Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Η ηθική είναι απλά αυθυποβολή. Αυτό που είναι απαραίτητο είναι η συνείδηση...




"…για να πάψουμε να είμαστε μηχανές, θα πρέπει να γνωρίσουμε τη μηχανή…

…οι υποτιθέμενες σκέψεις μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά έτοιμες διατυπώσεις που βγάζουμε από το συρτάρι. Ό,τι αποκαλούμε σκέψεις δεν είναι σκέψεις. Δεν έχουμε σκέψεις, απλώς διαθέτουμε διάφορες ετικέτες, σύντομες ή συνοπτικές ή μεγάλες – πάντα όμως ετικέτες…

… σπάνια βλέπουμε αυτό που κοιτάζουμε. Ο άνθρωπος είναι μια προσωπικότητα γεμάτη προκαταλήψεις. Υπάρχουν δυο ειδών προκαταλήψεις. Οι πρώτες προέρχονται από την ουσία ενώ οι άλλες από την προσωπικότητα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τίποτα, ζει κάτω από το κράτος της αυθεντίας, δέχεται κάθε λογής επιδράσεις και πιστεύει σ’αυτές. Δεν γνωρίζουμε τίποτε…

…ο άνθρωπος δεν γεννιέται με μια έτοιμη ψυχή, γεννιέται ατελής. Η ψυχή είναι υλική, όπως και το σώμα, η ύλη είναι ενέργεια και κάθε ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να αναπτύξει λεπτότερες ουσίες μέσα στο σώμα από μόνο του, κάνοντας συνειδητές προσπάθειες. Αλλά αυτό δεν είναι εύκολο και δεν αρκούν ούτε οι ευσεβείς πόθοι ούτε η άκαμπτη αποφασιστικότητα… η μεταμόρφωση του ανθρώπινου όντος αρχίζει μόνον όταν οι πηγές μέσα στο σώμα, τα ‘κέντρα’ από τα οποία πηγάζουν οι κινήσεις, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, πάψουν να παράγουν σπασμωδικές και ασυντόνιστες εκρήξεις ενέργειας και αρχίσουν να συνεργάζονται αρμονικά… τότε για πρώτη φορά εμφανίζεται μια νέα ποιότητα, η ‘παρουσία’. Καθώς η ένταση της παρουσίας ανεβαίνει, η μήτρα των αντιδράσεων και των πόθων μας που ονομάζουμε ‘εγώ’, γίνεται βαθμιαία ελαστική και διάφανη και, στον πυρήνας της αυτοματικής δομής της συμπεριφοράς μας, ένας νέος χώρος σχηματίζεται όπου μπορεί να αναδυθεί μια αληθινή ατομικότητα…

…δεν είμαστε τίποτε ή σχεδόν τίποτε αλλά είμαστε προικισμένοι με Θεό!...

…στους ανθρώπους αρέσει πολύ να μιλούν για την ηθική. Αλλά η ηθική είναι απλά αυθυποβολή. Αυτό που είναι απαραίτητο είναι η συνείδηση. Δεν διδάσκω ηθική. Διδάσκω τον τρόπο να βρει κανείς τη συνείδηση…

…η διδασκαλία μου αφορά την ενθύμηση του εαυτού… να θυμηθούμε τον εαυτό μας… σημαίνει τούτο να θυμηθούμε την ίδια την απουσία του είναι και την άγνοιά μας… να επιτρέψουμε να αναδυθεί η παρουσία στο υπόβαθρο της απουσίας ενάντια στις αντιστάσεις που ορθώνονται απέναντι σε ό,τι έρχεται να ταράξει τον ‘ύπνο’…"


Γεώργιος Ιβ. Γκουρτζίεφ

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Αθηναϊκοί περίπατοι


Εμμανουήλ Ροΐδης

Αθηναϊκοί περίπατοι[1]


Π
ολύ περισσότερον παρ’ όσα από τον καιρόν του Αμπού έως σήμερον έτυχε να διαβάσω εις τον ξένον τύπον υβριστικά διά την Ελλάδα, μ’ έκαμαν να εντρέπωμαι αι κατά τας παραμονάς των Ολυμπιακών αγώνων συστάσεις των ιδικών μας εφημερίδων, προς την αστυνομίαν και τους οικοκυραίους, να επιμεληθούν προς χάριν των ξένων την καθαριότητα των δρόμων και να φροντίσουν να μη βρωμούν αι μάνδραι και να μην είναι τα πεζοδρόμια παραρτήματα μακελλείων και λαχανοπωλείων. Όλα αυτά εζητούντο ως και όταν επρόκειτο να επισκεφθούν τας Αθήνας οι αυτοκράτορες Δον Πέτρος και Γουλιέλμος, ως μέτρα έκτακτα, με την υπόμνησιν μάλιστα ότι δεν θα παρετείνοντο επί πολλάς ημέρας αι τοιαύται περί καθαριότητος ενοχλήσεις. Τι άλλο δύναταί τις εκ των συστάσεων τούτων να συμπεράνει παρά μόνον ότι, καθώς οι Τζιφούτηδες της Βλαχίας αλλάζουν και κυνηγούν τας ψείρας των μόνον κατά τας μεγάλας των θρησκευτικάς εορτάς, ούτω και οι κάτοικοι των Αθηνών μόνον εις εκτάκτους περιστάσεις πρέπει ν’ αναπνεύουν άοσμον αέρα, και να μη γλιστρούν εις αίματα και να μη σκοντάπτουν εις σάπια πορτοκάλια και λείψανα γάτων και ορνίθων;
     Μη βιασθείτε να με κατατάξητε εις το γένος των αναμασητικών ζώων αν σας ομιλώ διά την κατάστασιν των αθηναϊκών δρόμων. Ούτε καμήλα είμαι ούτε επικήδειος ρήτωρ διά να μου αρέσουν τα αναμασήματα. Τούτο όμως εσυλλογίσθην, ότι μετά τους Ολυμπιακούς αγώνας οι Αθηναίοι, εξιπασθέντες από την λαμπρότητα της πανηγύρεως, την συρροήν του τόσου κόσμου, την παρουσίαν του βασιλέως και των πριγκίπων, τας σημαίας, τα σαλπίσματα, τας φωτοχυσίας, τας μουσικάς και του Λούη τας τιμάς, εκατάντησαν όλοι αθλομανείς. Η Πλάκα, προ πάντων, όπου κατοικώ, έγινεν όλη ένα είδος Σταδίου. Καθ’ ημέραν κινδυνεύω ν’ ανατραπώ από υποψηφίους μαραθωνοδρόμους ή να σπάσουν οι δισκοβόλοι την κεφαλήν μου. Διά να σχηματίσετε ιδέαν του βαθμού εις τον οποίον έφθασεν η αγωνομανία, αρκεί να σας είπω ότι κάθε απόγευμα περί την δύσιν του ηλίου ημπορεί ο διαβάτης να καμαρώσει περί τον πλάτανον της Πλάκας και το φανάρι του Διογένους, εκτός των παίδων και νεανίσκων, και κάμποσα, όχι μόνον μικρά αλλά και αρκετά μεγάλα αγοροκόριτζα να σηκώνουν βάρη, να πηδούν, να ρίπτουν δίσκους και να τρέχουν, χωρίς φόβον να δείξουν το χρώμα της καλτσοδέτας των, συμμεριζόμεναι, ως φαίνεται, τας περί εξισώσεως των δύο φύλων προοδευτικάς ιδέας της Εφημερίδας των Κυριών.
     Καλά θα εκάμνατε να στείλετε εκεί κανένα από τους ρεπόρτερ σας να περιγράψει αυτά τα σπαρτιατικά παιγνίδια, διότι αξίζουν τον κόπον. Εγώ ήθελα μόνον να σας υποδείξω ότι, αφού από τόσα έτη βοά όλος ο κόσμος κατά του κονιορτού, της λάσπης τω λάκκων και της δυσωδίας και ματαίως αγωνίζεται όλος ο τύπος να φέρει εις θεογνωσίαν του δημοτικούς μας άρχοντας και την αστυνομίαν, καλόν ίσως θα ήτο ν’ αποταθεί σήμερον προς διόρθωσιν του κακού εις την αγωνομανίαν, να προσπαθήσει δηλαδή να πείσει τους φιλάθλους ότι χωρίς πνεύμονας υγιείς αδύνατον είναι να υπάρξουν μυώνες ισχυροί· ότι εφόσον εξακολουθούν ν’ αναπνέουν τας αναθυμιάσεις της Πλάκας, της Βάθιας, της Παλαιάς Αγοράς, του Ροδακιού και του Βαθρακονησίου, χάνουν τον καιρόν των γυμναζόμενοι και ονειρευόμενοι τας δάφνας του Λούη, του ροφώντος καθαρόν αέρα εις το Μαρούσι, ή των αθλητών της Αμερικής, όπου σκουπίζονται οι δρόμοι τετράκις την ημέραν και καταδικάζονται εις βαρύ πρόστιμον οι ρίπτοντες από το παράθυρον, όχι κοφίνια σκουπιδιών, αλλά και μίαν μαραμένην ανθοδέσμην. Το επιχείρημα τούτο είναι ίσως το μόνον δυνάμενον να συγκινήσει τους αγωνιστάς μας, αφού ούτε περί της υγείας των πολυφροντίζουν ούτε φαίνεται να τους ενοχλεί πολύ η ακαθαρσία.
     Οι πανηγυρισταί της Θείας Προνοίας συγκαταλέγουν εις τα ευεργετήματα αυτής την επιδεκτικότητα των αισθήσεών μας να καταντούν με τον καιρόν και την συνήθειαν αναίσθητοι εις τα δυσάρεστα θεάματα, ακούσματα και μυρίσματα. Και έχουν μέγα δίκαιον. Πρόχειρον τούτου απόδειξιν μας δίδουν οι ενορίται του Αγίου Γεωργίου, των οποίων, ως εσυνήθισαν τ’ αυτία την ρινοφωνίαν του ψάλτου, ούτω πλησιάζουν και οι οφθαλμοί να συνηθίσουν την νεοχάρακτον επί του τοίχου του ναού εξάπηχυν εκείνην γελοιογραφίαν, ήτις τόσον πολύ τους εσκανδάλισε κατά τας πρώτας ημέρας. Η όσφρησις προ πάντων είναι εξ όλων μας των αισθήσεων η επιδεκτικωτέρα να μεταβληθεί διά της έξεως εις αναισθησίαν. Γνωρίζετε βεβαίως το περίφημον ποίημα του Βωδελαίρ, «Το ψοφίμι» (La charogne), με την ανοικτήν κοιλίαν, όπου βόσκουν κοπρόμυγες, μαμούνια, σκώληκες και ασκαρίδες. Ο ποιητής εύρισκε τρόπον να μυρίζεται το πράγμα τούτο «ως άνθος» και όλοι τον ενόμισαν τρελόν, δέκα έτη πριν τρελαθεί. Το κατόρθωμα του Βωδελαίρ δύναται βεβαίως να θεωρηθεί ως εξαιρετικόν, ουδεμίαν όμως επιδέχεται αμφισβήτησιν ότι ούτε οι ζωογδάρται, ούτε οι ταμπάκηδες, ούτε οι σκουπιδοξύστες, ούτε οι βαλσαμωταί ορνέων, ούτε οι κάτοικοι των οδών «Αίαντος» και «Πρωτογένους» ενοχλούνται πολύ από την ποιότητα του αέρος τον οποίον αναπνέουν. Η μύτη των καταντά με τον καιρόν στωική. Το κακόν είναι ότι δεν ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να καταστήσει και τους πνεύμονας ημών επίσης επιδεκτικούς να εξοικειωθούν με τα μολύσματα της ατμοσφαίρας.
     Δεν εννοώ βεβαίως ότι όλοι οι μετερχόμενοι ακάθαρτα επαγγέλματα και όλοι οι γείτονες κοπρώνων αποθνήσκουν από φθίσιν, κακοήθη πυρετόν, κοιλιακόν τύφον ή σηψαιμίαν, αλλά μόνον ότι δεν έχομεν δίκαιον να περιφρονώμεν τόσον πολύ τους ιατροστατιστικούς πίνακας, εκ των οποίων προκύπτει ότι εις όλας τας πόλεις της Ευρώπης ο αριθμός των νόσων και ο μέσος όρος της ανθρωπίνης ζωής διαφέρει πολύ κατά τα επαγγέλματα και τας συνοικίας. Δεν έχω πρόχειρον τον Bouchardat[1], διά να σας παρατάξω αριθμούς και τι λέγει περί της ευρωστίας των équarisseurs[2], των boyaudiers[3], των chiffonniers[4] και των άλλων καταδικασμένων εκ του επαγγέλματός των ν’ αναπνέουν εις το Παρίσι αθηναϊκόν αέρα· δεν βλέπω όμως και την ανάγκην ν’ αναζητήσω ξένα παραδείγματα, αφού πρόχειρα και πειστικώτατα είναι τα δικά μας. Σοφός καθηγητής του πανεπιστημίου μας μου έλεγε, προ τινων μηνών, ότι εις μόνην την περισσοτέραν ακαθαρσίαν του Γαζοχωρίου, της Αγίας Τριάδος, και εν γένει των κάτω μαχαλάδων, πρέπει ν’ αποδοθεί ο μεγαλύτερος αριθμός των προώρων θανάτων. Εύκολον και ασφαλέστατον μέσον αποδείξεως θα ήτο η επί τη βάσει της επιγραφής των επικηδείων πλακών ή σταυρών εξακρίβωσις του μέσου όρου της ηλικίας εις την οποίαν απέθανον οι αναπαυόμενοι εις το κοιμητήριον της Βάθιας και οι ευτυχήσαντες ν’ αναπνεύσουν καθαρώτατον αέρα πριν ενταφιασθούν εις το Α΄ νεκροταφείον. Η διαφορά θα ήτο, πιστεύω, μεγάλη, αφού και εκ πρώτης όψεως προξενεί αλγεινήν έκπληξιν εις τον επισκέπτην του λαϊκού Β΄ νεκροταφείου το μέγα πλήθος των παιδικών και νεανικών σταυρών.
     Αλλά σκοπός μου σήμερον δεν είναι να θρηνήσω επ’ αυτών, αλλά μόνον να υποδείξω ότι η σημερινή αγωνομανία παρέχει εις τον τύπον μοναδικήν ευκαιρίαν να την εκμεταλλευθεί υπέρ της καθαριότητος και της ευπρεπείας των δρόμων της πρωτευούσης. Την ελπίδα επιτυχίας ενισχύει η σύμπτωσις ότι η αγωνιστίτις αύτη επέσκηψεν οξυτέρα επί των κατοικούντων τας ρυπαράς συνοικίας. Τούτους πρόκειται ο τύπος να πείσει όχι ότι κινδυνεύει το στήθος των από φθίσιν, αφού δεν τους μέλει περί τούτου, αλλ’ οι μυώνες των από ατροφίαν, και μάταιον είναι να γυμνάζονται, να τρέχουν, να δισκοβολούν και να βλέπουν εις τον ύπνον των ολυμπιακά βραβεία, εφ’ όσον εξακολουθούν να τρέφουν τους πνεύμονάς των με τελμάτων, σφαγείων και βόθρων αναθυμιάσεις.   


περ. Εστία, 22.5.1896


[1] Γάλλος χημικός και φαρμακοποιός (1806-1886)

[2] τεμαχιστές σφαγίων

[3] χορδοποιοί  (η βρώμα, επειδή οι χορδές κατασκευάζονταν από τα εντόσθια των ζώων.)

[4] ρακοσυλλέκτες



[1] Άρθρο του πάντα καυστικού και απολαυστικού Εμμ. Ροΐδη στο περ. Εστία λίγο μετά το πέρας των πρώτων θερινών Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (25 Μαρτίου έως 3 Απριλίου 1896 ή 6-15 Απριλίου με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο).

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

άπειρη, ανώλεθρη τρυφερότητα…




Θέλοντας να απλωθούμε στην ευρύχωρη θάλασσα του άλλου
γινόμαστε οικείοι
επινοούμε και μηχανευόμαστε
απεργαζόμαστε και βυσσοδομούμε
η ύπαρξή μας προσανατολίζεται
και στοχεύει
την κατάληψη του άλλου

όσο πιο 'οικείος' μας γίνει
τόσο πιο εύκολα θα τον πλημμυρίσουμε

η οικειότητα
είναι το απόλυτο όπλο 
αλλά και η Κερκόπορτά μας...



Είμαστε
μανδύες από φως και σκοτάδι
κρύβουμε καλά το κλεμμένο όραμά μας
κρύβουμε καλά τις πληγές που αιμορραγούν
και μας σκοτώνουν…

…Είμαστε
πληγωμένοι εραστές που αρνήθηκαν
ένα γενναίο όχι
για να ζουν δυστυχισμένοι
σ'ένα κίβδηλο ναι...


Φοβόμαστε;
αποθηκεύουμε ενέργεια
και τη σπαταλάμε
παλεύοντας, άγρια, λυσσαλέα, απελπισμένα
να αναρριχηθούμε στις ράχες των άλλων

όλος ο κόσμος γίνεται μια λεπτή, σκοτεινή γραμμή
που χωρίζει τη δική μας άβυσσο
από την ψευδαίσθηση ενός παραδείσιου αλλότοπου…

μέσα από το μίσος
ανιχνεύουμε τις δικές μας αντοχές

μέσα από την αγάπη
εξαντλούμε τις αντοχές του άλλου…

…Τα ένοχα θύματα είμαστε
που έμαθαν αθώα να γελούν
μα είμαστε και οι δήμιοι
που θα μας μακελέψουν…


Το άλγος της ύπαρξης δεν έχει καμιά ρηγμάτωση
η αγάπη δεν είναι ρηγμάτωση
η ελπίδα δεν είναι
η αλληλεγγύη δεν είναι

η μόνη ρηγμάτωση στο σκοτεινό κουτί
είναι η δι-ύπαρξη
γιατί μέσα από την δι-ύπαρξη
το Αχανές παύει να είναι ένας εχθρικός εφιαλτόκοσμος
και γίνεται μια φίλια δύναμη
μια φιλόξενη χώρα

είναι εμείς
όμως εντελώς αλλιώς…


α. Το αξίωμα του να δι-υπάρχεις
Διύπαρξη είναι το σύμπλοκο φαινόμενο της ζωής.
Διύπαρξη δεν είναι η σύνθεση των αντιθέτων αλλά η ζύμωση των ετεροκλήτων.
Διύπαρξη δεν είναι η φαινομενολογία της σχέσης αλλά το γεγονός της αποστολής της σχέσης.
Διύπαρξη είναι το αλχημιστικό ανδρόγυνο και όχι ο Ιερός Γάμος των ετεροφύλων.
Διύπαρξη είναι ό,τι αντιστέκεται στο διανόημα της ζωής.
Διύπαρξη είναι το περιεχόμενο της Ποίησης και του Άσματος του βίου.
Ο βίος δεν νοείται αυτόδοτος, ενδο-επαρκής, αυτόκρατος. Ο βίος είναι το αποτέλεσμα μιας διεργασίας, μιας ιεροπραξίας, μιας μύησης στην αλήθεια της ζωής.
Διύπαρξη είναι ο οργασμός του ευγενούς στοχασμού.
Διυπάρχοντας, χλευάζω το Αδιέξοδο καθώς δεν με αφορά καμιά έξοδος.
Διυπάρχοντας, ανασαίνω στις υψηλές κορυφές της Αξίας καθώς απαρνήθηκα τα σηπτικά απόνερα των βρωμερών υπογείων της παράδοσης και της "κουλτούρας".
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω τη ζωή γιατί είμαι ιερέας της ζωής.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θάνατο γιατί είμαι ντυμένος θάνατο.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θεό γιατί είμαι παιδί της Μητέρας Άγνοιας και εγκαταβιώ στο Μοναστήρι της Αφοσίωσης.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται παρά να αφεθώ να διυπάρχω.
Διυπάρχοντας, είμαι στους ανοιχτούς ορίζοντες της δράσης και της ηδονής.
Διυπάρχοντας, ταξιδεύω στο αρχιπέλαγος της καθαρής και ανόθευτης δημιουργίας.
Διυπάρχοντας, δεν φοβάμαι να είμαι.
Διυπάρχοντας δεν δογματίζω αλλά κοινωνώ τη ζωή.
Διυπάρχοντας δεν αρνούμαι αλλά υιοθετώ.
Διυπάρχοντας δεν θλίβω αλλά εφελκύω.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Άλλο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Εαυτό.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Χρόνο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Άχρονο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με την Αλήθεια.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Τίποτα.

Εκείνος που ερωτεύτηκε το Αχανές
αρνείται πλέον να συν-υπάρχει
με οτιδήποτε
με οποιονδήποτε

αρνείται να βαριανασαίνει στη μολυσμένη ατμόσφαιρα
του εχθρικού πλανήτη της συνύπαρξης
γιατί έχει πλέον το βλέμμα

και όταν έχεις το βλέμμα
δεν μπορείς παρα να δεις…


β. Το θεώρημα του να συν-υπάρχεις
Η συνύπαρξη αποτελεί την ομπρέλα των λογισμών της φιλοσοφίας και της θεολογίας για την ζωή.
Η συνύπαρξη δεν έχει αξιωματικό αλλά θεωρηματικό χαρακτήρα.
Η συνύπαρξη είναι το αποτέλεσμα ενός Σισύφειου πονήματος της ανθρωπότητας για την δικαιολόγηση της τελευτής του βίου.
Η συνύπαρξη δεν ερμηνεύεται, λατρεύεται.
Συνυπάρχοντας, λειτουργώ ως Σταυροφόρος της ζωής και όχι ως Γαλιλαίος του πνεύματος.
Συνυπάρχοντας, ακολουθώ τα βήματα του θυμικού και όχι της φρόνησης του συναισθήματος.
Συνυπάρχοντας, γίνομαι πιστός και προσκυνητής των Αγίων Τόπων της πίστης μου και όχι Μύστης στα σεπτά μυστήρια της Νόησης.
Συνυπάρχοντας, έχω αρνηθεί το παράλογο του βίου ή δεν ασχολούμαι μ'αυτό.
Συνυπάρχοντας, είμαι ανίκανος να αποσυμβολίσω τη ζωή γιατί είμαι ομοεπίπεδος με το πρωτογενές και το απλό.
Συνυπάρχοντας, κάνω ιδεολογία την υπεραπλούστευση των μηνυμάτων της ζωής καθώς δεν μπορώ να υπεισέλθω στα μυητικά δρώμενα της.
Συνυπάρχοντας, συσσωρεύω σκουπίδια, πληροφορίες και περιττώματα γνώσεων που αντί να επιλύουν, επαυξάνουν τα ερωτήματα και πολλαπλασιάζουν το χαοτικό ενδοσύμπαν.
Συνυπάρχοντας, στήνω είδωλα που σιχαίνομαι και οικοδομώ συμπεριφορές που απεχθάνομαι.
Συνυπάρχοντας, θεοποιώ το αβλαβές και ανώδυνο, το επιδερμικό και ακίνδυνο.
Συνυπάρχοντας, αποφεύγω να συνομιλήσω με μένα.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον θάνατο αλλά όχι το Τέλος.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον κόσμο αλλά όχι το περιεχόμενό του.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το πεπερασμένο και το εφικτό.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το γελοίο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το ά-σχημο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το α-σήμαντο.
Συνύπαρξη είναι η συμφιλίωση με την κόλαση του να πρέπει να υπάρχεις.

Κι ύστερα είναι ο μυστικός δρόμος
ο δρόμος κάτω από τον Μαύρο Ήλιο της Ύπαρξης
η ατραπός των μυημένων
στο μεγαλείο του να μην οφείλεις να υπάρχεις

το να μην οφείλεις να υπάρχεις
υπόσχεται αυτό που προυποθέτει
την απόλυτη αφαίρεση
την απόλυτη κένωση

το να αδειάσεις εντελώς από όλα

το να μείνεις σιγηλός
αλλά όχι σιωπηλός

το να είσαι πολεμιστής
πάντα άψογος
αλλά ποτέ εχθρικός

το να έχεις αφεθεί στο Απειρο
με όλη σου την ενέργεια
και όλη σου την τρυφερότητα…

Αχανές, τελικά, αυτό σημαίνει
άπειρη, ανώλεθρη τρυφερότητα…


γ. Το μεγαλείο του να μην (οφείλεις να) υπάρχεις
Είμαι ένας λογχοφόρος του Απέριττου και γι'αυτό δεν συγκινούμαι από την λάμψη του κενού που με απειλεί.
Είμαι ένας φύλακας της Αδειοσύνης γι'αυτό και δεν απαιτώ από μένα παρά το μέγιστο και το ύψιστο.
Είμαι ένας νυμφίος και εραστής του θείου κι έτσι δεν θλίβομαι για την περιφρόνηση των αιώνων στο μηδέν που περιέχω.
Είμαι ένα κλάσμα φωτός αλλά υπόσχομαι όλο το φως!
Είμαι ένα μόριο της Νύχτας αλλά ακτινοβολώ ολόκληρη τη Νύχτα!
Είμαι μια τρεμάμενη φλόγα του Πυρός αλλά αναπνέω ολόκληρο το Πυρ!
Θέλω να υπάρξω αλλά ακόμη δεν γνωρίζω τη γλώσσα της ύπαρξης.
Συλλαβίζοντας την κάθε ημέρα, χαίρομαι για την δύναμη και την αντοχή μου.
Προχωρώντας στοχάζομαι και προβάλλω το στοχασμό μου.
Βαδίζοντας αναλώνομαι στην ιστόρηση του Θεού.
Γεννώντας τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ έναν ακόμη Προμηθέα.
Καταλύοντας τον εαυτό μου, επικαλούμαι τον πρώτο άνθρωπο.
Είμαι ο Αδάμ και ο Εωσφόρος.
Και δεν είμαι τίποτε ούτε θα είμαι.
Επινοώντας τον εαυτό μου, υπάρχω.
Αποδομώντας τον εαυτό μου, διυπάρχω.
Μη υπάρχοντας, συναντιέμαι με τον Θεό...

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Η θνητότητα μάς στοιχειώνει...



Θλίψη ανατέλλει στην καρδιά μου. Με φοβίζει ο θάνατος.
ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ

...Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ TOΥ ΕΑΥΤΟΥ είναι ένα υπέρτατο δώρο, ένας θησαυρός πολύτιμος όσο η ζωή. Είναι αυτό που μας καθιστά ανθρώπους. Έχει όμως ένα πολύ ακριβό κόστος: την πληγή της θνησιμότητας. Την ύπαρξή μας θα σκιάζει για πάντα η γνώση ότι θα μεγαλώσουμε, θα ανθήσουμε και αναπόφευκτα θα συρρικνωθούμε και θα πεθάνουμε.

Η θνητότητα μας στοιχειώνει από το ξεκίνημα της Ιστορίας. Πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια ο Βαβυλώνιος ήρωας Γκιλγκαμές στοχαζόταν πάνω στον θάνατο του φίλου του Ενκίντου με τα λόγια που παρέθεσα παραπάνω: «Σκοτείνιασες και δεν μπορείς να μ' ακούσεις. Όταν πεθάνω δεν θα είμαι άραγε κι εγώ σαν τον Ενκίντου; Θλίψη ανατέλλει στην καρδιά μου. Με φοβίζει ο θάνατος».

Ο Γκιλγκαμές μιλάει εξ ονόματος όλων μας. Όπως φοβόταν εκείνος τον θάνατο, το ίδιο συμβαίνει σε όλους μας — όλους ανεξαιρέτως, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Για ορισμένους από εμάς ο φόβος του θανάτου εκδηλώνεται μόνο έμμεσα, είτε σαν γενικευμένη ανησυχία είτε μεταμφιεσμένος σε ένα άλλο ψυχολογικό σύμπτωμα. Κάποιοι άνθρωποι βιώνουν έναν ξεκάθαρο και συνειδητό χείμαρρο άγχους για τον θάνατο. Για άλλους πάλι από εμάς ο φόβος του θανάτου ξεσπάει σ' έναν τρόμο που αρνείται κάθε ευτυχία και κάθε επιτυχία.

Εδώ και πολλούς αιώνες στοχαστικοί φιλόσοφοι επιχειρούν να επιδέσουν την πληγή της θνητότητας και να μας βοηθήσουν να διαμορφώσουμε τη ζωή μας μέσα στην αρμονία και τη γαλήνη. Ως ψυχοθεραπευτής έχω δουλέψει με πολλούς ανθρώπους που αγωνίζονται ν' αντιμετωπίσουν το άγχος του θανάτου, κι έχω διαπιστώσει ότι η αρχαία σοφία, ιδίως η σοφία των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, αφορά απολύτως την εποχή μας.

Πράγματι, στη θεραπευτική μου δουλειά θεωρώ πνευματικούς μου προγόνους όχι τόσο τους μεγάλους ψυχιάτρους και ψυχολόγους του τέλους του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα —τον Pinel, τον Freud, τον Jung, τον Pavlov, τον Rorschach και τον Skinner— όσο τους κλασικούς Έλληνες φιλοσόφους, και ιδίως τον Επίκουρο. Όσο περισσότερα μαθαίνω γι' αυτόν τον εξαιρετικό Αθηναίο στοχαστή, τόσο πιο έντονα αναγνωρίζω τον Επίκουρο ως τον πρωτο-υπαρξιακό ψυχοθεραπευτή, και τις δικές του ιδέες θα χρησιμοποιήσω σε ολόκληρο το βιβλίο αυτό.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε το 342 π.Χ., λίγο μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, και πέθανε το 270. Σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν το όνομά του μέσα από τη λέξη επικούρειος, που σημαίνει έναν άνθρωπο αφοσιωμένο στις λεπτές απολαύσεις των αισθήσεων (ιδίως στο καλό φαγητό και ποτό). Στην ιστορική πραγματικότητα όμως ο Επίκουρος δεν υποστήριζε την αισθησιακή απόλαυση. Πολύ περισσότερο τον απασχολούσε η κατάκτηση της γαλήνης (αταραξία).

Ο Επίκουρος ασκούσε την «ιατρική φιλοσοφία» και επέμενε ότι, όπως ο γιατρός θεραπεύει το σώμα, ο φιλόσοφος πρέπει να θεραπεύει την ψυχή. Κατά την άποψή του η φιλοσοφία είχε έναν μόνο αποδεκτό στόχο: ν' ανακουφίσει την ανθρώπινη δυστυχία. Ποια αιτία όμως βρίσκεται στη ρίζα αυτής της δυστυχίας; Ο Επίκουρος πίστευε ότι ήταν ο αδιάλειπτος φόβος μας για τον θάνατο. Το τρομακτικό όραμα του αναπόφευκτου θανάτου, έλεγε, εμποδίζει τον άνθρωπο να χαίρεται τη ζωή και διαταράσσει κάθε απόλαυση. Για ν' ανακουφίσει τον φόβο του θανάτου, ανέπτυξε πολλά δραστικά διανοητικά πειράματα, τα οποία μ' έχουν βοηθήσει ν' αντιμετωπίσω το προσωπικό μου άγχος θανάτου και μου έχουν προσφέρει τα εργαλεία που χρησιμοποιώ για να βοηθήσω τους ασθενείς μου.

Στις σκέψεις που παραθέτω στη συνέχεια, αναφέρομαι συχνά στις πολύτιμες ιδέες του Επίκουρου. Η προσωπική μου εμπειρία και το κλινικό μου έργο με δίδαξαν ότι το άγχος για τον θάνατο περνάει φάσεις εξάρσεων και υφέσεων σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής. Τα παιδιά είναι αδύνατο να μην παρατηρήσουν, ήδη από την πολύ νεαρή τους ηλικία, το αχνοφέγγισμα της θνητότητας στον κόσμο που τα περιβάλλει - ξερά φύλλα, ψόφια έντομα και νεκρά κατοικίδια, γιαγιάδες και παππούδες που εξαφανίζονται, γονείς που πενθούν, απέραντες εκτάσεις με μνήματα νεκρών. Τα παιδιά ενδέχεται απλώς να παρατηρούν, να απορούν και, ακολουθώντας το παράδειγμα των γονιών τους, να παραμένουν σιωπηλά. Αν εκφράσουν ανοιχτά το άγχος τους, οι γονείς τους έρχονται σε εμφανώς δύσκολη θέση και, βέβαια, βιάζονται να τους προσφέρουν παρηγοριά. Μερικές φορές οι ενήλικοι προσπαθούν να βρουν παρηγορητικά λόγια, ή μεταθέτουν το όλο ζήτημα στο απώτερο μέλλον, ή ανακουφίζουν το άγχος των παιδιών με παραμύθια που αρνούνται τον θάνατο και μιλούν για ανάσταση, για αιώνια ζωή, για παράδεισο και επανένωση.

Ο φόβος του θανάτου φυσιολογικά λειτουργεί υπογείως από τα έξι περίπου χρόνια ως την εφηβεία, τα ίδια χρόνια που ο Φρόυντ προσδιόρισε ως την περίοδο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας. Έπειτα, στη διάρκεια της εφηβείας, το άγχος θανάτου ξεσπάει με ένταση: συνήθως οι έφηβοι σκέφτονται πολύ τον θάνατο. Μερικοί αυτοκτονούν. Πολλοί σημερινοί έφηβοι μπορεί ν' αντιμετωπίζουν το άγχος θανάτου με το να γίνονται κυρίαρχοι και νομείς θανάτου στη δεύτερη ζωή που ζουν στα βίαια βιντεοπαιχνίδια. Άλλοι αψηφούν τον θάνατο με μακάβριο χιούμορ και με τραγούδια που τον σαρκάζουν, ή βλέποντας ταινίες τρόμου μαζί με φίλους. Τα πρώτα χρόνια της δικής μου εφηβείας πήγαινα δυο φορές την εβδομάδα σ' ένα μικρό σινεμά πολύ κοντά στο μαγαζί του πατέρα μου και μαζί με τους φίλους μου κάναμε συναυλία από στριγκλιές στις ταινίες τρόμου, ενώ μας ξετρέλαιναν και οι αναρίθμητες ταινίες για τη βαρβαρότητα του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Θυμάμαι το σιωπηλό ρίγος π ου ένιωθα για το εντελώς τυχαίο γεγονός ότι γεννήθηκα το 1931 και όχι τέσσερα χρόνια νωρίτερα όπως ο ξάδελφός μου ο Χάρρυ, ο οποίος σκοτώθηκε στη σφαγή της απόβασης στη Νορμανδία.

Μερικοί έφηβοι αψηφούν τον θάνατο παίρνοντας ακραία ρίσκα. Ένας από τους ασθενείς μου –ένας άνθρωπος με πολλές φοβίες και μ' έναν διάχυτο τρόμο πως ανά πάσα στιγμή θα συνέβαινε κάποια μεγάλη καταστροφή- μου είπε ότι στα δεκαέξι του είχε αρχίσει να κάνει ελεύθερες πτώσεις από αεροπλάνο και μάλιστα το είχε δοκιμάσει πολλές φορές. Τώρα, κοιτάζοντας προς τα πίσω, πιστεύει ότι αυτό ήταν ένας τρόπος να διαχειριστεί τον μόνιμο φόβο του για τη θνητότητά του.

Όσο περνούν τα χρόνια, οι εφηβικές ανησυχίες για τον θάνατο παραμερίζονται από τα δύο μείζονα καθήκοντα ζωής των νεαρών ενηλίκων: να ακολουθήσουν μια καριέρα και να ξεκινήσουν μια οικογένεια. Αργότερα, έπειτα από τρεις δεκαετίες, καθώς τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι και αρχίζουν να διαφαίνονται σημάδια του τέλους της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, ξεσπάει πάνω μας η κρίση της μέσης ηλικίας, και το άγχος θανάτου εκρήγνυται ξανά με μεγάλη ένταση. Αγγίζοντας πια την κορυφή της ζωής μας και κοιτάζοντας το μονοπάτι που βρίσκεται μπροστά μας, νιώθουμε φόβο που δεν είναι πια ανηφορικό αλλά κατηφορίζει προς την παρακμή και τη συρρίκνωση. Από το σημείο αυτό και μετά, οι ανησυχίες μας για τον θάνατο δεν απομακρύνονται ποτέ από τη σκέψη μας.

Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς κάθε στιγμή έχοντας ολοκληρωτική συνείδηση του θανάτου. Είναι σαν να προσπαθείς να γυρίσεις τα μάτια σου στον ήλιο: για πολύ λίγο μπορείς να το αντέξεις. Επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε πετρωμένοι από φόβο, γεννάμε μεθόδους για να μαλακώσουμε τον τρόμο του θανάτου. Προβάλλουμε τον εαυτό μας στο μέλλον μέσα από τα παιδιά μας. Γινόμαστε πλούσιοι, διάσημοι, επεκτεινόμαστε όλο και πιο πολύ. Αναπτύσσουμε καταναγκαστικές προστατευτικές τελετουργίες. Ή ασπαζόμαστε μια αδιάσειστη πίστη σ' έναν τελικό σωτήρα. Ορισμένοι άνθρωποι -με  υπέρτατη εμπιστοσύνη στην άτρωτη φύση τους- ζουν ηρωικά, συχνά χωρίς να σέβονται την ασφάλεια ούτε τη δική τους ούτε των άλλων. Άλλοι πάλι επιχειρούν να υπερβούν την οδυνηρή κατάσταση διαχωρισμού που προκαλεί ο θάνατος συγχωνευόμενοι - μ' έναν αγαπημένο, με μια ιδεολογία, με μια κοινότητα, μ' ένα Θείο Ον. Το άγχος θανάτου είναι η μητέρα όλων των θρησκειών, οι οποίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επιχειρούν να καταλαγιάσουν την αγωνία του πεπερασμένου της ύπαρξής μας. Ο θεός, όπως έχει διατυπωθεί διαπολιτισμικά, όχι μόνο καταπραΰνει την οδύνη της θνητότητας μέσα από ένα όραμα αιώνιας ζωής, αλλά και μετριάζει την εναγώνια απομόνωση προσφέροντας μια αιώνια παρουσία, και παρέχει ένα ξεκάθαρο πρότυπο για μια ζωή με νόημα.

Ακόμα όμως και με τις πιο αφοσιωμένες, τις πιο αξιοσέβαστες άμυνες, ποτέ δεν μπορούμε να καθυποτάξουμε απόλυτα το άγχος του θανάτου: είναι πάντα παρόν, καραδοκεί σε κάποια κρυφή ρεματιά του μυαλού. Πιθανότατα, όπως λέει ο Πλάτων, δεν μπορούμε να πούμε ψέματα στο πιο βαθύ μας κομμάτι.

Αν ήμουν πολίτης της αρχαίας Αθήνας γύρω στο 300 π.Χ. (μια εποχή που συχνά ονομάζεται χρυσός αιώνας της φιλοσοφίας) και βίωνα έναν πανικό θανάτου ή έβλεπα έναν εφιάλτη, σε ποιον θα στρεφόμουν για να καθαρίσει ο νους μου από τα πλοκάμια του φόβου; Είναι πολύ πιθανό ότι θα έκανα μια βόλτα ως την αγορά, ένα μέρος της αρχαίας Αθήνας όπου βρίσκονταν πολλές από τις σημαντικές σχολές φιλοσοφίας. Θα περνούσα έξω απ' την Ακαδημία που είχε θεμελιώσει ο Πλάτων ( Λογοτεχνική αδεία ο Γιάλομ τοποθετεί την Ακαδημία του Πλάτωνα μέσα στα όρια της Αρχαίας Αγοράς, ενώ βρισκόταν στον Κολωνό, μέσα στο ιερό άλσος του Ακάδημου. Σ.τ.μ.) και που τώρα τη διηύθυνε ο ανιψιός του, ο Σπεύσιππος. Θ' άφηνα πίσω μου το Λύκειο, τη σχολή του Αριστοτέλη, μαθητή κάποτε του Πλάτωνα, αλλά πολύ απομακρυσμένο φιλοσοφικά από εκείνον για να οριστεί διάδοχός του. Θα προσπερνούσα τις σχολές των Στωικών και των Κυνικών και θ' αγνοούσα τους διάφορους περιπλανώμενους φιλόσοφους που θ' αναζητούσαν μαθητές. Τέλος θα έφτανα στον Κήπο του Επίκουρου κι εκεί νομίζω ότι θα έβρισκα τη βοήθεια που θα ζητούσα…

Απόσπασμα από το βιβλίο του IRVIN D. YALOM: «ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ TOY ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ - ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΔΡΙΤΣΑΝΟΥ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

«Ακόμα και η ζούγκλα τον ήθελε νεκρό…»





Σ’αυτή τη γωνιά της Ύπαρξης βρέχει συνέχεια… το νερό ποτίζει το χώμα, ποτίζει τις πέτρες, τα νεκρά αγάλματα, τους νεκρούς ανθρώπους… και δεν ξεδιψάει κανέναν… δεν δροσίζει κανέναν… γιατί δεν υπήρξε ποτέ ψυχή που να βρήκε στιγμή δροσιάς και ανάπαυσης βλέμμα στον Άδη…

Κι εδώ είμαστε στον Άδη…

Και ποιος θνητός αποτόλμησε ποτέ μια κατάβαση στα σκοτεινά παάτια και και δεν είχε οπλισμένο το χέρι; Οπλισμένο και αδειανό μαζί… Καθώς τα χέρια δεν ξεκορμίζουν απ’τα σώματα των ζωντανών… παρά μονάχα απλώνονται απελπισμένα στον μεθυσμένο από αίμα ουρανό της Κόλασης… μιας κόλασης από νερό, Φρίκη και Μνήμες…

Τούτη δω είναι μια Νέκυια που δεν γνωρίζει οδό επιστροφής… όχι χωρίς να θυσιάσεις τον μέλανα ταύρο… όχι χωρίς να φορέσεις τα βλέμμα του Αχανούς… τούτη δω είναι μια κάθοδος που δεν συγχωρεί την άγνοια στον αμύητο… τούτη δω δεν είναι μια επίσκεψη στη χώρα των νεκρών, είναι μια ολοκληρωμένη μύηση στον αλλόκοσμο των αεί υπαρκτών στη μέθεξη του Τίποτε…
…τούτη δω δεν είναι μια αποστολή δολοφονίας του Άλλου που παραφρόνησε… είναι η αποστολή συνάντησης με σένα τον ίδιο… απλώς σε έναν άλλο Τόπο, απλώς, με έναν άλλο Τρόπο…
Η Φρίκη…
Η τελευταία λέξη του Δαίμονα του Κατωφλίου… του αδελφού σου που σε περίμενε πάντα… του εαυτού σου στο βασίλειο της Σκιάς…

Η Φρίκη…

Η τελευταία λέξη του Έσχατου…

Η πρώτη που θα πάρεις μαζί σου όταν επιστρέψεις… αν επιστρέψεις… αν τολμάς να επιστρέψεις…




«…Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη. Με την απλή, δηλαδή, και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις… Νέκυια σημαίνει ότι το "ενεργεία" σου, δηλαδή αυτό που είσαι τώρα που ζεις, τρέφεται και αυξαίνεται από το "δυνάμει" σου, δηλαδή από αυτό που θα γίνει, όταν δε θα ζεις. Στην αντίθετη περίπτωση αφαιρείς από το προσωρινό του ζωντανού το μόνιμο του πεθαμένου… Νέκυια σημαίνει ότι κερνάς στο ποτήρι σου το γλεύκος της ύπαρξης και το γλεύκος της ανυπαρξίας σου, και πίνεις ύστερα στη σωστή αναλογία το κρασί της ζωής. Ήσυχα και χωρίς αυταπάτες...»
Δημ. Λιαντίνης, Γκέμμα