Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

μπαίνει νερό



δεν με ενδιαφέρει τι μέρα είναι. δεν με ενδιαφέρει ποιος επώνυμος πέθανε - γεννήθηκε - χώρισε κ.λπ. .
δεν με νοιάζει ποιος πήρε το Νόμπελ, ποιος δεν το πήρε.
δεν με νοιάζει ποια παγκόσμια μέρα γιορτάζετε, ούτε με νοιάζει να διαφημίσω κάτι στον κόσμο, για να έχω κοινό, να έχω πελάτες, να έχω φίλους που δεν με γνωρίζουν και δεν γνωρίζω, να φτιάξω όνομα..
είμαι απ' τους απορημένους αυτού του κόσμου.
κι είμαι από πάντα απ' τους απορημένους - παράταιρους αυτής της άκοσμης βιτρίνας, που κάθε της αντικείμενο παλεύει ν' αναδείξει την ύπαρξή του με κάθε τρόπο. ..μέχρι που τρύπωσα στο υπόγειο του συνωστισμού, αφού δεν θέλησα να επιδείξω ούτε καν μια φωτογραφία παραλίας, αφού δεν έχω παραλία, ούτε καν ένα στίγμα πού βρίσκομαι -;-, πού χορεύω..πού μαδάω μαργαρίτες..-;- τίποτα.
η βιτρίνα - κόσμος...η βιτρίνα - φίλοι..η βιτρίνα - χαρά..η βιτρίνα - εραστής και ερωμένη.. ΤΙΠΟΤΑ.
και κάποτε έφτασε η βιτρίνα των σκλάβων. η βιτρίνα - σ' αγαπώ. η βιτρίνα - σε θέλω. η βιτρίνα σκλάβων έχει φτάσει. η βιτρίνα σκλάβων ΕΙΝΑΙ. η βιτρίνα σκλάβων ΕΙΜΑΣΤΕ. κι απ' το περιθώριό μου, απ' το υπόγειο του συνωστισμού - επάνω ο χορός οργιάζει - κι απ' το υπόγειο μπαίνει νερό._

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

εμείς όμως εντελώς αλλιώς...


Θέλοντας να απλωθούμε στην ευρύχωρη θάλασσα του άλλου
γινόμαστε οικείοι
επινοούμε και μηχανευόμαστε
απεργαζόμαστε και βυσσοδομούμε
η ύπαρξή μας προσανατολίζεται
και στοχεύει
την κατάληψη του άλλου

όσο πιο 'οικείος' μας γίνει
τόσο πιο εύκολα θα τον πλημμυρίσουμε

η οικειότητα
είναι το απόλυτο όπλο 
αλλά και η Κερκόπορτά μας...

Είμαστε
μανδύες από φως και σκοτάδι
κρύβουμε καλά το κλεμμένο όραμά μας
κρύβουμε καλά τις πληγές που αιμορραγούν
και μας σκοτώνουν…

…Είμαστε
πληγωμένοι εραστές που αρνήθηκαν
ένα γενναίο όχι
για να ζουν δυστυχισμένοι
σ'ένα κίβδηλο ναι...

Φοβόμαστε;
αποθηκεύουμε ενέργεια
και τη σπαταλάμε
παλεύοντας, άγρια, λυσσαλέα, απελπισμένα
να αναρριχηθούμε στις ράχες των άλλων

όλος ο κόσμος γίνεται μια λεπτή, σκοτεινή γραμμή
που χωρίζει τη δική μας άβυσσο
από την ψευδαίσθηση ενός παραδείσιου αλλότοπου…

μέσα από το μίσος
ανιχνεύουμε τις δικές μας αντοχές

μέσα από την αγάπη
εξαντλούμε τις αντοχές του άλλου…

…Τα ένοχα θύματα είμαστε
που έμαθαν αθώα να γελούν
μα είμαστε και οι δήμιοι
που θα μας μακελέψουν…

Το άλγος της ύπαρξης δεν έχει καμιά ρηγμάτωση
η αγάπη δεν είναι ρηγμάτωση
η ελπίδα δεν είναι
η αλληλεγγύη δεν είναι

η μόνη ρηγμάτωση στο σκοτεινό κουτί
είναι η δι-ύπαρξη
γιατί μέσα από την δι-ύπαρξη
το Αχανές παύει να είναι ένας εχθρικός εφιαλτόκοσμος
και γίνεται μια φίλια δύναμη
μια φιλόξενη χώρα

είναι εμείς
όμως εντελώς αλλιώς…


Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

«Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»


Behind the reality (goldmedal) TRIER... Franziskus Pfleghart



«Όταν οι χριστιανοί σταυροφόροι στην Ανατολή προσέκρουσαν σ’εκείνο το ανίκητο τάγμα των Ασσασσίνων, εκείνο το κατ’εξοχήν τάγμα των ελεύθερων πνευμάτων, του οποίου τα κατώτερα μέλη υπάκουσαν σε τέτοια πειθαρχία που όμοιά της δεν γνώρισε ποτέ άλλο μοναχικό τάγμα, πήραν, δεν ξέρω με ποιον τρόπο, κάποιες πληροφορίες για εκείνο το σύμβολο και σύνθημα το οποίο προοριζόταν μόνο για τα ανώτερα μέλη του τάγματος, ως secretum [μυστικό] τους: ‘Τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται’…»

Φρ. Νίτσε, Γενεαλογία της ηθικής
(μετ.: Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες)



Κ
ανείς δεν γύρισε πίσω «αναζητώντας την αλήθεια».

Ο δρόμος που τάχα οδηγεί στην αλήθεια δεν υπάρχει. Απλά, δεν υφίσταται. Δεν ορίζεται. Δεν έχει ‘χάραξη’, δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη. Και αν ακόμη υπήρχε δεν θα ήταν… διπλής κατεύθυνσης. Αν υπήρχε θα ήταν μια ατραπός που θα χανόταν μυστηριακώς με το κάθε βήμα του διαβάτη. Θα γυρνούσε πίσω του και δεν θα έβλεπε τίποτε. Θα ήταν ένα μονοπάτι που θα το επινοούσε εκείνη τη στιγμή. Και την αμέσως επόμενη θα εξαφανιζόταν.

Μπορεί να μην υπάρχει ο δρόμος αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο μύθος για έναν τέτοιο δρόμο. Και το παράδοξο της μυθολογίας του υπερβαίνει την αναγκαιότητα ύπαρξης της ίδιας της αλήθειας. Είναι σαν να θρυλείται η ύπαρξη ενός ορυχείου χρυσού και εκκρεμεί η εύρεση του χάρτη με τον δρόμο που οδηγεί σ’αυτό. Δεν μας ενδιαφέρει αν όντως υπάρχει το ορυχείο και αν τωόντι έχει χρυσό. Μας ενδιαφέρει ο πυρετός. Ο πυρετός είναι ο δρόμος και όχι ο ίδιος ο χρυσός. Με μια άλλη έννοια, το ρίγος είναι η γνώση του δρόμου και όχι η ύπαρξη ή μη του τελικού προορισμού. Γιατί έχουμε τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε τι είναι αυτό που αναζητούμε και το μόνο που μας λείπει είναι αυτός που θα μας δείξει τον δρόμο. Αυτός ή αυτό. Ένας χάρτης, ένας μύθος, ένα παραμύθι, μια αφήγηση.

Η αλήθεια χάνει τη σημασία της και αποτελεί ένα αιώρημα, μια θολή φιγούρα, ένα είδωλο ή ένα φετίχ. Δεν έχει νοηματοδοτηθεί από εμάς, υπήρξαν άλλοι, πολύ πριν από εμάς που υποτίθεται έφτασαν στο μυθικό Ελ Ντοράντο. Κανείς δεν γύρισε βέβαια για να μας το περιγράψει. Δεν μας απασχολεί. Ο νους κάνει τη δουλειά του σεναριογράφου, του σκηνοθέτη, του ειδικού των ‘σπέσιαλ εφέ’. Τα ζούμε όλα φαντασιακά πριν τα βιώσουμε. Τι σημασία έχει εδώ το βίωμα όταν έχει προοικονομηθεί το όλον; Το βίωμα είναι για τους τυχοδιώκτες που αναζητούν το απρόβλεπτο σε κάθε στροφή του δρόμου. Έχουμε όμως μολυνθεί από τον πυρετό του ταξιδιού και αν ανταμωθούμε με κάποιον που υποτίθεται πως γύρισε από τη μαγική χώρα θέλουμε όσο τίποτε άλλο να μας πει.

Ο Πιλάτος, με μια έννοια, πίστεψε πως για μια στιγμή τα είχε όλα. Ή σχεδόν όλα. Ο Ιησούς ήταν ο δρόμος. Ή αυτό τουλάχιστον φημολογείτο. Ήταν μια πιθανότητα που έπρεπε να εξεταστεί. Ο Ιησούς μπορεί να ήταν αληθινά ο δρόμος. Άρα το μόνο που απέμενε ήταν ο ίδιος ο χρυσός… Η ερώτηση ήταν ‘τι είναι η αλήθεια’ και εκεί ο Ιησούς (η Οδός) έμεινε σιωπηλός… Απογοήτευση. Ο παγανιστής Πιλάτος δεν αντέχει τη σιωπή και ο στοχασμός της σιωπής είναι πρόβλημα και όχι ευκαιρία για έναν διοικητή, για έναν ηγέτη, για έναν δικαστή, για έναν στρατιωτικό. Ο Πιλάτος ήθελε τον Ιησού συγκεκριμένο, ήθελε το Δρόμο να μιλήσει, να εκφραστεί με σαφήνεια, με ενάργεια. Ο παγανιστικός κόσμος είχε τα παλαιά μυστήρια προστατευμένα πίσω από το πέπλο της Ιεράς Σιγής με ποινή θανάτου. Και ξαφνικά ο Πιλάτος, στη ‘χώρα του πουθενά’ ανταμώνεται με τον παράξενο άνθρωπο από τη Ναζαρέτ που ισχυρίζεται πως είναι η Οδός. Η ευκαιρία είναι μεθυστική, σχεδόν τοξική. Κι όμως, σιωπή. Αυτό μας παρεδόθη τουλάχιστον, αυτό γνωρίζουμε.
Ο Πιλάτος όμως αγνοούσε πως η ‘αλήθεια’ –ό,τι κι αν είναι, όπως κι αν νοείται ή πραγματώνεται- δεν ‘μαθαίνεται’. Δεν ‘διδάσκεται’, δεν περνάει απ’τον ένα στον άλλο, από στόμα σε αυτί ή από χέρι σε χέρι. Το είχε αποσαφηνίσει απόλυτα ο Αριστοτέλης αιώνες πριν… οὐ μαθεῖν τι ἀλλὰ παθεῖν καὶ διατεθῆναι... Δεν πρόκειται να μάθεις λοιπόν αλλά οφείλεις να αφεθείς και να πάθεις… Κι αυτό όμως ο Σταγειρίτης δεν το δωρίζει σε όλους… γενομένους δηλονότι ἐπιτηδείους… μονάχα κάποιοι, οι επιτήδειοι, οι ικανοί, οι άξιοι με άλλα λόγια θα μπορέσουν να γευθούν τους καρπούς της μύησης… ‘στενή και τεθλιμμένη η οδός’ και όχι ‘πλατεία κέλευθος’… από τότε…

Το σκάνδαλο όμως παραμένει… αν δεν υπάρχει Ελ Ντοράντο τότε δεν υπάρχει τίποτε. Αν δεν υπάρχει τίποτε τότε όλα είναι κίβδηλα, ‘ψεύτικα’, α-νόητα, ασήμαντα, θνησιγενή και με μια έννοια, ήδη νεκρά.
Ο ίδιος ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι… όλα όσα αγαπούμε, ποθούμε, αγωνιούμε γι’ αυτά… Όλα λοιπόν;
Και τότε προς τι τα Σεμνά Όργια, προς τι οι μυήσεις, τα καταβάσια, τα πέπλα σιγής;
Προς τι όλος αυτός ο μύθος, οι κατασκευές, τα οικοδομήματα και οι παραδόσεις;

Η ελπίδα ίσως; Η ελπίδα πως μετά όλα θα είναι αληθινά, επιτέλους;

Η ελπίδα πως αυτό που ακολουθεί είναι κάτι άλλο, διαφορετικό, αληθινό;

Και μη νομίζει κανείς πως οι χριστιανοί ανακάλυψαν την ελπίδα… «…καί περὶ τῆς τελευτῆς ἡδίους ἔχει τὰς ἐλπίδας ὡς ἄμεινον διάγοντας, καὶ οὐκ ἐν τῷ σκότει τε καὶ τὸ βορβόρῳ κεεσομένους, ἄ δὴ τοὺς ἀμυήτους ἀναμένει...» (Αριστείδη, Ελευσίνιος Λόγος)
Τις πιο γλυκές ελπίδες έχουν [οι μυημένοι] σχετικά με το θάνατο πως εκείνοι θα περάσουν καλύτερα και πως δεν θα βρίσκονται στο σκότος και δεν θα κείτονται στο βόρβορο, καταστάσεις που περιμένουν τους αμύητους.

Φαίνεται το λοιπόν πως δεν είναι μονάχα πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Γεννιέται και πρώτη. Πριν την αλήθεια.

Πριν από οτιδήποτε…


Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!



Η προσευχή ενός ειδωλολάτρη


Α, μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
Πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ, Ηδονή, που τις καρδιές παιδεύεις!
ω Diva, supplicem exaudi!

Θεά που’σαι στ’αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μια ψυχή αποκαμωμένη,
που ύμνο σού προσφέρει από χαλκό.

Γίνου Ηδονή, μόνη βασίλισσά μου!
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, Θεά μου,
με τη σαρκοβελούδινη ομορφιά,

ή χύσε τις βαρύπνιες σου σ’εμένα,
μες στ’άυλα κρασιά, τα μαγεμένα,
ω Ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!!!


Charles Baudelaire [Les Fleurs du Mal, 1861]
Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Δαίμων που ήσουν άνθρωπος...


«…Δαίμων που ήσουν άνθρωπος, αλλά που συμμετέχεις τώρα στην πιο θεϊκή φύση των Δαιμόνων, αφού λυτρώθηκες από τα δεσμά της Ανάγκης που αλυσοδένουν τους ανθρώπους. Βρήκες τη δύναμη μες στην καρδιά σου για να ξεφύγεις από την αφρισμένη τρικυμία των σωματικών παθών και να φθάσεις κολυμπώντας σ’ένα στεγνό ακρογιάλι, μακριά από τον κόσμο των εγκλημάτων και να βρεις εκεί ένα ίσιο δρόμο για την εξαναγκασμένη σου ψυχή…»

Χρησμός του Δελφικού Μαντείου τον οποίο έλαβε ο Αμέλιος όταν ρώτησε για το που βρίσκεται η ψυχή του Πλωτίνου. Τον διασώζει ο Πορφύριος.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016



Τους θυμάμαι και τους δυο σαν χτες. Σε κείνο το φτωχικό αλλά πολύ φιλόξενο σπιτάκι τους, σε κάποιο δρόμο έξω από τα Μέγαρα, χωμένο μέσα σε έναν απέραντο ελαιώνα. Ένα μεγάλο δωμάτιο στην ουσία που είχε μια ξεχωριστή, έντονη μυρωδιά από το τζάκι που πάντα έκαιγε στη μια γωνία. Έχω τη μυρωδιά φρέσκου ψωμιού ακόμη να με πλημμυρίζει. Παράξενο αλήθεια, οι μυρωδιές να είναι βασικός άξονας των μνημονικών ταξιδιών. Λες και χωρίς αυτές, οι εικόνες παραμένουν ασπρόμαυρες, άτονες, άοσμες… στην κυριολεξία.

Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν επισκεπτόμασταν οικογενειακώς πάντα, το ζευγάρι αυτό από τα Μέγαρα, για τον αδελφό μου κι εμένα, δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο. Οι δικοί μου απολάμβαναν τη συντροφιά, το εξαιρετικό φαγητό και το μυθικό κρασί αλλά για μας τους πιτσιρικάδες, όλες αυτές οι Κυριακάτικες ώρες ήταν ατελείωτες και βαρετές. Το ομολογώ ανερυθρίαστα, καθώς λένε. Θέλαμε να γυρίσουμε στο μεγάλο και άνετο διαμέρισμά μας, με την τηλεόραση και τα παιχνίδια και τα βιβλία μας. Τι δουλειά είχαμε ανάμεσα στους μεγάλους και μάλιστα σε ένα απομονωμένο σπίτι, μέσα στα χωράφια; Και με ποιον να μιλήσεις και να σου πει τι;

Ο Νικόλας, ένας άνθρωπος χαρακωμένος από τη ζωή στο πρόσωπο αλλά όχι και στη ψυχή, ένας βοσκός που τελικά σε μεγάλη ηλικία ένωσε τη μοναξιά του με κείνη της καπάτσας, φλύαρης και πάντα γελαστής Ρηνιώς. Έτσι τους θυμάμαι. Εκείνος φορούσε την κάπα του και μιλούσε ελάχιστα. Έκανε τα ‘θελήματα’, μπαινόβγαινε στο σπίτι για δουλειές, άκουγε τις συζητήσεις των άλλων για πολιτική, ποδόσφαιρο, την πρόοδο της επιστήμης και τις «κατακτήσεις του ανθρώπου» και όλα τα σχετικά και δεν μιλούσε. Μονάχα τον θυμάμαι να κοιτάζει τη γυναίκα του, που ήταν και αρκετά μεγαλύτερή του σε ηλικία, με αληθινό δέος και λατρεία. Ο λόγος της ήταν διαταγή αλλά δεν ήταν ποτέ αυστηρή μαζί του. Ήταν τρυφερή και επαινετική. Ο Νικόλας, κοντά στα 55 ίσως τότε, παρέμενε ευκίνητος, γρήγορος και θετικός αλλά μονάχα σε κείνη. Η επικοινωνιακή του εμβέλεια δεν είχε περισσότερο πλάτος ή βάθος. Δεν τον ενδιέφερε μάλλον κανείς άλλος, τίποτε άλλο. Νομίζω πως εμάς, τα παιδιά, δεν μας αντιλαμβανόταν σχεδόν ποτέ.

Η μικρόσωμη αλλά χαριτωμένη Ρηνιώ ήταν η ψυχή του σπιτιού αλλά και της συντροφιάς. Θυμάμαι πόσο την εκτιμούσε, την αγαπούσε θα έλεγα ο πατέρας μου και πόσο απολάμβανε τη ζωηρή, λυρική και τραγουδιστή συντροφιά της. Η φωνή της ήταν χαρακτηριστική, σχεδόν κοριτσίστικη. Η καρδιά της ήταν ζεστή και η ψυχή της μεγάλη και ανάλαφρη. Παρά την μικρή της αναπηρία στο ένα της πόδι που την ανάγκαζε να κουτσαίνει ελαφρά, δεν έδινες καμιά σημασία στην εξωτερική εμφάνιση. Νομίζω πως όλοι οι συνδαιτυμόνες αυτών των Απριλιάτικων συνήθως Κυριακάτικων συναντήσεων, μαγεύονταν από την παρουσία της. Και ήταν όλοι τους γιατροί, συνάδελφοι του πατέρα μου μηχανικοί, επιχειρηματίες. Μέσα στο ταπεινό σπίτι των Μεγάρων έλαμπε μονάχα ένας ήλιος, αυτός της Ρηνιώς και κανείς δεν ήθελε να το αλλάξει αυτό. Κανείς δεν αναζητούσε τίποτε άλλο. Κανείς δεν επεδίωκε να προβάλλει το εγώ του. Τα φουσκωμένα ‘εγώ’ δεν χωρούσαν στο απέριττο αυτό σπίτι.

Δεν ξέρω τι απέγιναν αυτοί οι δυο μοναχικοί, ερωτευμένοι ακρίτες των Μεγάρων. Καμιά φορά τους φέρνω στη μνήμη μου και δεν μελαγχολώ αλλά χαμογελώ. Η ομορφιά και η χαρά που είχαν στη ψυχή, στο άγγιγμα, στο βλέμμα και στη φωνή τους, η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού, το αναμμένο τζάκι, τα αστεία, τα ανέκδοτα, η χαρά των δικών μου και των άλλων… ένας ολόκληρος κόσμος που χάθηκε πια… αλλά παραμένει ζωντανός μέσα μου…

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Λέξεις - πέτρες...



Κ
άθονταν εδώ και λίγη ώρα σιωπηλοί… εκείνος την κοιτούσε με κοφτές, σύντομες ματιές… πίσω της απλωνόταν η θάλασσα. Το φόντο ήταν αυτό που της ταίριαζε, σκέφτηκε, της άρμοζε… σα να έπρεπε με κάποιο τρόπο να υπάρχει και το κατάλληλο τοπίο πίσω απ’το πρόσωπό της. Άλλοτε σκληρό κι εκείνο, άλλοτε μελαγχολικό, άλλοτε απλά, αυτό που ήταν…

Εκείνη τον κοιτούσε συνέχεια, από τη στιγμή που είχαν καθίσει σ’αυτό το απόμερο καφενεδάκι… ήταν ένα παλιομοδίτικο μαγαζί που είχε... εκμετρήσει το ζην από καιρό όμως, μπορούσε κανείς να πει δυο ήσυχα λόγια… λόγια ήσυχα από όχι ήρεμους ανθρώπους…
Πήρε το κινητό της στα χέρια και το απενεργοποίησε. Τελευταία το έκανε όλο και πιο συχνά αυτό.
 
-Γιατί το έκλεισες; την ρώτησε. 
 
Εκείνη πήρε το βλέμμα της από πάνω του και το άφησε να αλητεύει στο πουθενά για να βρει τα δευτερόλεπτα πριν του απαντήσει.
Έχουν παράξενο χρώμα τα μάτια της σήμερα, σκέφτηκε εκείνος. Πιο ανοιχτό κι όμως, πιο πένθιμο.
-Νομίζω ότι δεν πρέπει να είναι ανοιχτό κάτι τόσο… τόσο… ξεκάρφωτο… δεν ξέρω ποια λέξη να βρω… τόσο άσχετο με τη στιγμή αυτή… να μην λειτουργεί… να μην… σε προσβάλει.
Είπε το ρήμα σα να πατούσε με το πόδι της μια στέρεη πέτρα που θα την οδηγούσε με ασφάλεια πάνω από το ορμητικό νερό ενός χειμάρρου στην απέναντι όχθη. Το έκανε συχνά αυτό, σκέφτηκε. Της άρεσαν οι λέξεις πέτρες… οι λέξεις που έχουν την αιώνια σιωπή μαζί με την αρχαία δύναμή τους. Βάρος και ευθύνη και σιγουριά και… σιωπή… 
-Σκεφτόμουν…
-Τι;
-Αυτό που μου είχες πει την πρώτη μας βραδιά…
-Ποιο απ’όλα;
-Εκείνο για τη σιωπή…
Πάγωσε… είχαν συντονιστεί… πάλι… ήταν όμορφο και ανησυχητικό μαζί. Ξαφνικά αισθάνθηκε την ανάγκη για καφέ.
-Πριν μου πεις… πάω μέσα να παραγγείλω δυο καφέδες…
-Δεν θέλω εγώ…
-Για μένα θα τους πάρω…
-Πάρε έναν διπλό…
-Ποτέ ο διπλός δεν είναι πραγματικά διπλός… 
Όταν γύρισε την βρήκε να έχει γυρίσει και να κοιτάζει τη θάλασσα. Είχε μαζέψει τα πόδια της πάνω στο τσιμεντένιο στηθαίο.
-Πιες μια γουλιά, της είπε κι εκείνη ήπιε.
-Τελικά ήθελα κι εγώ λίγο καφέ.
-Πες μου…
Πριν του μιλήσει τον κοίταξε ξανά. Ολόισια στα μάτια.
Το χρώμα τώρα είναι πάλι το κανονικό της, σκέφτηκε και κάθισε δίπλα της.
Χαμογέλασε. Ήπιε μια μικρή γουλίτσα καφέ. Όπως πάντα. 
-Είχες πει πως οι άνθρωποι περνούν όλη τους τη ζωή στη σιωπή. Κι αυτό είναι τόσο τρομερό όσο το σκεφτόμουν… σήμερα… γυρνώντας από το νοσοκομείο… ήμουν στο θείο μου, ξέρεις…
-Ναι…
-Τον παρατηρούσα… με τη θεία μου… κάτι έλεγαν… κάτι δυνατό και έκλαιγαν… σκεφτόμουν… χρειάστηκε μια οριακή στιγμή στη ζωή του ενός για να σπάσουν τη σιωπή… για να μιλήσουν ξανά… αληθινά… εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως σ’αγαπώ… πολύ… και δυνατά… και δεν άντεχα άλλο εκεί μέσα… βγήκα τρέχοντας και σου τηλεφώνησα…

Δεν της μίλησε. Άκουγε τις λέξεις να έρχονται από το μικρό της στόμα και τις υποδεχόταν με γλυκύτητα. Του άρεσαν πολύ αυτές οι στιγμές που η κάθε λέξη είχε τη δική της απόλυτη σημασία και ομορφιά… μήπως αυτό είναι αγάπη, σκέφτηκε… η κάθε λέξη της να είναι…
-Τι σκέφτεσαι πάλι; τον διέκοψε.
Συναντήθηκε ξανά με το αυστηρό της βλέμμα. Τώρα δεν είχε πίσω της τη θάλασσα αλλά ένα άσχημο τοπίο. Τέντες και τραπέζια και πλαστικές κακόγουστες καρέκλες.
-Τι σκέφτεσαι; επέμεινε. 
Ήξερε πως δεν το έκανε από ανακριτική περιέργεια αλλά επειδή είχε νιώσει μόνη. Δεν της άρεσε καθόλου αυτό και ήταν θέμα δευτερολέπτων να ξεσπάσει ο θυμός της.
-Σκεφτόμουν τον τρόπο που διαλέγεις τις λέξεις… της είπε και ήταν ειλικρινής.
Το πρόσωπό της γλύκανε και… έκλεψε ακόμη μια γουλιά από τον δεύτερο καφέ.
-Κλέφτρα… της είπε.
-Συγνώμη, του είπε ναζιάρικα και αυτό τους ξύπνησε εκείνες τις μαγικές, πρώτες τους στιγμές παιγνιδιού.
-Τσιφούτη! του αντιγύρισε συνεχίζοντας στο ίδιο κοριτσίστικο ύφος.
-Και μάλιστα γερο-τσιφούτης, συμπλήρωσε σοβαρά εκείνος.
Και μετά σιωπή. Η αναβίωση παλαιών και θρυλικών στιγμών μόλις είχε ξοδέψει τα καύσιμά της.
Αποφάσισε να μιλήσει πρώτα εκείνη. Αυτό ήταν ένα από τα συμπτώματα της αλλαγής τους. Κάποτε την αμήχανη σιωπή ανάμεσά τους την διέκοπτε πρώτα εκείνος. 
Κάποτε, σκέφτηκε μελαγχολικά, δεν υπήρχε αμήχανη σιωπή ανάμεσά τους…
-Είμαστε λοιπόν σιωπηλοί; 
Είχε γυρίσει το κεφάλι της και δεν τον κοιτούσε. Άλλο ένα σύμπτωμα. Τι μας συμβαίνει με τον καιρό και δεν αντέχουμε ούτε το βλέμμα του άλλου; Ειδικά όταν κάνουμε μιαν ερώτηση που ξέρουμε κιόλας την απάντηση;
-Ναι, της απάντησε σταθερά και αυτό την αιφνιδίασε κάπως. 
Γύρισε και τον κοίταξε. Το νάζι και η παιγνιώδης διάθεση είχαν εξαφανιστεί. Είχε σκληρότητα και εισαγγελική αυστηρότητα το νέο της βλέμμα. Δεν τον πτόησε. Σχεδόν το περίμενε. Ήταν κι αυτό ένα ακόμη σύμπτωμα.
Η αρρώστια είχε προχωρήσει.
-Ναι; Τόσο απλά;
-Τόσο, της είπε και ρούφηξε με θόρυβο την τελευταία γουλιά καφέ.
-Κλείνεσαι πάλι…, απάντησε εκείνη κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί.

Ήξερε τη συνέχεια. Θα περπατούσε για λίγο μόνη, θα την ακολουθούσε σιωπηλός, θα γυρνούσαν σπίτι, δεν θα έτρωγαν τίποτα, δεν θα έκαναν έρωτα, θα έπεφταν για ύπνο.
Δεν θα της έλεγε παραμύθι στην αγκαλιά του.
Ήξερε τη συνέχεια.
Κι αποφάσισε να την αλλάξει.
 
-Μη σηκωθείς. Μη φύγεις. Δεν κλείνομαι… είπε με φωνή που πάσχιζε να μην σπάσει.
-Κλείνεσαι… επανέλαβε εκείνη πιο δυνατά.
-Πάντα ήμουν κλειστός, είπε δυνατά κι εκείνος.
-‘Κρυπτικός’… έτσι είχες γράψει κάπου… σε κείνο το φθαρμένο μπλοκάκι σου με τις σημειώσεις…
-‘Τις σημειώσεις του δρόμου’, αναπόλησε εκείνος. Το έχεις κρατήσει;
-Φυσικά! Εσύ τα μεταφέρεις στον κωλο-κειμενογράφο σου στον υπολογιστή κι εγώ τα κρατάω όπως ήταν, στο χαρτάκι…
Άλλη μια λέξη – πέτρα. Κωλο-κειμενογράφος… του την πέταξε στο πρόσωπο σαν βότσαλο για να πονέσει. 
Άλλα βέβαια, πονούσαν πιο πολύ. 
-Ναι, κρυπτικός… αυτό σου άρεσε τότε…, της είπε και ήταν λάθος. Όταν βάζεις το ‘τότε’ στο παιχνίδι σημαίνει πως το ‘τώρα’ έχει χάσει το παιχνίδι.

Στο διάβολο τα παιχνίδια με τις λέξεις…
-Τότε δεν κλεινόσουν, απάντησε ήρεμα εκείνη και δεν σηκώθηκε. 
Τον χάιδεψε στο μάγουλο με τον τρόπο που τον έκανε να ανατριχιάζει.
-Ξέρω τι θα πεις.
-Δεν ξέρεις.
-Ξέρω… θα πεις ότι ανοίχτηκα για λίγο επειδή σε ερωτεύτηκα και τώρα που σε ξε-ερωτεύτηκα κλείνομαι πάλι.
-Γυρνάς στη σπηλιά σου…
-Όχι, όχι πάλι η σπηλιά… διαμαρτυρήθηκε εκείνος και της φίλησε απαλά το χέρι. Το δέρμα της ήταν δροσερό. Η αίσθηση όμορφη.
-Εσύ μου την είχες αναφέρει κι αυτή. Εγώ δεν φταίω σε τίποτα… εγώ απλώς ερωτεύτηκα έναν…
-Σπηλαιώτη…
-Χα, ναι! 
Γέλασε εγκάρδια, σπάνιο και πολύτιμο βίωμα και τον πλημμύρισε ευεργετικά.
-Θα το πω κι ας είναι κλισέ. Όταν γελάς είσαι μαγική.
-Να το λες πιο συχνά και ας είναι κλισέ ποιητή μου!, του είπε ζεστά και τον έσπρωξε στο στηθαίο.

Η κίνησή της τον αιφνιδίασε. Ξάπλωσε πίσω και στριμώχτηκε να την υποδεχθεί δίπλα του. 
-Να κάνουμε έρωτα εδώ. Γίνεται;, τον ρώτησε απαλά και τα μάτια της γυάλιζαν.
-Δεν γίνεται…, της απάντησε χαμογελώντας. Πάμε στην αμμουδιά, στην παραλία.
-Είναι νωρίς… έχει κόσμο, απάντησε εκείνη και έβαλε την παλάμη της ανάμεσα στα πόδια του.
-Μμμ… αυτός δεν κλείνεται…, του είπε.
Η μαγεία δεν κράτησε πολύ. Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και σηκώθηκε. Κάθισε ξανά όπως πριν. Τη μιμήθηκε απρόθυμα.
Σιωπή και πάλι… 
-Δεν θέλω να γυρίσουμε σπίτι…, είπε τώρα εκείνος. Το εννοούσε.

Δεν του απάντησε. Ήξερε γιατί. Δεν τόλμησε να την ενοχλήσει. Έκλαιγε.
Είχε φανταστεί πολλές φορές τη σκηνή του χωρισμού τους. Τη λέξη όμως δεν θα τολμούσε να την πρωτοψελλίσει εκείνος.
Απ’τις λέξεις πέτρες αυτή δεν θα την άντεχε…
Την περίμενε να ηρεμήσει. Κοιτούσε τον ήλιο στο βάθος που βουτούσε πίσω απ’το βουνό και αισθάνθηκε ρίγος με την αναλογία στη σχέση τους.

Το σκοτάδι ερχόταν…

***