Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

semper in angaria...





O Fortuna/ Ω τύχη
velut luna/ σαν το φεγγάρι
statu variabilis,/ άστατη
semper crescis/ πρώτα μεγαλώνεις
aut decrescis;/ κι ύστερα μικραίνεις
vita detestabilis/ ζωή μισητή
nunc obdurat/ πότε μας βαραίνεις
et tunc curat/ πότε μας ξαλαφρώνεις
ludo mentis aciem,/ όπως κάνεις κέφι
egestatem,/ φτώχια
potestatem/ εξουσία
dissolvit ut glaciem./ τα λιώνεις σαν πάγο.

Sors immanis/ Απάνθρωπη
et inanis,/ και κενή
rota tu volubilis,/ στρίβεις κατα πώς θέλεις
status malus,/ κακόβουλη
vana salus/ ματαιόδοξη
semper dissolubilis,/ εξατμίζεσαι
obumbrata/ μες στη σκιά
et velata/ μες στα πέλαγα
michi quoque niteris;/ κι εμένα σκιάζεις
nunc per ludum/ στα παιχνίδια σου
dorsum nudum/ γυμνή η πλάτη μου
fero tui sceleris./ υποκύπτω σ'ότι διαλέξεις.

Sors salutis/ Η Υγεια
et virtutis/ κι η αρετή
michi nunc contraria,/ είναι εναντίον μου
est affectus/ άγονται
et defectus/ και φέρονται
semper in angaria./ σκλαβωμένες
Hac in hora/ Πάμε λοιπόν
sine mora/ μην αργούμε
corde pulsum tangite;/ αγγίξτε τις χορδές
quod per sortem/ αφού κι εμάς
sternit fortem,/ η μοίρα ορίζει
mecum omnes plangite!/ όλοι μαζι μου κλάψτε!


Carl Orff - Carmina Burana


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ο χρόνος μισεί τους αχάριστους



Η ίδια η ζωή διδάσκει πως δεν είναι δυνατόν να επιβιώσεις. Είτε είσαι ισχυρός, ακόμη προφανέστερα, αν είσαι αδύνατος. Μπορείς βέβαια να παλέψεις. Το δικαιούσαι. Μεγαλώνεις με τούτη την κληρονομιά. Οι πρόγονοι πάλεψαν, οι παλαιοί πάλεψαν, οφείλεις να κάνεις το ίδιο. Είσαι έγκλειστος σε ένα πολιορκούμενο οχυρό από την πρώτη ως την τελευταία ημέρα. Και μάχεσαι, παλεύεις. Οι ορδές ατελείωτες, τα κύματα των επιτιθέμενων αναρίθμητα. Κάποιες στιγμές πιστεύεις πως ‘καθάρισες’. Πως εσύ ‘τη γλύτωσες’ ή πως τελικά, τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα όσο νόμιζες. 

Είναι οι λιακάδες, οι μεθυστικές λιακάδες της ζωής σου. Τα ερωτικά πρωινά, τα μαγικά απογεύματα, τα ονειρικά βράδια που είσαι ξέγνοιαστος… ξεγελασμένος… ας είναι…

Η ίδια η ζωή, επίσης, διδάσκει πως όταν σκέφτεσαι πολύ στοχάζεσαι λίγο και ζεις λιγότερο. Τα ξέφωτα είναι σύντομα σε διάρκεια αλλά δυνατά κι ευεργετικά αν ξέρεις να τα εκμεταλλεύεσαι. Αν ερωτευτείς να δοθείς ολόκληρος, αν είσαι χαρωπός να γελάς δυνατά, εκκωφαντικά, να μην μειδιάζεις επειδή φοβάσαι την ύβρη. Το γέλιο δεν είναι ύβρις απέναντι στην ειμαρμένη. Είναι χλευασμός του παραλόγου του βίου και οφείλεις να το υπηρετείς. Κάτι ήξεραν οι ‘σκυθρωποί’ Σπαρτιάτες. Έστω…

Κι όλα αυτά είναι λιακάδες, οφείλεις να το αναγνωρίσεις, οφείλεις να το χαρτογραφήσεις, να το ψηλαφήσεις. Όχι με τα χέρια του κορμιού σου. Με τα χέρια της ψυχής σου.

Η ίδια η ζωή διδάσκει ακόμα πως ο χρόνος μισεί τους αχάριστους. 

Γιατί όταν αρνείσαι τα δώρα των αγαπημένων φίλων σου μπορείς να αναπαύεσαι στην ευρυχωρία της ψυχής τους. Όταν αρνείσαι όμως τα δώρα των εχθρών σου, τότε χτίζεσαι μέσα στο σπήλαιο της ίδιας της αρνητικότητας και υπηρετείς μονάχα το σκοτάδι μέσα σου.

Και το Στόμα θρέφεται πάντα απ’το σκοτάδι…


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Μέδουσες...



Κάτι λείπει εδώ…

Κάτι που φοβάται να υπάρξει…

Κοιτάμε μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου τα πλάσματα με τα πτερύγια… τον κόσμο εκείνο που απλώνεται μακριά… και είναι εχθρικός… δεν τον αναγνωρίζουμε… είναι όμορφος και ξένος…

Και μέσα μας γεμίζει το απεριόριστο με κάτι ψηλαφητό… με κάτι που μοιάζει με εσωτερική μέδουσα με ίνες που μας μαστιγώνουν και πονάμε… κάτι σαν ζελές που πάλλεται, ανασαίνει ανεξάρτητα από εμάς, ζει βυθισμένο στα αρχαία του βάθη… και που και που αναδύεται, μας ενοχλεί, μας πονά και μετά χώνεται πάλι στην άβυσσό του…

Ξαφνικά, όλα μάς μιλούν για εκείνο που κάποτε ήμασταν και τώρα το χάσαμε… το χάσαμε για πάντα…

Η νοσταλγία μάς πλημμυρίζει...  αυτό που ήμασταν κάποτε

Αυτό που χάσαμε για πάντα…

Όμως, είμαστε ακόμη ικανοί να κοιτάζουμε… ίσως κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε… κάποτε όμως, όχι ακόμα.

Μα είμαστε ικανοί να κοιτάζουμε. Μέσα απ’το γυαλί του ενυδρείου. Τα αλλόμορφα πλάσματα με τα άδεια μάτια και τα μεγάλα σκοτεινά πτερύγια… κολυμπούν στο αμνιακό υγρό της Ύπαρξης και δεν φοβούνται… ή κι αν φοβούνται σιωπούν, εργάζονται το επόμενο λεπτό, την ίδια τη μακάβρια και υπέροχη στιγμή που ζουν… χωρίς το χρόνο… χωρίς το τσεκούρι της μνήμης… χωρίς το μαχαίρι της ελπίδας…

Εκεί εμείς δεν θα μπορέσουμε να ξαναγυρίσουμε… δεν έχει σημασία… αυτό που ήμασταν τότε, έφυγε… κάποιες ποιότητες σαν μακρινή αύρα έρχονται στο στόμα μας και είναι γεύσεις γλυκόπικρες, παράξενες.

Ευτυχώς, μένουν για λίγο. Αρκεί να πλύνουμε το στόμα μας με τη σκέψη και όλα καθαρίζουν…

Γυρνάμε το βλέμμα απ’το μονότονο θέαμα των πλασμάτων που πλησιάζουν το γυαλί για μια στιγμή και ύστερα συνεχίζουν την περιπλάνησή τους και απομακρυνόμαστε…

Αυτό δα το μάθαμε καλά.

Αιώνες τώρα…

Να απομακρυνόμαστε…

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016




"…Θέλησα να σε δοκιμάσω, Και ποιος είσαι εσύ για να δοκιμάζεις αυτό που δημιούργησες, Είμαι ο υπέρτατος άρχων όλων των πραγμάτων, Και όλων των όντων, θα πεις, όχι όμως δικός μου και της ελευθερίας μου, Ελευθερία για να σκοτώνεις, Όπως εσύ ήσουν ελεύθερος να επιτρέψεις να σκοτώσω τον άβελ ενώ ήταν στο χέρι σου να το αποτρέψεις, αρκεί για μια στιγμή να είχες εγκαταλείψει το ματαιόδοξο αλάθητο που μοιράζεσαι με όλους τους άλλους θεούς, αρκεί για μια στιγμή να ήσουν πραγματικά ευσπλαχνικός, να δεχόσουν την προσφορά μου με ταπεινότητα, απλώς και μόνο γιατί δεν έπρεπε να τολμήσεις να την αρνηθείς, οι θεοί, κι εσύ όπως όλοι οι άλλοι, έχετε υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους που λέτε πως δημιουργήσατε, Ο λόγος αυτός είναι αντάρτικος, Πιθανόν να είναι, σε διαβεβαιώ όμως πως, αν ήμουν θεός, κάθε μέρα θα έλεγα Ευλογημένοι ας είναι όσοι διάλεξαν την ανταρσία γιατί σε αυτούς ανήκει η βασιλεία της γης, Ιεροσυλία, Μπορεί, πάντως μεγαλύτερη από τη δική σου δεν είναι, που επέτρεψες να πεθάνει ο άβελ, Εσύ τον σκότωσες, Ναι, είναι αλήθεια, εγώ ήμουν το εκτελεστικό όργανο, αλλά η καταδίκη υπαγορεύτηκε από σένα, Το αίμα που βρίσκεται εδώ δεν το έχυσα εγώ, ο κάιν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στο κακό και στο καλό, αφού επέλεξε το κακό θα το πληρώσει, Όσο κλέφτης είναι αυτός που μπαίνει στο αμπέλι άλλο τόσο είναι κι αυτός που φυλάει τσίλιες, είπε ο κάιν, Και το αίμα αυτό απαιτεί εκδίκηση, επέμεινε ο θεός, Αφού είναι έτσι, θα εκδικηθείς ταυτόχρονα έναν πραγματικό θάνατο κι έναν που δεν έχει ακόμα γίνει, Εξηγήσου, Δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις, Μη σε νοιάζει εσένα, μίλα, Είναι απλό, σκότωσα τον άβελ, γιατί δεν μπορούσα να σκοτώσω εσένα, στην πρόθεση είσαι νεκρός..."

Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016


Χτες βράδυ σκεφτόμουν

αν ήσουν ποταμός
θα’θελα να ήμουν ξαπλωμένος
στις όχθες σου
να σε ακούω
να σου μιλάω
να σε θαυμάζω
κείνο το αιώνιο που αναβλύζει
απ΄τις όλο έρωτα
αναταράξεις σου
να μπορεί ελάχιστα να με δροσίζει
κείνο το αειδίνητο
που σπαταλιέται υπέροχα
στη κοίτη σου
να με μαυλίζει

κι ύστερα
αν με καλούσες
αν το ήθελες
να έμπαινα μέσα σου
να αφεθώ στην αγκαλιά σου
να οσμιστώ το αρχαίος σου ρίγος
ν’απλωθώ
ως τις εξωτικές σου χώρες
η ροή της αδαπάνητης νιότης σου
να με σκανδαλίσει
η κρεολή  
ανυπότακτη υδατοχαίτη σου

κι ύστερα θα ποθούσα
να μου χαρίσεις
κείνο το χιλιάκριβο δώρο
να με καλέσεις στα μυστικά
τα πιο βαθιά σου δώματα
ν’αρμονιστώ
με το αεί σου

ν’αναλωθώ
ένα να γίνω
με το ολοφώτεινο
χαμόγελό σου

ανέστιος κάποτε
τώρα πια όλβιος
να διαιτώμαι
στα κρυφά παλάτια σου
απ’την αθανασία σου
ως τα πιο μύχια της ψυχής μου
ποτισμένος
γενναιόδωρα κερασμένος
να υμνωδώ στα εγκατά σου
το αείρροο
ατελεύτητό σου…