
Το ίδιο και ο Παράκελσος, ο Ελβέτιος, ο Τζον Ντη, ο Νεύτων.
Το ίδιο και οι αμέτρητοι ανώνυμοι αδελφοί σε όλες τις εποχές.
Γεννήθηκαν μυητικά και πέθαναν για τον κόσμο.
Είδαν τον πρώτο ήλιο, τον ‘σάρκινο’ να δύει και τον άλλο, τον πνευματικό ήλιο της ύπαρξής τους να ανατέλλει σε ένα σύμπαν καθαρής δράσης, απόλυτης και κοφτερής σαν λεπίδι. Σε ένα σύμπαν που τίποτε από όσα κάνεις δεν αφήνει ίχνη. Θετικά ή αρνητικά, καλά ή κακά.
Σε ένα σύμπαν πάντοτε ανήλικο, νέο, σφριγηλό, οργιαστικό.
Κι εκεί ο μαύρος ήλιος δεν δύει ποτέ…
. . .
Ίσως κάποιος αναρωτηθεί
Μπορούμε να βρούμε αναλογίες στην δική μας πραγματικότητα;
Στην πεζή, ενίοτε ρηχή και πνιγηρή καθημερινότητά μας;
Μπορεί να ζήσαμε κι εμείς κάποτε, σε κάποια περίοδο της ζωής μας κάτω από έναν αντίστοιχο μαύρο ήλιο;
Η απάντηση είναι, ναι. Έχει γίνει και θα ξαναγίνει…
Ήταν οι στιγμές που είχαμε μια φευγαλέα συνείδηση της ύπαρξής μας, σαν ένα χάδι μιας αύρας, σαν ένα φωτογραφικό φλας.
Ήταν οι στιγμές που θελήσαμε να αναχωρήσουμε από όλους και όλα, θελήσαμε να πορευτούμε τον δικό μας δρόμο, αναζητήσαμε ένα άλλο σύμπαν που λαχταρούσε η ψυχή μας αλλά… όχι για πολύ.
Ήταν οι στιγμές που ακούγοντας μια θεσπέσια μουσική, συντονίστηκε το είναι μας με κάτι ανώτερο, η συνήχηση αυτή επέδρασε θεραπευτικά στην ταραγμένη από χιλιάδες προβλήματα ψυχή μας, κάποιο ρίγος μας διαπέρασε προς στιγμήν αλλά αμέσως μετά, ο νους μας επανέφερε στην γνωστή πραγματικότητα και στην ασφάλεια της ρουτίνας μας.
Κάποιες φορές δραπετεύσαμε για λίγο από αυτό το κόσμο αλλά γυρίσαμε πάλι πίσω, ηττημένοι, δειλοί, με σκυφτό το κεφάλι.
Κάποιες λίγες φορές είχαμε την ευλογία να αισθανθούμε εκείνη τη γεύση από αυτό που αποκαλώ Τρίτο Εσωτερικό Κόσμο, σαν αεράκι ζωογόνο που μας φούσκωσε τα στήθη και μας έδωσε νέα δύναμη και πνοή για να συνεχίσουμε αλλά, συνάμα, μας μελαγχόλησε κιόλας καθώς συνειδητοποιήσαμε τον τρόπο που ζούμε, τον κόσμο που ζούμε, το ψέμα που ζούμε…
Ποτέ δεν είναι αργά.
Αλλά, δυστυχώς, εμείς είμαστε αργοί!

Σεπτέμβρης 2006

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010



Μαρξ και Ενγκελς

…Το Μανιφέστο άρχιζε με μια δυσοίωνη διατύπωση: «Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη το φάντασμα του Κομουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης έχουν συνάψει ιερή συμμαχία για να ξορκίσουν αυτό το φάντασμα: ο Πάπας και ο Τσάρος, ο Μέτερνιχ και ο Γκιζό, οι Γάλλοι Ριζοσπάστες και οι πράκτορες της Γερμανικής αστυνομίας»…
…«Οι Κομουνιστές δεν καταδέχονται να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους», διακήρυσσε το Μανιφέστο. «Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι στόχοι τους μπορούν να επιτευχθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλων των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων. Ας τρέμουν οι άρχουσες τάξεις μπρος σε μια Κομουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο»…

Το Μανιφέστο, όπως όλοι γνωρίζουν, ήταν το πνευματικό τέκνο εκείνης της οργισμένης ιδιοφυΐας, του Karl Marx. Για την ακρίβεια, ήταν το αποτέλεσμα της συνεργασίας του ίδιου και του αξιόλογου συνεργάτη, συμπατριώτη, υποστηρικτή και συναδέλφου του, του Φρίντριχ Engels. Ήταν άνδρες ενδιαφέροντες και, βεβαίως, εξαιρετικά σημαντικοί. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ γρήγορα έπαψαν να είναι απλοί άνδρες και έγιναν σύμβολα. Τουλάχιστο μέχρι τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο Marx θεωρούνταν ευρύτατα κάτι αντίστοιχο με τους μεγάλους θρησκευτικούς ηγέτες, δίπλα στον Χριστό και τον Μωάμεθ, ενώ ο Engels ήταν κάτι αντίστοιχο του Απόστολου Παύλου ή του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στο Ινστιτούτο Marx Engels της Μόσχας οι μελετητές ανέλυαν τα έργα τους με την ειδωλολατρική προσήλωση που στα γειτονικά αντιθρησκευτικά μουσεία αποτελούσε αντικείμενο χλευασμού. Αλλά, ενώ στη σταλινική Ρωσία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Κίνα του Μάο ο Marx και Engels είχαν αγιοποιηθεί, σε ολόκληρο σχεδόν τον υπόλοιπο κόσμο θεωρούνταν όργανα του σατανά. Δεν τους αξίζει ούτε η μια ούτε η άλλη μεταχείριση, γιατί ούτε δαίμονες ήταν ούτε άγιοι. Και το έργο τους δεν είναι ούτε ευαγγέλιο ούτε ανάθεμα. Ανήκει στη μακρά σειρά απόψεων για την οικονομία που διαδοχικά αποσαφήνισαν, φώτισαν και ερμήνευσαν τον κόσμο για λογαριασμό μας και, όπως όλα τα άλλα μεγάλα έργα στα ράφια μας, δεν στερείται λαθών. Ο κόσμος ασχολήθηκε με τον Επαναστάτη Marx. Αλλά ακόμα κι αν δεν είχε υπάρξει ο Marx, θα υπήρχαν άλλοι Σοσιαλιστές και άλλοι προφήτες μιας νέας κοινωνίας. Η πραγματική και διαρκής απήχηση του Marx και του Engels βρίσκεται όχι στην επαναστατική τους δραστηριότητα, που δεν υπήρξε άλλωστε και τόσο καρποφόρα στη διάρκεια της δικής τους ζωής. Αυτό που θα πρέπει να απασχολήσει τον καπιταλισμό είναι εν τέλει το όραμα του Πολιτικού Οικονομολόγου Marx. Διότι η σφραγίδα που έβαλε στην ιστορία ήταν η πρόβλεψή του για την αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού. Πάνω σ' αυτή την πρόβλεψη έχτισε το οικοδόμημά του ο κομουνισμός, αγνοώντας τις δικές του αδυναμίες…

…Στην εμφάνιση διέφεραν περίπου σαν τη μέρα με τη νύχτα. Ο Marx είχε την εμφάνιση επαναστάτη. Τα παιδιά του τον φώναξαν «ο Μαυριτανός», επειδή ήταν μελαψός, με βαθουλωτά, αστραφτερά μάτια. Ήταν κοντός και γεροδεμένος, με σκυθρωπή έκφραση και μια τεράστια γενειάδα. Δεν ήταν άνθρωπος που αγαπούσε την τάξη: το σπίτι του ήταν μια σκονισμένη μάζα χαρτιών σωριασμένων σε άτακτες στοίβες, και ανάμεσα τους περπατούσε ο ίδιος ο Marx, ατημέλητος και περιβεβλημένος από ένα σύννεφο καπνού που έκανε τα μάτια να τσούζουν. Ο Engels, από την άλλη, εύκολα θα περνούσε σαν μέλος της μισητής μπουρζουαζίας: ψηλός, ξανθός και αρκετά κομψός, έδειχνε ότι είναι άνθρωπος που του αρέσει η ξιφασκία και το κυνήγι της αλεπούς και που είχε κάποτε κολυμπήσει τέσσερις φορές, χωρίς διακοπή, από τη μια στην άλλη όχθη του ποταμού Βέσερ. Δεν διέφεραν μόνο στην εμφάνιση, αλλά και οι χαρακτήρες τους ήταν διαμετρικά αντίθετοι. Ο Engels ήταν αλέγρος και οξυδερκής, προικισμένος με γρήγορη και ευέλικτη σκέψη. Όπως έλεγαν, μπορούσε να μιλήσει σπαστά σε 20 διαφορετικές γλώσσες. Αγαπούσε τις μικροαπολαύσεις της ζωής των αστών, και ανάμεσά τους το καλό κρασί, και είναι διασκεδαστικό ότι, ενώ επέλεγε τις ερωμένες του από το προλεταριάτο, αφιέρωσε πολύ χρόνο προσπαθώντας να αποδείξει, με τρόπο ρομαντικό αν και όχι αποτελεσματικό, ότι η ερωμένη του Μαίρη Μπερνς (κι αργότερα, μετά το θάνατό της, η αδελφή της Λίζι) κατάγονταν από τον Σκοτσέζο ποιητή, παρότι η καταγωγή τους ήταν λαϊκή.
Ο Marx ήταν πολύ πιο δυσκίνητος. Ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος Γερμανού διανοουμένου αργός, λεπτολόγος και σχολαστικά, μέχρι αηδίας, τελειομανής. Ο Engels μπορούσε να ξεπετάξει μια ολόκληρη πραγματεία σε χρόνο μηδέν. Ο Marx θα της έβγαζε την πίστη. Το μόνο που φαινόταν να δυσκολεύει τον Engels ήταν η αραβική γλώσσα με τις 4.000 ρίζες ρημάτων. Ο Marx, μετά από είκοσι χρόνια εξάσκησης, εξακολουθούσε να μιλά τα αγγλικά με απαίσια γερμανική προφορά. Όταν γράφει για το φοβερό «τσοκ» που του προξένησαν τα γεγονότα, σχεδόν μπορούμε να τον φανταστούμε να μιλά. Αλλά, παρότι πιο δυσκίνητος, ο Marx ήταν το πιο γερό μυαλό. Εκεί που ο Engels πρόσφερε το εύρος και το σφρίγος, ο Marx έδινε το βάθος…     
  
Η φιλοσοφία τους ονομάζεται συχνά διαλεκτικός υλισμός: «διαλεκτικός» επειδή ενσωματώνει την ιδέα του Χέγκελ για την εγγενή αλλαγή και «υλισμός» επειδή βασίζεται όχι στον κόσμο των ιδεών αλλά στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον. «Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας», έγραφε ο Engels πολλά χρόνια αργότερα σε μια περίφημη διακήρυξη με τίτλο AntiDühring επειδή καταφερόταν εναντίον του Γερμανού καθηγητή Ευγένιου Dühring, «ξεκινά από την αρχή ότι η παραγωγή, και με την παραγωγή η ανταλλαγή των προϊόντων της, αποτελεί τη βάση κάθε κοινωνικής τάξης πραγμάτων ότι σε κάθε κοινωνία που έχει εμφανιστεί στην ιστορία η διανομή των προϊόντων, και μαζί μ' αυτή η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και εξουσίες, καθορίζεται από το τι παράγεται, το πώς παράγεται, και το πώς το προϊόν ανταλλάσσεται. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα τελικά αίτια κάθε κοινωνικής αλλαγής και πολιτικής επανάστασης πρέπει να αναζητηθούν, όχι στα μυαλά των ανθρώπων, στην αυξανόμενη κατανόηση της αιώνιας αλήθειας και δικαιοσύνης αλλά, στις αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής∙ πρέπει να αναζητηθούν, όχι στη φιλοσοφία αλλά, στους οικονομικούς όρους της εκάστοτε εποχής».

Η επιχειρηματολογία είναι ακαταμάχητη. Κάθε κοινωνία, λέει ο Marx, οικοδομείται πάνω σε μια οικονομική βάση τη σκληρή πραγματικότητα όπου οι άνθρωποι αναγκάζονται να οργανώσουν τις δραστηριότητές τους για να ντυθούν, να τραφούν και να στεγαστούν. Αυτή η οργάνωση μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη μια κοινωνία στην άλλη και από τη μια εποχή στην άλλη. Μπορεί να είναι ποιμενική ή κυνηγετική ή οργανωμένη σε βιοτεχνικές μονάδες ή δομημένη σε ένα σύνθετο βιομηχανικό σύνολο. Ωστόσο, όποια κι αν είναι η μορφή με την οποία οι άνθρωποι λύνουν το βασικό οικονομικό τους πρόβλημα, η κοινωνία θα απαιτεί ένα «εποικοδόμημα» μη οικονομικής δραστηριότητας και σκέψης θα πρέπει να συνέχεται από νόμους, να επιβλέπεται από μια κυβέρνηση και να εμπνέεται από θρησκεία και φιλοσοφία…

θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Marx δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος οικονομολόγος. Στον επικήδειο λόγο του, ο Engels είπε ότι «όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε το νόμο της εξέλιξης στην οργανική φύση, έτσι κι ο Marx ανακάλυψε το νόμο της εξέλιξης στην ανθρώπινη ιστορία». Ίσως αυτός είναι ένας υπερβολικός ισχυρισμός, αλλά ο Engels δεν είχε άδικο να θέλει να τονίσει την εξαιρετική σημασία του μαρξιστικού οράματος της ιστορικής διαδικασίας ως μιας αρένας όπου οι κοινωνικές τάξεις μάχονται για την επικράτησή τους. Ο Marx μάς δίδαξε να κοιτάμε όχι μόνο την επιφάνεια αλλά και τα υπόγεια ρεύματα της ιστορίας, ακριβώς όπως ο Φρόιντ μάς δίδαξε να κοιτάμε κάτω από το προσωπείο της ανθρώπινης προσωπικότητας στις εσωτερικές ψυχικές διαδικασίες, ή όπως ο Πλάτων μάς έμαθε να ξεπερνάμε το πέπλο των ανεξερεύνητων ιδεών για να φτάνουμε στα κρυμμένα ερωτήματα της φιλοσοφίας. Γι' αυτό το λόγο το όνομα του Marx, όπως και το όνομα του Φρόιντ ή του Πλάτωνα, παραμένει σύγχρονο. Ο Marx δεν είναι αλάνθαστος όσο κι αν έγινε αντικείμενο ειδωλολατρίας. Καλύτερο είναι να τον θεωρούμε κάτι το αναπόφευκτο σαν έναν μεγάλο εξερευνητή που το πέρασμά του έχει αποτυπωθεί ανεξάλειπτα στην ήπειρο της κοινωνικής σκέψης που ανακάλυψε. Όλοι όσοι θέλουν να εξερευνήσουν βαθύτερα αυτή την ήπειρο, είτε συμφωνούν με τα συμπεράσματα του Marx είτε όχι, θα πρέπει να αποτίσουν φόρο τιμής στον άνθρωπο που, πρώτος αυτός, την ανακάλυψε χάριν της ανθρωπότητας.

Robert L. Heilbroner
Οι Φιλόσοφοι Του Οικονομικού Κόσμου 

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010





Φέρτε μου όλα σας τα όνειρα
εσείς ονειρευτές
φέρτε μου όλες τις μελωδίες της καρδιάς σας
για να μπορέσω να τα διπλώσω
μέσα σ’ένα ύφασμα από γαλάζιο σύννεφο
μακριά από τη σκληρότητα του κόσμου.

[τραγούδι αυτόχθονων -‘Ινδιάνων’- της Αμερικής]

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010


Συζήτηση με τον Στάλιν

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Συνάντησα τον Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι ή "Κάπο" ή "Στάλιν", -προσωνύμιο που με το οποίο και πέρασε βέβαια στην αιωνιότητα-, κάποιο γλυκό πρωινό του Αυγούστου, εκεί, προς τα τέλη της φοβερής δεκαετίας του '30, σε μια από τις πολλές θερινές κατοικίες του, σε κάποιο προάστιο της Μόσχας, δεν ενδιαφέρει ποιο.
Είναι αλήθεια ότι οι άντρες της προσωπικής του ασφάλειας με έψαξαν εξονυχιστικά, ο ίδιος ο τρομερός Λαυρέντι Μπέρια με οδήγησε σε κάποιο μυστικό δωμάτιο -κάτι σαν προθάλαμο- όπου και προσπάθησε να με "προσανατολίσει" για το περιεχόμενο ακόμη και το ύφος των ερωτήσεων που θα έθετα στον θρυλικό "πατερούλη" της Σοβιετικής Ένωσης. Όλα φαινόταν να έχουν προετοιμαστεί στην εντέλεια. Το ίδιο το ανάκτορο που διέμενε εκείνο το καλοκαίρι ο ηγέτης της απέραντης αυτής χώρας, ήταν πλημμυρισμένο από στρατιώτες. Τίποτε δεν μπορούσε να εισέλθει ή να εξέλθει απαρατήρητο.

Όταν όλες οι εξαντλητικές διατυπώσεις και προετοιμασίες ολοκληρώθηκαν
οδηγήθηκα στην πίσω βεράντα της έπαυλης όπου είδα για πρώτη φορά από κοντά έναν από τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη στον αιώνα που πέρασε, να κάθεται αναπαυτικά σε κάποια πολυθρόνα, ντυμένος με το καλοκαιρινό του χιτώνιο, καπνίζοντας την θρυλική του πίπα και μασουλώντας αργά κάποιο μπισκότο.
Ο Μπέρια με σύστησε, ο Στάλιν δεν σηκώθηκε από τη θέση του αλλά έδειξε με το χέρι του την άδεια πολυθρόνα απέναντί του. Εκεί έπρεπε να καθίσω.
Είχα τρακ. Στην πραγματικότητα μου είχαν κοπεί τα πόδια. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε;

Πριν αρχίσει η συζήτησή μας, είχα την ευκαιρία για ελάχιστα δευτερόλεπτα να παρατηρήσω το πρόσωπο αυτού του σκληροτράχηλου ανθρώπου που κατάφερε να ανέλθει από κάποιο άγνωστο χωριό της Γεωργίας στο ύπατο αξίωμα της πελώριας χώρας του.
Η αρχιτεκτονική των οστών του προσώπου του από μόνη της ένα μοναδικό ανάγλυφο. Δυνατά, σχεδόν επιθετικά χαρακτηριστικά, έντονα ζυγωματικά, αυστηρό και σκοτεινό -αλλά και γοητευτικό- βλέμμα, άγρια σαν σύρματα μαλλιά με αειθαλείς ρίζες, σκαμμένο δέρμα, τραχύ πρόσωπο, πρόσωπο αγρότη, ανθρώπου της γης και της εργασίας όχι κάποιου αριστοκράτη ή διανοούμενου.

Η συζήτηση έπρεπε να αρχίσει. Ο ηγέτης μιας τέτοιας χώρας ποτέ δεν έχει χρόνο για χάσιμο.





Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

            "Πως ήταν το ταξίδι σου;", με ρώτησε ξαφνικά εκείνος αφήνοντας να ξεφυσώντας αρωματικό καπνό μέσα από το παχύ του μουστάκι.
            "Περιπετειώδες αλλά συναρπαστικό", του απάντησα και προσπάθησα να καταπολεμήσω το τρακ.
            "Συναρπαστικό ε;", είπε και έδειξε να χαμογελάει. Παραδόξως, το χαμόγελο πήγαινε πολύ σ'αυτό το μονίμως βλοσυρό άνθρωπο με τις κολοσσιαίες ευθύνες στην πλάτη του. "Αντώνη σε λένε;", με ρώτησε μετά και αφού ένευσα καταφατικά, άνοιξε τις μεγάλες του παλάμες και έκανε το σήμα για να ξεκινήσει αυτή η ιστορική συζήτηση.
            "Εδώ είμαι, 'χτύπα με'", είπε και αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε.

            Είναι η αλήθεια ότι ενώ προετοιμαζόμουν επί μήνες για αυτή την ημέρα, όταν έφτασε αυτή η στιγμή, όλο το πρόγραμμα των ερωτήσεών μου ανατράπηκε. Κι ενώ είχα στο μυαλό μου και τις "συμβουλές" του μοχθηρού Μπέρια, εγώ ήθελα να αρχίσω αλλιώς.

            "Κάτι που με απασχολεί είναι το προσωνύμιό σας. 'Στάλιν', που σημαίνει 'ατσάλι'. Γιατί αυτό;"
            Έδειξε να περιμένει την ερώτηση και απάντησε αμέσως.

            "Είναι η εποχή του ατσαλιού, δεν είναι; Η εποχή των μηχανών, των μετάλλων, των αυτοκινήτων, των αρμάτων, των αεροπλάνων. Κι αυτό που συντελείται αυτά τα χρόνια απ'άκρου σ'άκρου σε ολόκληρη την Ένωση αλλά και σε όλο το κόσμο, τι άλλο είναι από την είσοδό μας στην εποχή αυτή; Ξέρεις, μου αρέσει πολύ ο Τσάρλυ Τσάπλιν, εσένα;"
            Ένευσα καταφατικά αν και αιφνιδιάστηκα.

            "Λοιπόν", συνέχισε, "έχει γυρίσει ένα έργο, 'Μοντέρνοι καιροί', το έχετε δει εκεί στην Ελλάδα; Εγώ έχω τις κόπιες όλων των έργων του και συχνά τον βλέπω και διασκεδάζω. Το έργο αυτό είναι προφητικό αλλά το λάθος του Τσάπλιν είναι ότι είναι μάλλον απαισιόδοξος. Ένας κομμουνιστής όμως δεν είναι ποτέ απαισιόδοξος!"
            "Όσον αφορά το προσωνύμιο αυτό, να τολμήσω μια παρατήρηση;", ρώτησα και με ενεθάρρυνε ζεστά ανάβοντας ξανά τη πίπα του.
            "Λένε πολλοί πως διαλέξατε το προσωνύμιο ‘Στάλιν’ γιατί προσιδιάζει στο σκληρό και δυναμικό του χαρακτήρα σας. Το υιοθετείτε αυτό;"

            Τούτη τη φορά άργησε λίγο να απαντήσει. Ρούφηξε απολαυστικά δυο τρεις φορές τον καπνό και σύντομα ένα όμορφο άρωμα πλημμύρισε το χώρο γύρω μας. Ύστερα είπε.
            "Ναι, δε θα σου πω ότι είναι άσχετο...όποιος είναι σκληρός σαν ατσάλι δεν λυγίζει από τις δυσκολίες, δεν το βάζει κάτω. Κάθε όνομα τελικά πρέπει να είναι ένα σύμβολο. Ο πόλεμος από τους καπιταλιστές και τους ιμπεριαλιστές είναι καθημερινός και αμείλικτος πως πιστεύεις ότι θα αντέχαμε αν δεν είμαστε από ατσάλι; Αυτό πίστευε ο Μαρξ, ο μεγάλος Λένιν, αυτό πρέπει να έχουμε σύνθημα για να οικοδομηθεί μια μέρα παγκόσμια ο σοσιαλισμός. Καλά και τα λουλούδια και τα ποιήματα αλλά τίποτε δεν χτίζεται με ευχές και χαμόγελα..."

            Ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης ολοκλήρωσε το μικρό του λογύδριο και ξαναφύσξηε καπνό. Με κοίταξε στα μάτια περιμένοντας την επόμενη ερώτηση. Ένα βλέμμα σταθερό, καθαρό αλλά και ευφυές.

            "Θέλω προς στιγμήν, αν δεν έχετε αντίρρηση, να κάνω μια μικρή βόλτα στην διεθνή κατάσταση και μετά να επιστρέψω στα εσωτερικά της χώρας σας. Τι γνώμη έχετε για τον Χίτλερ και τον Εθνικοσοσιαλισμό στην Γερμανία; Είναι απειλή για τη χώρα σας ο Ναζισμός, εννοώ μετά την εισβολή στην Αυστρία με το δόγμα του 'Ανσλους', κλπ;"

            Το βλέμμα του Γεωργιανού αντί να σκοτεινιάσει φωτίστηκε!

            "Χίτλερ, Χίτλερ, όλοι λοιπόν σήμερα μιλούν για τον Χίτλερ! Θα πρέπει να τον θαυμάζει ειλικρινά κανείς αυτόν τον άνθρωπο. Δες τι έκανε στη χώρα του μέσα σε λίγα χρόνια!     Και ενώ πριν κανείς δεν υπολόγιζε τους Γερμανούς, όλοι τους είχαν του κλώτσου και του μπάτσου, να'σου έρχεται αυτός ο τύπος και τώρα όλοι τον φοβούνται. Οι Άγγλοι τον φοβούνται, οι Γάλλοι τον φοβούνται, αλλά όχι ο σ.Στάλιν φίλε μου. Εμείς δεν φοβόμαστε τον Χίτλερ. Είναι φασίστας, είναι άλλη μια ουτοπία που κάποτε θα καταρρεύσει! Και ξέρεις γιατί; Γιατί πολύ απλά, όσοι τον στήριξαν κάποτε θα του τραβήξουν το χαλί κάτω απ'τα πόδια. Και τότε, τι γίνεται τότε;"
            "Στο 'Μάιν Καμπφ', την βίβλο του Εθνικοσοσιαλισμού, όμως, αναφέρει σαφώς ότι η 'αναζήτηση ζωτικού χώρου [lebensraum] θα γίνει προς Ανατολάς'. Αυτό σας προβληματίζει;"
            "Αυτό που με προβληματίζει είναι η ευημερία των πολιτών μου και η οικονομική ισχύς της χώρας μου. Πριν δέκα χρόνια ήμασταν ακόμη ένα όραμα, σήμερα είμαστε η λαμπρή υπόσχεση για το αύριο. Η Σοβιετική Ένωση δεν φοβάται κανέναν!"

            Στο σημείο αυτό μου προσφέρθηκε τσάι και καφές μαζί με μπισκότα ενώ κάποιος αξιωματούχος είπε κάτι στο αυτί του Γεωργιανού ηγέτη. Η είδηση μάλλον θα πρέπει να ήταν ευχάριστη γιατί αμέσως μετά ο Στάλιν με προέτρεψε με ενθουσιασμό να δοκιμάσω τα μπισκότα και να πιω καφέ. Δοκίμασα απ'όλα και τα βρήκα υπέροχα.

            "Για την ανερχόμενη νέα παγκόσμια δύναμη, τις ΗΠΑ, τι πιστεύετε;", επανήλθα δριμύτερος.

            Ο Ιωσήφ Στάλιν κούνησε το κεφάλι του με νόημα.

            "Η χώρα του Χόλυγουντ και της ατελείωτης διασκέδασης! Κι από την άλλη, οικονομικό κραχ, ανεργία και άστεγοι στους δρόμους που πεθαίνουν απ'τη πείνα και την εξαθλίωση. Βλέπεις και τα δυο πρόσωπα του καπιταλισμού. Λένε ότι τη μέρα που αυτοκτονούσαν άνθρωποι κατεστραμμένοι απ'το κραχ, εγκαινίαζαν αυτό το πελώριο ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη! Παραλογισμός και αθλιότητα! Εμείς οικοδομούμε το μέλλον στην εργασία και στα ιδανικά του Μαρξισμού. Αυτοί στο χρήμα και στην εφήμερη δόξα. Σε ποιον ανήκει το μέλλον; Θα το δείξει η ιστορία φίλε μου. Και η ιστορία γράφεται από τους λαούς πια και όχι από βασιλείς και φεουδάρχες όπως κάποτε. Όλα αλλάζουν και οι ταχύτητες είναι μεγάλες!"
            Η συζήτηση είχε ζεσταθεί και ήξερα πως δεν είχα άπειρο χρόνο στη διάθεσή μου. Με έκαιγε να τον ρωτήσω για το… ιερατικό του παρελθόν και δεν δίστασα.
           
            "Στα νεανικά σας χρόνια περάσατε και από κάποιο ιερατικό σχολείο. Θα γινόσασταν παπάς;", τον ρώτησα και εισέπραξα αμέσως ένα πλατύ χαμόγελο. Η διάθεση του Γεωργιανού ήταν καλή και φαινόταν να απολαμβάνει τη κουβέντα μας.
            "Ο πατέρας μου ήταν τσαγκάρης και η μάνα μου ξενόπλενε από δω κι από κει. Άγρια χρόνια, άθλια χρόνια… πίστευε η μάνα μου… μου έδειχνε συχνά τον ουρανό και μου έλεγε ‘Σόσο, να μην ξεχνάς πως Εκείνος μας βλέπει’… έτσι πίστευε. Οι Ρώσοι πιστεύουν ακόμη και οι Γεωργιανοί ακόμη περισσότερο… χιλιάδες, εκατομμύρια κόσμος μπλεγμένος στη δεισιδαιμονία και τα παραμύθια των παπάδων… δεν θα γινόμουν παπάς, θεολόγο ήθελε να με κάνει η μάνα μου, να ξεφύγω από το μαρτύριο της φτώχιας…"

            Ο τόνος της φωνής του μεγάλου ηγέτη είχε μαλακώσει, είχε αποκτήσει μάλιστα και μια τρυφερή χροιά. Η αναφορά του στη μητέρα του ήταν φανερό πως τον είχε συγκινήσει.

            "… κι όμως, δεν μετανιώνω στιγμή για κείνα τα χρόνια στη Τιφλίδα και τα μαθήματα. Έμαθα από τα μέσα πως χτίστηκε όλο τούτο το φοβερό οικοδόμημα της Εκκλησίας. Πόσος πόνος χρειάστηκε, πόσο ψέμα, πόση αγυρτεία…"

            Ήθελα να ρωτήσω πολλά, πάρα πολλά αλλά ήξερα πως ο χρόνος μου τελείωνε και έπρεπε να μπω στο θέμα των περίφημων διώξεων. Και ήταν το σημείο που με άγχωνε περισσότερο από όλα. Δεν άντεξα όμως στον πειρασμό να αναφερθώ στον Λένιν και τον Τρότσκι.
            "Θα θέλατε να μου πείτε δυο λόγια για τον Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν; Μια προσωπική ανάμνηση θα με ενδιέφερε, κάτι που σας έχει μείνει έντονα".
           
            Ο νοσταλγικός τόνος πήγε περίπατο. Ο ‘ατσάλινος’ εαυτός επέστρεψε θριαμβευτής.

            "Η ιστορία κάποτε θα γράψει ότι η μεγαλύτερη προσωπικότητα όλων των εποχών υπήρξε ο Λένιν! Οι γενιές που θα μας διαδεχθούν θα τραγουδούν για κείνον, οι ποιητές και οι γραφιάδες θα τον υμνούν… τέλος δεν θα έχει τούτος ο ποταμός όπως δεν έχει και η ευγνωμοσύνη του λαού μας για την Επανάσταση! "
            "Για τον Τρότσκι… κάποια σκέψη;"
           
            Ήταν η πρώτη φορά που ο Στάλιν σηκώθηκε από τη καρέκλα του και έκανε δυο βήματα στην βεράντα. Έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες.

            "Κάπου στο Μεξικό βρίσκεται… κρύβεται, φοβάται! ", είπε μονάχα και ξαναγύρισε χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο και κάθισε ξανά απέναντί μου. Κοίταξε το ρολόι στο χέρι του. Ήταν φανερό πως με ήθελε να με ξεφορτωθεί.

            Είχαμε φτάσει κιόλας στο πιο κρίσιμο και ακανθώδες σημείο της συνέντευξης. Το σημείο που φοβόμουν απ'την αρχή της συνάντησής μου με τον Στάλιν. Κι αυτό είχε σχέση βέβαια με την τρομοκρατία που είχε εξαπολύσει ο πανίσχυρος ηγέτης σε όλα τα επίπεδα της κομματικής ιεραρχίας αλλά και σε καθαρά κοινωνικό επίπεδο επίσης. Τις εκτελέσεις "εκκαθάρισης κομματικών λογαριασμών". Τις εξορίες, τις απομακρύνσεις όσων "αμφισβητούσαν το αλάθητο του ηγέτη", τις μυστηριώδεις "αυτοχειρίες". Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τις "δίκες"-εκτελέσεις των Μπουχάριν και Τσουχατσέφσκι, ζωντανές ήταν ακόμη οι φωνές απόγνωσης και απορίας των Ζινόφιεβ, Κάμενεφ και τόσων χιλιάδων άλλων "προδοτών" και "εχθρών του λαού και της επανάστασης" που είτε "αυτοκτόνησαν", είτε εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, είτε είχαν σταλεί και αργοπέθαιναν ξεχασμένοι σε κάποιο "Γκούλαγκ" της μακρινής και παγωμένης Σιβηρίας. Πως θα μπορούσα να ρωτήσω για όλα αυτά τον Στάλιν; Πως θα μπορούσα να του θέσω έστω και έμμεσα τέτοια ζητήματα όταν είχα προειδοποιηθεί αυστηρά από τον Μπέρια να επικεντρωθώ στα "ανώδυνα" και ουσιαστικά "υμνητικά" σχόλια, ερωτήματα γιατί αλλιώς, ποιος ξέρει που θα βρισκόμουν κι εγώ να σπάω πάγο;
            Κι όμως, δεν άντεξα και αφού πήρα μια βαθιά ανάσα, το τόλμησα.

            "Σύντροφε Ιωσήφ Στάλιν, θα ήθελα να έρθω τώρα ξανά στα εσωτερικά ζητήματα. Και εννοώ τα πραγματικά εσωτερικά, αυτά που αφορούν την εδραίωση και ισχυροποίηση της ηγεσίας σας στην θέση του Γ.Γραμματέα του Κ.Κ.Σοβιετικής Ένωσης. Μου επιτρέπετε να προχωρήσω; Αλλιώς να θεωρήσω την ήδη ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ως ολοκληρωμένη και να αποχωρήσω".

            Δεν ξέρω τι ήταν αυτό απ'όσα είπα που έκανε τον Στάλιν να αρχίσει να γελάει, όμως ξέρω ότι αυτό σήμαινε πως μάλλον μου έδινε το πράσινο φως.

            "Έλληνες!", φώναξε μέσα στο γέλιο του και χτύπησε τις μπότες του στο μάρμαρο, "ποιος μπόρεσε να τα βγάλει πέρα μαζί σας; Δυόμισι χιλιάδες χρόνια τώρα, ουσιαστικά εσείς κυβερνάτε τον πλανήτη! Πες μου λοιπόν, ρώτα με ό,τι θες, μη φοβάσαι!"
            Ομολογώ ότι αυτή την αντίδραση δεν την περίμενα και προχώρησα.

            "Θα ήθελα να θέσω ένα ερώτημα ευθύ και μια τέτοια απάντηση περιμένω. Ήταν αληθινά απαραίτητες οι... απομακρύνσεις όλων αυτών των ηγετικών στελεχών; Πολύς κόσμος πιστεύει..."

            Κι εκεί γνώρισα τον... αληθινό Στάλιν. Οργισμένος πετάχτηκε έξαφνα όρθιος και άρχισε να χτυπάει τη γροθιά του στον τοίχο! Εκεί αισθάνθηκα πως είχα κάνει το μοιραίο λάθος της ζωής μου. Κι ύστερα, άρχισε να στριφογυρίζει νευρικά και να φωνάζει.

            "Ο κόσμος, ο κόσμος! Τι στο διάολο ξέρει ο κόσμος για μένα; Ποιος μπορεί να ξέρει τι αντιμετωπίζω εγώ κάθε μέρα, εδώ και 15 χρόνια για να μπορέσει αυτή η χώρα να ορθοποδήσει; 'Ο Στάλιν είναι κακός', λένε, 'ο Στάλιν ο δολοφόνος', 'ο Στάλιν ο αιμοσταγής'! Σκατά! Όταν όλες ο πλανήτης είναι εναντίον σου, όταν διοικείς μια χώρα με 200 εκατομμύρια ανθρώπους που πρέπει να τραφούν, να ντυθούν, να μορφωθούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, όταν έχεις την πλούσια και διεφθαρμένη Ευρώπη να σε απειλεί με πόλεμο, όταν έχεις χιλιάδες πληρωμένους προδότες να σε απειλούν εδώ μέσα, 'ο Στάλιν είναι κακός' που έστειλε τους προδότες μακριά, 'ο Στάλιν είναι παλιάνθρωπος' που δεν κάνει τεμενάδες σε κανένα αλλά χτίζει και οικοδομεί τον Κομμουνισμό για το καλό των εκατομμυρίων εις βάρος των λίγων που έχασαν τη βολή τους και τώρα θέλουν να εκδικηθούν! Τους σιχάθηκα όλους, όλους και δεν φοβάμαι κανένα!"

            Οφείλω να ομολογήσω πως το ξέσπασμα αυτό με είχε ακινητοποιήσει στη θέση μου και δεν τολμούσα ούτε να ανασάνω! Ίσα που προλάβαινα να κρατώ σημειώσεις. Όμως, αφού ο ηγέτης της "Κόκκινης Αρκούδας", ήπιε λίγο νερό, κάθισε ξανά στη θέση του απέναντί μου και συνέχισε το λόγο του, πιο ήρεμος αυτή τη φορά.

            "Γράψε στις σημειώσεις σου έλληνα, πως αυτή η απέραντη χώρα, είκοσι χρόνια πριν ήταν μια έρημος, απ'άκρου σ'άκρου! Οι Τσάροι και οι αυλές τους δεν έδιναν δεκάρα για κανέναν. Μονάχα για τους χορούς τους, τους πολέμους τους και την υστεροφημία τους. Δούλοι πουλημένοι στους Γερμανούς αριστοκράτες και στην Αυλή της Αγγλίας. Γράψε στις σημειώσεις σου ότι οι άνθρωποι πέθαιναν κάθε μέρα απ'τη πείνα, ότι ο στρατός ήταν διαλυμένος, ότι η πορνεία και η διαφθορά ήταν η μόνη διέξοδος που υπήρχε στον κοσμάκη! Γράψε πως τα εκατομμύρια που σήκωσαν κεφάλι και πέταξαν τη Δυναστεία έξω από την ιστορία, είναι αυτοί που ακριβώς σήμερα αγαπούν τον Κόμπα, τον Στάλιν, γιατί το βιοτικό επίπεδο πενταπλασιάστηκε, ο στρατός νοικοκυρεύτηκε, η διαφθορά σταμάτησε, υπάρχει δουλειά για όλους, σπίτι, ψωμί και ζέστη το χειμώνα. Και γράψε και κάτι ακόμη. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να τα παρατήσουμε για όλους τους υποκριτές ηθικολόγους της Γης! Η επανάσταση θα προχωρήσει, θα δικαιωθεί, θα ολοκληρωθεί. Κάποτε, η ιστορία θα μας τοποθετήσει εκεί που πρέπει γιατί κάποτε, οι λαοί όλου του κόσμου που κοιμούνται ακόμη από τα ναρκωτικά των θρησκειών και της φαυλοκρατίας, θα ξυπνήσουν και θα θελήσουν να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους!"

            Ο Στάλιν είχε τελειώσει. Ήταν ιδρωμένος όπως κι εγώ που πάσχιζα να μην χάσω τίποτε απ'όσα μου είχε πει και να το σημειώσω. Ήξερα πως και η συνέντευξη είχε ολοκληρωθεί. Ήδη, ο Μπέρια στεκόταν όρθιος δίπλα μου συνοδευόμενος από δυο ένοπλους φρουρούς και ευγενικά μου ζήτησε να σηκωθώ.
            Ο Στάλιν είχε απομακρυνθεί και κάπνιζε την πίπα του λίγα μέτρα πιο κει. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ καν τον τρόπο που θα τον αποχαιρετούσα αλλά πριν αποχωρήσω με την συνοδεία μου, κάτι σκέφτηκε εκείνος και άκουσα τη φωνή του.
            "Η χώρα σου γέννησε έναν μεγάλο φιλόσοφο. Τον Σωκράτη. Κι έναν μεγάλο κατακτητή. Τον Αλέξανδρο. Ποιον από τους δυο προτιμάς εσύ έλληνα; "

            Η εκτός… προγράμματος ερώτηση ακινητοποίησε τον Μπέρια κι εμένα στη θέση μας. Ο Στάλιν δεν με κοιτούσε. Ήταν με γυρισμένη τη πλάτη του και ατένιζε τον όμορφο καθαρό ουρανό της Ρωσίας. Σκεφτόμουν πυρετικά. Η ερώτηση ήταν έξυπνη, με είχε αιφνιδιάσει.
            "Νομίζω πως προτιμώ τον… Πλάτωνα! ", του απάντησα.
            Ο Στάλιν ξέσπασε σε γέλια.
            "Έλληνες! Ο κομμουνισμός δεν θα ρίζωνε ποτέ σε σας!", είπε μονάχα και γελώντας κατέβηκε στον ανοιχτό χώρο του κήπου. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα μείναμε με τον Μπέρια ακίνητοι σε μια μυστική συνωμοσία αναρώτησης, με ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα στα χείλη μας.

            Αυτά ήταν και τα στερνά λόγια του συντρόφου Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, ή Κόμπα, όπως τον έλεγαν οι παλιοί του σύντροφοι, ή Στάλιν όπως ήθελε να τον αποκαλούν όλοι.

            Στο τρένο του γυρισμού ξαναδιάβαζα τις σημειώσεις μου, προσπαθούσα να τις νοικοκυρέψω, να τις κάνω ένα πλήρες και δομημένο κείμενο. Στο μυαλό μου ήταν αποτυπωμένη η μορφή του δυναμικού Γεωργιανού, ο ρέοντας, ζωικός μαγνητισμός του, η επιβλητική φωνή του με τη βαριά προφορά. Και πριν κοιμηθώ στη κουκέτα μου δεν μπορούσα να μην έχω στ'αυτιά μου τα τελευταία του λόγια.

            Έλληνες! Ο κομμουνισμός δεν θα ρίζωνε ποτέ σε σας!

* * *