Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής…

Αναδημοσιεύω από: http://mythagogia.blogspot.gr/ ΧΛΕΤΣΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ (Τίποτα δεν είναι πιο ιερό από ένα δέντρο)

"Για μένα τα δέντρα υπήρξαν πάντα οι πιο διεισδυτικοί ιεροκήρυκες. Τα σέβομαι όταν ζουν σε οικογένειες και φυλές, σε δάση και άλση. Και ακόμη περισσότερο τα σέβομαι όταν στέκονται μόνα τους. Είναι σαν τα μοναχικά άτομα. Όχι σαν τους ερημίτες που έχουν αποσυρθεί μακριά για να κρύψουν κάποια αδυναμία τους , αλλά σαν τα υπέροχα μοναχικά άτομα, όπως ήταν ο Μπετόβεν και ο Νίτσε. Στα ψηλά κλαδιά τους θροΐζει ο κόσμος, ενώ οι ρίζες τους αναπαύονται στο άπειρο. 

Όμως δεν χάνουν τον εαυτό τους, παλεύουν με όλη τους τη δύναμη για ένα και μόνο πράγμα: να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, να δημιουργήσουν το δικό τους σχηματισμό, να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους. Τίποτα δεν είναι πιο ιερό, τίποτα δεν είναι πιο υποδειγματικό από ένα όμορφο και δυνατό δέντρο. Όταν ένα δέντρο κόβεται και αποκαλύπτεται η θανατηφόρος πληγή του, μπορεί κανείς να διαβάσει όλη την ιστορία του στο φωτεινό δίσκο του κορμού του: στα δαχτυλίδια του φαίνονται τα χρόνια του, ενώ στα σημάδια του φαίνονται ο αγώνας, τα δεινά, όλες οι ασθένειες, η ευτυχία και η ευημερία, τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα ωραία, οι επιθέσεις που άντεξε, οι καταιγίδες που έχει υπομείνει. 

Τα δέντρα είναι ιερά. Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.

To δέντρο λέει: Ένας πυρήνας είναι κρυμμένος μέσα μου, μια σπίθα, μια σκέψη, είμαι ζωή από την αιώνια ζωή. Μοναδικά είναι η μορφή και οι φλέβες του δέρματος μου, το μικρότερο φύλλο στα κλαδιά μου, αλλά και η μικρότερη ουλή στο φλοιό μου. Έγινα για να σχηματοποιήσω και να αποκαλύψω την αιωνιότητα στη μικρότερη μου λεπτομέρεια.'

To δέντρο λέει: Η δύναμή μου είναι η εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω τίποτα για τον πατέρα μου, δεν ξέρω τίποτα για τα χιλιάδες παιδιά που κάθε άνοιξη σπέρνονται από μένα. Ζω μέχρι τέλος για το μυστικό του σπόρου μου, και δεν με νοιάζει για τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μέσα μου. Πιστεύω ότι η εργασία μου είναι ιερή. Μ αυτή την αλήθεια ζω.'

Ενώ τα δέντρα θροΐζουν το βράδυ, εμείς είμαστε ανήσυχοι μέσα στις δικές μας παιδαριώδεις σκέψεις: Τα δέντρα έχουν μακρές σκέψεις, μεγάλες και ξεκούραστες αναπνοές, όπως έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις δικές μας. Όσο εμείς δεν τα ακούμε, παραμένουν σοφότερα από εμάς. Αλλά όταν μάθουμε πώς να ακούμε τα δέντρα, η στενότητα, η ταχύτητα και η παιδική βιασύνη των σκέψεών μας, θα αντικατασταθούν από ανείπωτη χαρά. Όποιος έχει μάθει πώς να ακούει τα δέντρα δεν θέλει πλέον να είναι ένα δέντρο. Δεν θέλει να είναι τίποτα εκτός από αυτό που είναι."


Hermann Hesse, Bäume: Betrachtungen und Gedichte

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Μόνος εναντίον όλων...



Πάνω σε καταστόλιστο άρμα, που το αφέντευε νέος άντρας οδηγώντας δυο ζωηρά άλογα, κατέβαινε στον Πειραιά ο Σωκράτης. Ο νεαρός άντρας λεγότανε Κριτίας, καινούργιος μαθητής του φιλοσόφου. Ήτανε πλούσιος κι απόγονος του πανάρχαιου βασιλιά της Αθήνας του Ερεχθέα. Είχ' εξαιρετική ξυπνάδα, πρώιμο ποιητικό ταλέντο και μεγάλη ευκολία να ρητορεύει. Το κόμμα των αριστοκρατών έβλεπε σ' αυτόν μελλοντικόν αρχηγό, ικανόν να νικήσει τον παντοδύναμο Περικλή. Όταν ήλθε ο Κριτίας να μαθητέψει κοντά του, χάρηκεν ο Σωκράτης, γιατί προπάντων τέτοιους τύπους ζητούσε να επηρεάζει. Επειδή ο ίδιος απόφευγε την πολιτική, πάσχιζε να δημιουργήσει άλλους, νέους, καταλλήλους ν' αναμορφώσουν το Άστυ, με τη λογική και το ήθος που ονειρευόταν να επιβάλει.

Το άρμα τούς κατέβαζε στο λιμάνι, να δουν να φεύγει μεγάλη «κληρουχία» για τη Θράκη. Ο Περικλής συνήθιζε κάθε χρόνο να φευγατίζει από την Αθήνα τη φτωχολογιά, στέλνοντάς την στα ξένα, σε τόπους όπου μπορούσε να διαθέσει «κλήρους», καρπερά δηλαδή χωράφια. Μ' αυτό τον τρόπο, από τη μια μεριά ξαλάφρωνε την πόλη από πικραμένο και ανήσυχον όχλο, από την άλλη είχε το πλεονέκτημα να στερεώνει στη Μεσόγειο νέα ορμητήρια για τη θαλασσοκρατορία της Αθήνας.

Είν' αλήθεια πως οι αρχαίοι νιώθαν αντιπάθεια για το μεγάλωμα κάθε πρωτεύουσας. Με νόμους αντιδρούσαν στην αύξηση του πληθυσμού. Ο οικογενειακός χαρακτήρας που κυβερνούσε κάθε Αρχαίο Άστυ, τόκανε να φοβάται την ανάμιξη με ξένο αίμα, επειδή τούτο θα συντελούσε στη διάλυση της οικογένειας και θάφερνε μεταβολή στις συνήθειες της ζωής. Έτσι κληρουχίες στέλνονταν από την Αθήνα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, για να μην ξεπεράσει ποτέ ο πληθυσμός το μισό εκατομμύριο.

Το άρμα διάβηκε ανάμεσα Αθήνα και Πειραιά, εμπρός από το ναό της Ήρας, τον καμωμένο χωρίς πόρτα ουδέ σκεπή, αυτόν που έκαψε ο Ξέρξης κι είχεν ορίσει ο Δήμος να μείνει για πάντα καμένος, ώστε να μην ξεχνιέται η περσική βαρβαρότητα. Το άρμα πορευόταν παράλληλα προς τα Μακρά Τείχη που έφταναν ως τη θάλασσα και, μολονότι ο Κριτίας είχε γοργοπόδαρα ζώα, δεν κατάφερε να τρέξει, γιατί στενός ήταν ο δρόμος κι η κίνηση αδιάκοπη. Μεγάλες ποσότητες εμπορεύματα, χιλιάδες τόννοι, στέλνονταν κάθε μέρα από το λιμάνι στο εσωτερικό με μουλάρια κι αργοκίνητες βοδάμαξες.

Ο Σωκράτης, κατά τη συνήθειά του, ρωτούσε το νέο φίλο, για να τον μελετήσει:
«Πες μου, Κριτία, τι σκοπεύεις να γίνεις;»
«Ρήτορας. Για νάχω τη δύναμη να πείθω τους βουλευτές στη Βουλή και το λαό στη Συνέλευση».

Ο Σωκράτης ξαναρώτησε:
— «Θέλεις να τους πείθεις, φαντάζομαι, σ' ό,τι σε συμφέρει, κι όχι τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί βέβαια δεν μπορείς να διδάξεις το πλήθος σε τόσο λίγην ώρα για τόσα σπουδαία πράματα».
— «Σωστά το μάντεψες, Σωκράτη. Θέλω να πείθω το λαό να δέχεται αυτά που συμφέρουν εμένα και το πολιτικό κόμμα μου».
— «Είτε δίκαια ποθείς, είτε άδικα;» απόρησε ο φιλόσοφος.
— «Φυσικά. Γιατί στην πολιτική πάντα, ό,τι και να κάνεις, μερικούς θα ωφελήσεις, άλλους θ' αδικήσεις».

Ο Σωκράτης ξαναρώτησε:
— «Θέλεις να τους πείθεις, φαντάζομαι, σ' ό,τι σε συμφέρει, κι όχι τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί βέβαια δεν μπορείς να διδάξεις το πλήθος σε τόσο λίγην ώρα για τόσα σπουδαία πράματα».
— «Σωστά το μάντεψες, Σωκράτη. Θέλω να πείθω το λαό να δέχεται αυτά που συμφέρουν εμένα και το πολιτικό κόμμα μου».
— «Είτε δίκαια ποθείς, είτε άδικα;» απόρησε ο φιλόσοφος.
— «Φυσικά. Γιατί στην πολιτική πάντα, ό,τι και να κάνεις, μερικούς θα ωφελήσεις, άλλους θ' αδικήσεις».

— «Δεν ξέρεις, Κριτία, ότι το μεγαλύτερο κακό στον κόσμο είναι η αδικία»;
«Όχι. Ακόμα μεγαλύτερο κακό είναι να σε αδικούν».
«Μην το λες αυτό», έκανε ο Δάσκαλος.
— «Ώστε θα προτιμούσες, Σωκράτη, ν' αδικιέσαι μάλλον παρά ν' αδικείς;»
— «Εγώ βέβαια δε θα ήθελα μήτε το ένα μήτε τάλλο αν όμως ήταν ανάγκη να διαλέξω, ναι, θα προτιμούσα να μ' αδικούνε παρά ν' αδικώ», αποκρίθηκε ο Σωκράτης.
— «Θέλεις να πεις πως δεν θα σ' άρεσε να είσαι παντοδύναμος; Να κάνεις ό,τι θέλεις, να είσαι τόσο ευτυχισμένος σαν τον μεγάλο Πέρση βασιλιά;»
—«Δεν ξέρω πόσο είν' ευτυχισμένος ο βασιλιάς της Περσίας. Δεν τον έχω συναναστραφεί», είπε απλά ο φιλόσοφος.
— «Τι δηλαδή; Ήταν ανάγκη να τον συναναστραφείς, για να καταλάβεις πόσο ευτυχισμένος είναι ένας πανίσχυρος άρχοντας;»
Χωρίς δισταγμό απάντησε ο Σωκράτης:
— «Ασφαλώς έπρεπε. Γιατί αγνοώ αν είναι δίκαιος».
— «Και τι; Στη δικαιοσύνη περιορίζεις εσύ την ευτυχία ενός τυράννου, Σωκράτη;»
—«Μάλιστα. Μόνον ο δίκαιος ζει ευτυχισμένα, καλέ μου. Δυστυχεί όποιος είναι άδικος».
Ο Κριτίας δυσκολεύτηκε μια στιγμή ν' απαντήσει, ύστερα είπε με πεποίθηση που ταίριαζε στην ηλικία του:
— «Φοβάμαι πως στην πράξη συμβαίνει τ' αντίθετο απ' αυτό που κατηχείς εσύ. Όλος ο κόσμος σέβεται και θαυμάζει τους δυνατούς. Το φυσικό δίκαιο είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπινους νόμους. Εμένα μ' έμαθαν οι σοφιστές, πως τους νόμους τους κάνουν οι αδύνατοι άνθρωποι, ο πολύς όχλος. Νομοθετούν προς το συμφέρο τους, για να εμποδίζουν τους δυνατούς να έχουν ό,τι τους αξίζει, λέγοντας πως είναι αδικία να κατέχει κανείς περισσότερα από τους άλλους. Απαιτούν νάχουν ίσα με τους δυνατούς κι ας είναι κατώτεροι. Μα η φύση, Σωκράτη, θέλει ο καλύτερος ν' απολαβαίνει περισσότερα. Κοίταξε γύρω σου — παντού θα δεις όσους είν' ισχυροί, τους δικτάτορες, τους τυράννους, να γράφουν τους νόμους στα παλιά τους τα παπούτσια και να διευθύνουν με το φυσικό δίκαιο. Στη θέλησή τους υποτάσσουν την άβουλη μάζα. Ζουν μέσα στον πλούτο και τα γλέντια και κανένας δεν τολμάει να τους βλάψει. Αυτό θα πει ευτυχία!»

Ο Σωκράτης χαμογέλασε και στα μάτια του ξέσπασε μια σπίθα πονηράδας:
— «Με θάρρος μιλάς, Κριτία, και σε παρακαλώ να μην αλλάξεις τον τρόπο που εξηγείς τις σκέψεις σου, για να με μάθεις πώς πρέπει να περνάμε το βίο μας. Λες, λοιπόν, πως αρετή είναι να μην περιορίζει κανείς τις επιθυμίες του αλλά να τις αφήνει να ξεσπάν;»
— «Ναι».
— «Μήπως δε βρίσκεις σωστό το λεγόμενο, πως ευδαίμονες είναι όσοι δεν έχουν ανάγκες;»

— «Βέβαια όχι, έκανε ο Κριτίας, γιατί τότε οι πέτρες κι οι πεθαμένοι, που δε νιώθουν ανάγκες, θα ήταν ευτυχέστατοι».

— «Μα κι ο βίος όπως τον θέλεις εσύ είν' ανυπόφορος, τον ορμήνεψε ο Σωκράτης. Μάθε πως η ψυχή του ακόλαστου ανθρώπου μοιάζει πιθάρι με τρύπιο πάτο, που ποτέ δε γεμίζει. Ενώ ο δίχως ανάγκες άνθρωπος ζει με ηρεμία».
— «Δε με πείθεις, Σωκράτη, γιατί ευχαρίστηση στη ζωή θα πει να ζεις εντατικά».
— «Άμα λες ευχάριστη ζωή εννοείς, όταν πεινάει κανείς να τρώει κι όταν διψά να πίνει;» ρώτησε ο φιλόσοφος.
— «Όχι μόνον αυτό, αλλά κι όταν κανείς εκπληρώνει όλες τις άλλες επιθυμίες του».
— «Πρόσεξε, Κριτία, μήπως σε κάνω να ντραπείς. Νομίζεις πως είν' ευτυχισμένος ένας ψωριάρης, επειδή έχει επιθυμία να ξύνεται και εύκολα το πετυχαίνει;»
— «Αστειεύεσαι, Σωκράτη;»
— «Κάθε άλλο. Θέλω να καταλάβεις πως υπάρχουν πράματα που τα λέμε ωφέλιμα και πράματα που τα λέμε ευχάριστα. Για να στο πω απλούστερα. Η μαγειρική είναι τέχνη που ευχαριστεί μόνο, προσπαθεί να κολακεύει μιαν αίσθηση, τη γεύση, χωρίς να νοιάζεται αν μας ωφελεί, ενώ η ιατρική είν' επιστήμη που θεραπεύει. Μπορεί κάποτε να ενοχλεί, μα στο τέλος ωφελεί. Είσαι σύμφωνος;» έκανε ο Σωκράτης.
— «Είμαι».
— «Όπως είπαμε τώρα για το σώμα, έτσι υπάρχουν και για την ψυχή ενέργειες, που άλλες δοκιμάζουν μονάχα να την κολακέψουν κι άλλες αγωνίζονται να την ωφελήσουν. Ας δούμε πού θα κατατάξουμε τη ρητορική σου. Αν βέβαια, Κριτία, ο ρήτορας ζητά να ικανοποιήσει τις δικές του επιθυμίες, όπως έλεγες πριν, ή να κολακεύει το λαό για να τον ξεγελάσει, τότε η ρητορική του είναι βλαβερή. Αν όμως προσπαθεί να κάνει καλύτερο το πλήθος, εμποδίζοντας να εκπληρωθούν οι παράλογες επιθυμίες του, τότε είναι ωφέλιμη η ρητορική. Το παραδέχεσαι αυτό ή δεν το παραδέχεσαι;»
— «Το παραδέχομαι» , αναγκάστηκε να πει ο νέος.

— «Τότε, εξακολούθησε ο Σωκράτης, συμφωνούμε, πως ευτυχισμένος είναι κείνος ο πολιτικός, που προσέχει το συμφέρο του λαού κι όχι το δικό του, που προσπαθεί να βλαστήσει στις ψυχές των συμπολιτών τη δικαιοσύνη και να ξεριζώσει την αδικία. Αυτός ο πολιτικός, τον όχλο, που είναι ανόητος και άδικος, τον βιάζει να καλυτερεύει. Το παραδέχεσαι κι αυτό;»
— «Κι αυτό το παραδέχομαι», είπε ο Κριτίας.
—«Ε, τότε, παιδί μου, περισσότερο πρόσεχε να μην αδικείς παρά να μην αδικιέσαι. Κι αν ποτέ κάνεις κανένα κακό, να θέλεις να σε τιμωρούν, για να γίνεσαι καλύτερος. Ν' αποφεύγεις την κολακεία είτε προς τους λίγους είτε στους πολλούς, επειδή όλες οι αθλιότητες της πολιτικής έχουν αιτία την κολακεία στο λαό».
— «Χαίρομαι ν' ακούω πως και σένα δε σ' αρέσει ο Περικλής», έκανε ο Κριτίας.
—«Ούτε αυτός, ούτε καν οι παλαιότεροι, γιατί όλοι τους δούλευαν ένα δαιμονικό σκοπό — να μεγαλώσουν με κάθε τρόπο την Αθήνα, αδικώντας ως και τους συμμάχους, ενώ θα έπρεπε να πασχίζουν να κάνουν ηθικούς τους πολίτες. Είναι κακός ο Περικλής, επειδή κατάντησε τους Αθηναίους τεμπέληδες και φλύαρους, αφότου ψήφισε να πληρώνονται μισθοί στο λαό και να μη σταματάν τα θέατρα και τα γλέντια».
Κοντοστάθηκε μια στιγμή ο φιλόσοφος κι ύστερα είπε: 
— «Άκουσε τη συμβουλή μου, Κριτία: να μεταχειρίζεσαι τη ρητορική σου για ό,τι υψηλό και δίκαιο, έστω κι αν απομείνεις μονάχος εναντίον όλων, έστω κι αν σε βρίσουν, κι αν σ' εξευτελίσουν. Και, μα το Δία, ακόμα κι αν σε χαστουκίσουν, που θεωρείται ατιμωτικό, μη θυμώσεις. Γιατί, αν πραγματικά είσ' ενάρετος, δε θα πάθεις τίποτα, ούτε σε τούτη τη ζωή, ούτε στη μέλλουσα, όταν έρθει για τους νεκρούς η μέρα να κριθούνε. Μείνε κοντά μου, Κριτία, να ποτίσουμε τον όχλο νέα ηθική. Ν' αναμορφώσουμε την κοινωνία...»


απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Ζαλοκώστα: "ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ"

Οι επισημάνσεις δικές μου

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Η μεταμόρφωση του αλχημιστή...


...Το Μάρτη του 1953 συνάντησα για πρώτη φορά στη ζωή μου έναν αλχημιστή. Αυτό έγινε στο καφέ Προκόπ που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή. Μου κανόνισε αυτό το ραντεβού ένας μεγάλος ποιητής, την εποχή που έγραφα το βιβλίο μου για τον Γκουρτζίεφ. Έμελλε να συναντήσω πολλές φορές ακόμα αυτόν τον παράξενο άνθρωπο χωρίς να τα καταφέρω όλες τις φορές να "εισχωρήσω" στα μυστικά του.
Γνώριζα πολύ λίγα πράγματα για την αλχημεία και τους αλχημιστές και όλες μου τις γνώσεις τις είχα πάρει από την λαϊκή φαντασία που δεν ήξερα φυσικά πως υπήρχαν ακόμη αλχημιστές. Ο άντρας που καθόταν απέναντι μου στο τραπέζι, άλλοτε καθόταν ο Βολταίρος, ήταν νέος και κομψός. Είχε πρώτα κάνει κλασικές σπουδές και μετά ακολούθησαν οι σπουδές στη χημεία. Επί του παρόντος κέρδιζε τη ζωή του ασχολούμενος με το εμπόριο. Συναναστρεφόταν πολλούς καλλιτέχνες και κάποιους ανθρώπους κοσμικούς.
Δεν κρατώ ημερολόγιο αλλά μου συμβαίνει σε ορισμένες σημαντικές περιπτώσεις να σημειώνω τις παρατηρήσεις μου και τα συναισθήματά μου. κείνη την νύχτα όταν γύρισα στο σπίτι μου έγραψα το εξής:
Τι ηλικία μπορεί να έχει άραγε; Είπε πως είναι 35 χρόνων. Αλλά η εμφάνιση σε μπερδεύει. Τα λευκά και κατσαρά του μαλλιά ήταν κομμένα με τέτοιο τρόπο που έμοιαζαν με περούκα. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο ρυτίδες πάνω σε μια ροζ νεανική επιδερμίδα. Οι κινήσεις του ήταν αργές και μετρημένες. Το χαμόγελο του ήταν ήρεμο αλλά τραχύ. Τα μάτια του γελαστά με ύφος απόμακρο. Όλα συνηγορούσαν για μια άλλη ηλικία. Ο λόγος του μεστός, καθαρός, χωρίς παρεκτροπές. Έβλεπες μια διαύγεια πνεύματος. Κρυβόταν μια σφίγγα πίσω από αυτό το ευπροσήγορο πρόσωπο το χωρίς ηλικία. Το ακατανόητο. Και δεν ήταν μόνο η δική μου εντύπωση, αυτή. Ο Α.Β. που τον έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα εδώ και βδομάδες, μου είπε πως δεν "τον έπιασε" ούτε μια φορά να κάνει λάθος, να βγει έξω απ'αυτή την "ανώτερη αντικειμενικότητα".
Αυτό που του καταμαρτυρούσε ο Γκουρτζίεφ:
Αυτός που αισθάνεται την ανάγκη να διδάξει δε ζει ολοκληρωτικά τη διδασκαλία του και δε βρίσκεται στο ανώτατο όριο μύησης.
Στη σχολή του Γκουρτζίεφ η ύλη δεν μεσολαβεί ανάμεσα στον μαθητή που τον έπεισαν για τη μηδενικότητά του και την ενέργεια που πρέπει να κατακτήσει για να περάσει στην ύπαρξη του πραγματικού. Αυτή την ενέργεια -αυτή τη "θέληση της θέλησης" λέει ο Γκουρτζίεφ- ο μαθητής πρέπει να τη βρει από μέσα του και πουθενά αλλού. Επομένως αυτή η προσπάθεια κατά ένα μέρος είναι λαθεμένη και οδηγεί μονάχα στην απελπισία. Αυτή η ενέργεια υπάρχει έξω από τον άνθρωπο και πρέπει να αιχμαλωτίσει. Ο καθολικός που καταπίνει την όστια θέλει μ'αυτό τον τρόπο να αιχμαλωτίσει την ενέργεια. Αλλά δεν το πιστεύετε; Αν δεν μπορείτε να έχετε πίστη ας έχετε τη φωτιά: αυτή είναι η αλχημεία. Μια αληθινή φωτιά. Μια υλική φωτιά. Τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν από την επαφή με την ύλη.
Ο Γκουρτζίεφ δε ζούσε μόνος, ήταν πάντα περικυκλωμένος από ανθρώπους σε μια κοινοτική ζωή. Υπάρχει ένα μονοπάτι μέσα στη μοναξιά, υπάρχουν μονοπάτια στην έρημο. Δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε μονοπάτια, ούτε ποτάμια στον άνθρωπο. Του κάνω ερωτήσεις πάνω στην αλχημεία που ασφαλώς θα του φαίνονται τελείως ανόητες. Δε δείχνει τίποτα και απαντά:
"Δεν υπάρχει τίποτα παρά μονάχα η ύλη, τίποτε άλλο παρά η επαφή με την ύλη, εργασία υλική, εργασία με τα χέρια". Επιμένει πολύ σ'αυτό.
"Αγαπάτε την κηπουρική; " Να μια καλή αρχή. Η αλχημεία μοιάζει με την κηπουρική.
"Αγαπάτε το ψάρεμα; " Η αλχημεία έχει κάποια κοινά στοιχεία με το ψάρεμα! "Δουλειά εύκολη, για γυναίκες και παιδιά".
Δε θα ξέρουν να διδάξουν αλχημεία. Όλα τα αριστουργήματα της παλιάς λογοτεχνίας μας δίνουν πληροφορίες γι'αυτή. Είναι γεγονότα που τα έζησαν όλοι οι μεγάλοι -οι ηλικιωμένοι- που τα είπαν στα παιδιά και σεβάστηκαν πραγματικά τη γνώση των μεγάλων. Δεν μπορούμε ποτέ να κρίνουμε ένα έργο μόνο από τις "αρχές" του. Αλλά η γνώση αυτών των αρχών και η οδός που οδηγεί σ'αυτή τη γνώση πρέπει να παραμείνουν μυστικές. Επομένως υπάρχει ένα είδος αλληλοβοήθειας για τους ερευνητές της πρώτης βαθμίδας.
Γύρω στα μεσάνυχτα τον ρώτησα για τον Φουλκανέλι και με άφησε να καταλάβω ότι ο Φουλκανέλι έχει πεθάνει:
"Μπορούμε να ζήσουμε", μου είπε, "πολύ περισσότερο από ότι ζούμε αλλά ο ανυποψίαστος άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να το φανταστεί. Και μπορούμε να αλλάξουμε οριστικά όψη. Εγώ το ξέρω. Ξέρω επίσης πως η φιλοσοφική λίθος είναι πραγματικότητα. Αλλά πρόκειται για μια άλλη κατάσταση που όπως όλες οι άλλες μπορεί και αυτή να καταμετρηθεί. Πρόκειται για μια άλλη κατάσταση της ύλης απ'αυτή που γνωρίζουμε. Τα μέσα αυτής της εργασίας και της καταμέτρησης είναι απλά και δεν απαιτούν πολύπλοκο εξοπλισμό: είναι δουλειά για παιδιά... " Προσθέτει:
"Υπομονή, ελπίδα, εργασία. Όποια κι αν είναι η δουλειά ποτέ δεν εργαζόμαστε όσο πρέπει".
Ελπίδα: στην αλχημεία, η ελπίδα βρίσκεται στη βεβαιότητα πως υπάρχει ένας σκοπός. "Δε θα είχα ξεκινήσει", είπε, "αν δεν μου είχαν αποδείξει ξεκάθαρα πως ο σκοπός υπάρχει πράγματι και πως είναι δυνατόν να τον κατακτήσεις μέσα σ'αυτή τη ζωή"...
... "Πιστεύω, όπως λέει και ο παλιός μου φίλος Αντρέ Μπιλί, ότι το να καταλαβαίνεις είναι το ίδιο όμορφο με το να τραγουδάς, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις απόλυτα"...
... "Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να φτάσεις στην ουσία της γνώσης. Η εποχή μας έχει τους δικούς της, όπως οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν τους δικούς τους. Δεν αναφέρομαι μόνο στη θεωρητική γνώση.
Είδα λοιπόν πως οι τεχνικές του σήμερα είναι πιο ισχυρές από τις τεχνικές του χθες. Αυτή η βασική γνώση που είχαν χωρίς αμφιβολία οι αλχημιστές (και άλλοι σοφοί πριν απ'αυτούς) θα έφτανε σε μας πιο ισχυρή, πιο επικίνδυνη και πιο απαιτητική. Θέλαμε να πετύχουμε το ίδιο αποτέλεσμα με τους αρχαίους αλλά από διαφορετική θέση. Πριν βιαστούμε να καταδικάσουμε το σύγχρονο πνεύμα στο όνομα της σοφίας των αρχαίων, ή πριν απαρνηθούμε αυτή τη σοφία, πιστεύοντας πως η πραγματική γνώση αρχίζει με το δικό μας πολιτισμό, θα ήταν καλύτερα να σεβαστούμε τη δύναμη του πνεύματος που κάτω από διαφορετικές συνθήκες, περνάει από το ίδιο σημείο φωτός και ανατέλλει. Πριν το καταδικάσουμε, το απορρίψουμε ή το διαλέξουμε πρέπει να το αγαπήσουμε. Η Αγάπη είναι το παν: κίνηση και ανάπαυση μαζί...
...Η αλχημεία σύμφωνα με την άποψή μας, θα μπορούσε να ήταν ένα από τα πιο βασικά πεδία μιας επιστήμης, μιας τεχνικής, μιας φιλοσοφίας ενός τελειοποιημένου πολιτισμού. Αυτό που ανακαλύψαμε μελετώντας την αλχημεία, στο φως της σύγχρονης γνώσης, δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε πως μια τεχνική τόσο προχωρημένη, τελειοποιημένη και ακριβής θα μπορούσε να ήταν το προϊόν μιας ‘θεϊκής επιφοίτησης’ που έπεσε από τον ουρανό. Δεν είναι ότι δεν έχει το σπόρο μιας αποκάλυψης. Αλλά δεν ισχυριστήκαμε ποτέ μελετώντας τους αγίους και τους μεγάλους μυστικιστές, πως ο Θεός μιλάει στους ανθρώπους με την γλώσσα της τεχνολογίας. Βάλε το χασάπη σου κάτω από το πολωμένο φως ω! γιε μου! Πλύνε τις σκουριές στο καθαγιασμένο νερό.
Δεν πιστεύουμε ακόμα πως η τεχνική της αλχημείας θα μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα από επιπόλαιες έρευνες, από ασήμαντες τεχνικές αδαών, από φαντασιώσεις μανιακών της μαγείας μέχρι σ'αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε ατομική ανολοκλήρωση. Καταλήγουμε να πιστεύουμε πως υπάρχουν στην αλχημεία απομεινάρια μιας επιστήμης που έχει χαθεί και που είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε, αφού λείπει το σύνολο των κειμένων. Πάνω σ'αυτά που μας έχουν απομείνει μπορούμε να κάνουμε κάποια έρευνα, αλλά πολύ περιορισμένη και καθορισμένη. Αφθονούν οι τεχνικές, ηθικές και θρησκευτικές ερμηνείες αλλά από την άλλη μεριά υπάρχει η βασική αναγκαιότητα της διαφύλαξης του μυστικού.

Σκεφτόμαστε πως ο πολιτισμός κατέχει μια γνώση που μπορεί να είναι προηγούμενο ενός άλλου πολιτισμού που κάτω από άλλες συνθήκες και σε άλλο πεδίο σκέψης, θα ερευνούσε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την αρχαιότητα, επισπεύδοντας με αυτό το τρόπο τη δική της πρόοδο.
Πιστεύουμε ακόμα το εξής: ο αλχημιστής την ώρα που "δουλεύει" πάνω στην ειδωμένη ύλη σύμφωνα με την παράδοση, επιχειρεί ένα είδος μετατροπής της ύλης. Αυτό που συμβαίνει μέσα στη χοάνη του, συμβαίνει και στη ψυχή του και στη συνείδηση του. Αλλάζει η κατάσταση των πραγμάτων. Όλα τα παραδοσιακά κείμενα επιμένουν σ'αυτό, επικαλούμενα τη στιγμή που επιτελείται το ‘Μεγάλο Έργο’ ή ο αλχημιστής γίνεται ‘φωτισμένος’. Νομίζουμε πως αυτά τα παλιά κείμενα περιγράφουν την αληθινή γνώση, τους νόμους της ύλης και της ενέργειας. Περιλαμβάνουν επίσης και την τεχνολογική γνώση. Την κατάκτηση αυτής της γνώσης είναι που επιθυμεί ο πολιτισμός μας. Δε μας φαίνεται καθόλου παράλογο το γεγονός ότι οι άνθρωποι σε ένα προσεχές μέλλον θα κληθούν να αλλάξουν τη μορφή του κόσμου, όπως οι αλχημιστές, όπως ακριβώς ο παλιός αλχημιστής υπέστη κάποια μεταβολή. Με την προϋπόθεση ότι ο πολιτισμός μας δε θα χαθεί ακριβώς τη στιγμή που θα έχει φτάσει στο σκοπό του, όπως έγινε με άλλους πολιτισμούς που χάθηκαν. Επίσης ελπίζουμε πως τη δεύτερη και τελευταία περίοδο της διαφάνειας, αν η περιπέτεια του πνεύματος επαναλαμβάνεται, θα είναι κάθε φορά σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, της ελικοειδούς σκάλας. Αφήνουμε σε άλλες χιλιετίες τη φροντίδα να φέρει σε πέρας αυτή τη περιπέτεια, μέχρι το ακίνητο κέντρο, με κάθε ελπίδα"...
...Οι αλχημιστές μιλάνε για την αναγκαιότητα να διυλίσεις χίλιες φορές το νερό για να παρασκευάσεις το ελιξίριο. Ακούσαμε έναν ειδικευμένο ιστορικό να λέει ότι αυτή η άποψη ήταν τελείως παρανοϊκή. Αγνοούσε τα πάντα γύρω από το βαρύ ύδωρ και τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να εμπλουτίζουν το απλό νερό και να το κάνουν βαρύ. Ακούσαμε έναν πολυμαθή να βεβαιώνει ότι το ραφινάρισμα και ο καθαρισμός των μετάλλων από άλλα στοιχεία, δεν αλλοιώνει καθόλου τις ιδιότητες του. Θα πρέπει να φανταστούμε πως η απασχόληση με την αλχημεία είναι σαν την τυπική κίνηση που κάνει ο καθολικός "παίζοντας" με το ροζάρι του, ή σαν μια μυστική μαθητεία στην υπομονή. Είναι λοιπόν γεγονός πως μέσα από ένα τέτοιο ραφινάρισμα τίον μετάλλων που έχει περιγραφεί από τους αλχημιστές, και που σήμερα ονομάζουμε "η τήξη της ζώνης" παρασκευάζεται το "ζερμάνιουμ" και το "σιλίσιουμ" των τρανζίστορς.
Σήμερα γνωρίζουμε, χάρη στις εργασίες για τα τρανζίστορς, ότι αν καθαρίσουμε πρώτα ένα μέταλλο από περιττά στοιχεία και μετά εισάγουμε σ'αυτό χιλιοστά γραμμαρίου ακάθαρτων στοιχείων, δίνουμε στο σώμα ιδιότητες καινούριες και επαναστατικές. Σκοπός μας δεν είναι να ζαλίσουμε τον αναγνώστη με χιλιάδες παραδείγματα αλλά να του δώσουμε να καταλάβει πόσο ωφέλιμη θα ήταν μια συστηματική μελέτη της αλχημείας...

...Όσο πιο πίσω στο παρελθόν πάμε, τόσο πιο πολλά χειρόγραφα βρίσκουμε. Ο Νικολά ντε Βαλουά στο 15ο αιώνα, έβγαλε το συμπέρασμα ότι οι μετατροπές, τα μυστικά και οι τεχνικές απελευθέρωσης της ενέργειας ήταν γνωστές στον άνθρωπο πριν από την ίδια την γραφή. Η αρχιτεκτονική προϋπήρξε της γραφής. Ίσως να ήταν μια μορφή γραφής. Βλέπουμε πως η αλχημεία ήταν στενά δεμένη με την αρχιτεκτονική. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της αλχημείας, του οποίου συγγραφέας ήταν ο Γκομπινό ντε Μονλουιζάν, είχε το τίτλο: Περίεργες ερμηνείες αινιγμάτων και ιερογλυφικές φιγούρες που βρίσκονται στην κεντρική είσοδο της 'Νοτρ Νταμ' στο Παρίσι. Οι εργασίες του Φουλκανέλι αναφέρονταν στα "μυστήρια των καθεδρικών ναών" και στις λεπτομερείς περιγραφές των "φιλοσοφικών κατοικιών". Μερικές μεσαιωνικές κατασκευές μαρτυρούν την πανάρχαια συνήθεια της αλχημείας να αποστέλλει μηνύματα μέσα από την αρχιτεκτονική, διά μέσου των αιώνων.
Ο Νεύτων πίστευε ότι υπήρχε μια αλυσίδα μυημένων που απλωνόταν μέχρι την αρχαιότητα και η οποία γνώριζε τα μυστικά της μετατροπής και ανολοκλήρωσης της ύλης. Ο Άγγλος σοφός ατομικός Ντα Κόστα Αντράντε, σ'ένα λόγο που προσφώνησε στο Κέμπριτζ με την ευκαιρία των 300 χρόνων από τη γέννηση του Νεύτωνα, τον Ιούλιο του 1946, δε δίστασε να ανακοινώσει ότι ο εφευρέτης του νόμου της ροπής ήταν ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας και ότι δεν είχε αναγγείλει παρά ένα πολύ μικρό κομμάτι των γνώσεών του.
"Δεν μπορώ να ελπίζω, είπε, να καταρρίψω, το σκεπτικό του Νεύτωνα ή το ειδικό όραμα που αποκάλυψε την ατομική ενέργεια. Θα σας πω απλά, ότι αυτά που θα σας διαβάσω σε λίγο, ξεπερνούν κατά πολύ τη σκέψη του Νεύτωνα και μιλούν για την παγκόσμια ανησυχία που προκάλεσε η σύνθεση του χρυσού. Να τι έγραφε ο Νεύτων:
‘Ο τρόπος που εμποτίζεται ο υδράργυρος, κρατήθηκε μυστικός από αυτούς που δημιούργησαν ένα δρόμο που οδηγούσε σε κάτι πιο ευγενικό (από την κατασκευή χρυσού) και φυσικά δε θα μπορούσε να ανακοινωθεί στον κόσμο, γιατί θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, αν βέβαια αυτά που γράφει ο Ερμής είναι αλήθεια’.
Πιο κάτω ο Νεύτων έγραφε: ‘υπάρχουν ακόμα πιο Μεγάλα Μυστήρια από την μετατροπή μετάλλων, αν βέβαια δεν τα παραλένε οι μεγάλοι διδάσκαλοι, γιατί μόνο αυτοί ξέρουν αυτά τα μυστικά’.
Ας σκεφτούμε πως σε τελευταία ανάλυση ο Νεύτωνας μιλάει με την ίδια επιφύλαξη και την ίδια προνοητικότητα για να αναγγείλει τις δικές του ανακαλύψεις στην οπτική.
Από ποιό παρελθόν μας έρχονται αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι που επικαλείται ο Νεύτωνας και από ποιό παρελθόν έχουν αντλήσει την επιστήμη τους;
‘Αν ανέβηκα τόσο ψηλά’, λέει ο Νεύτων, ‘είναι γιατί ανέβηκα στις πλάτες γιγάντων’"...

...Ο Ζαν Φρεντερίκ Ζβάιτσερ, είπε ο Ελβέτιος, που υπήρξε σφοδρός πολέμιος της αλχημείας, αναφέρει πως ένα πρωινό στις 27 Δεκεμβρίου του 1666, εμφανίστηκε ένας ξένος στο σπίτι του. Ήταν ένας άνθρωπος με σοβαρό παρουσιαστικό, αξιοπρέπεια και ήθος, ντυμένος με ένα απλό μαύρο παλτό σαν μενονιστής. Αφού πρώτα ρώτησε τον Ελβέτιο αν πίστευε στη φιλοσοφική λίθο (και βέβαια ο διάσημος γιατρός απήντησε αρνητικά) ο ξένος άνοιξε ένα μικρό κουτί από ελεφαντόδοντο που περιείχε κομμάτια που έμοιαζαν να ήταν φτιαγμένα από γυαλί και οπάλιο. Ανεκοίνωσε με στόμφο πως ήταν η περίφημη πέτρα και πως μπορούσε με αυτή την ελάχιστη ποσότητα να φτιάξει τόνους χρυσού. Ο Ελβέτιος αφού πρώτα τον ευχαρίστησε για την καλοσύνη που είχε να του το δείξει, πήρε ένα κομμάτι στα χέρια του και τον παρακάλεσε αν μπορούσε να του δώσει λίγο.

Ο αλχημιστής αρνήθηκε με βίαιο τρόπο, λέγοντας μ'ένα ύφος δουλοπρέπειας πως δεν μπορούσε, ακόμα και για όλη την περιουσία του Ελβέτιου, να αποχωριστεί έστω και ένα ελάχιστο μόριο αυτής της πέτρας, για τον απλούστατο λόγο πως δεν είχε το δικαίωμα να διαδίδει την ύπαρξή της. Όταν ο Ελβέτιος τον παρακάλεσε να του αποδείξει τα λεγόμενα του, κάνοντας μπροστά του τη μετατροπή (των μετάλλων) ο ξένος απήντησε πως θα επιστρέψει σε τρεις βδομάδες και τότε θα του δείξει κάτι που θα τον εντυπωσιάσει. Πραγματικά ήρθε τη μέρα που είχε υποσχεθεί, αλλά αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε πείραμα, γιατί του είχε απαγορευτεί να αποκαλύψει το μυστικό. Συγκατατέθηκε παρ'όλα αυτά να δώσει στον Ελβέτιο, ένα πολύ μικρό κομμάτι σαν "κόκκο σιναπιού". Καθώς ο γιατρός αμφέβαλλε αν αυτή η ποσότητα θα του έδινε το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο αλχημιστής έσπασε το κομμάτι στα δύο, πέταξε το μισό και δίνοντας το υπόλοιπο είπε: "και αυτό ακόμα σας αρκεί".
Ο σοφός, μας ομολόγησε αργότερα, πως στην πρώτη επίσκεψη του ξένου κατάφερε να αποσπάσει κάποια μόρια της πέτρας και ότι άλλαξε το μόλυβδο όχι σε χρυσό αλλά σε γυαλί.
- Θα μπορούσατε να είχατε προστατέψει το λάφυρο σας, με λίγο κίτρινο κερί, είπε ο αλχημιστής. Αυτό θα σας βοηθούσε στο να εισχωρήσει στο μόλυβδο και να τον μετατρέψει σε χρυσό.
Ο άνθρωπος υποσχέθηκε να έρθει την επομένη στις εννιά για να πραγματοποιήσει το θαύμα, αλλά δεν ήρθε ούτε την επομένη ούτε τη μεθεπομένη. Η γυναίκα του Ελβέτιου τον πίεσε να κάνει εκείνος τη μετατροπή:
Ο Ελβέτιος ακολούθησε τις οδηγίες του ξένου. Έλιωσε τρεις "δραχμές" (παλιά μονάδα βάρους ελληνική) μόλυβδου τύλιξε την πέτρα με κίτρινο κερί και την άφησε να πέσει στο υγρό μέταλλο. Και να το θαύμα. Έγινε χρυσός! Την πήγαμε αμέσως στο χρυσοχόο και αυτός μας είπε πως ήταν το πιο φίνο χρυσό που είχε δει ποτέ του, και μας πρόσφερε 50 φλορίνια την ουγγιά. Ο Ελβέτιος κλείνοντας την αφήγησή του, μας είπε πως ο χρυσός είναι πάντα στην κατοχή του σαν χειροπιαστή απόδειξη της μετατροπής. Είθε οι άγγελοι να τον προστατεύσουν (τον ανώνυμο αλχημιστή σαν ένα είδος ευλογιάς του Θεού στους χριστιανούς). Αυτή είναι η μόνιμη προσευχή μας γι'αυτόν και για μας.
Το νέο απλώθηκε όπως η σκόνη όταν τη φυσάει ο άνεμος. Ο Σπινόζα, χωρίς να υπολογίσουμε τους ναΐφ, θέλησε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία. Επισκέφθηκε λοιπόν τον χρυσοχόο που είχε εκτιμήσει το χρυσό. Το αποτέλεσμα της επίσκεψης ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό: κατά τη διάρκεια της τήξης, το ασήμι έχοντας συγχωνευθεί με άλλα στοιχεία, μετατρέπεται σε χρυσό. Ο χρυσοχόος Μπεσέ, ήταν ο νομισματοκόπος του δούκα του Οράνζ. Ήξερε σίγουρα το επάγγελμά του. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι έπεσε θύμα απάτης ή ότι ήθελε να καταχραστεί την εμπιστοσύνη που του έδειξε ο Σπινόζα. Ο Σπινόζα πήγε μετά απ'αυτό στον Ελβέτιο, που του έδειξε το δοχείο, όπου εκεί μέσα έγινε η μετατροπή. Υπήρχαν ακόμα υπολείμματα του πολύτιμου μετάλλου κολλημένα στο εσωτερικό του δοχείου. Όπως και πολλοί άλλοι, έτσι και ο Σπινόζα πίστεψε πως αυτή η μετατροπή είχε πραγματικά γίνει...
..."Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα απ'όσα γνωρίζουμε" έλεγε ο Ρότζερ Μπέικον. Αλλά προσέθετε αυτή την κουβέντα που μπορεί να θεωρηθεί σαν ρητό της αλχημείας. "Παρ'όλο που δεν είναι τα πάντα επιτρεπτά, είναι τα πάντα δυνατά να συμβούν"...
...Ο πραγματικός σκοπός των αλχημιστικών μεθόδων που είναι ίσως ένας τομέας πολύ παλιάς επιστήμης, που ανήκε σε έναν πολιτισμό που χάθηκε, είναι η μεταμόρφωση του ίδιου του αλχημιστή και η μετάβασή του σε μια ανώτερη συνείδηση. Τα υλικά αποτελέσματα δεν είναι παρά ο προάγγελος του τελικού αποτελέσματος που είναι πνευματικό. Όλα τείνουν προς τη μετατροπή του ίδιου του ανθρώπου, στη θεοποίησή του, στην ενοποίησή του με τη θεϊκή ενέργεια όπου βασιλεύουν όλες οι ενέργειες της ύλης. Η αλχημεία είναι αυτή η επιστήμη με τη "συνείδηση" για την οποία μας μιλάει ο Ραμπελέ. Είναι μια επιστήμη που περισσότερο εξανθρωπίζει παρά υλοποιεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του Τεϊλάρ ντε Σαρντέν ο οποίος μας έλεγε: ‘Η αληθινή φυσική επιστήμη είναι αυτή που παρεμβαίνει για να ολοκληρωθεί ο άνθρωπος δημιουργώντας μια συνολική παρουσία σε έναν ενιαίο κόσμο’.
"Μάθετε", έγραφε ένας μεγάλος αλχημιστής, "μάθετε όλοι σας, εξερευνητές αυτής της τέχνης, ότι το πνεύμα είναι το παν και ότι αν μέσα σ'αυτό το πνεύμα δεν υπάρχει κάποιο άλλο, παρόμοιο, όλες οι προσπάθειες πάνε χαμένες"...
...Θα είχαμε ακόμη πιο εντυπωσιακές ουσίες, που θα είχαν γεννηθεί από τις αλχημικές προσμίξεις. Μία από αυτές θα ήταν ευδιάλυτη στο γυαλί πριν από την τήξη του. Αυτή η ουσία μόλις άγγιζε το μισολιωμένο γυαλί, εξαφανιζόταν στο εσωτερικό του, δίνοντάς του την απόχρωση του ρουμπινιού, με ένα μωβ, που φωσφόριζε στο σκοτάδι. Είναι η περίφημη σκόνη που τη φτιάχνουν μέσα στο γουδί από αχάτη, και που τα αλχημικά κείμενα την ονομάζουν "σκόνη εκτόξευσης" ή φιλοσοφική λίθο. Από τι να είναι φτιαγμένη άραγε αυτή η πολύτιμη πέτρα" έγραφε ο Μπερνάρ, "που είναι πολυτιμότερη απ'όλες τις πέτρες και η οποία είναι ένας θησαυρός, σαν ύμνος για να δοξάζουμε το Θεό που ζει και βασιλεύει αιώνια".
Όλοι μας γνωρίζουμε τους θαυμάσιους μύθους που έχουν γραφτεί γι'αυτήν την πέτρα, που θα ήταν ικανή να μας εξασφαλίσει μετατροπή των μετάλλων και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Θα μπορούσε να μετασχηματίσει μερικά ευτελή μέταλλα, σε χρυσό, ασήμι και πλατίνα, αλλά αυτό θα ήταν μία μόνο μορφή της δύναμής της. Το πιο σημαντικό θα ήταν πως θα λειτουργούσε σα μια μορφή παρακαταθήκης πυρηνικής ενέργειας, που θα τη μεταχειριζόμασταν κατά βούληση.
...Να λοιπόν συμπληρωμένο το "Μεγάλο Έργο". Δημιουργείται στον ίδιο τον αλχημιστή μια μεταμόρφωση που μπορούμε να δούμε μέσα από τα κείμενα, αλλά που δεν είμαστε σε θέση να την περιγράψουμε, γιατί έχουμε πολύ λίγες ανάλογες εμπειρίες πάνω σ'αυτό το θέμα. Αυτή η μεταμόρφωση του αλχημιστή θα είναι κάτι σαν την υπόσχεση με τη δική του ευφυΐα και τα στοιχεία της γης. Η συγκέντρωση του Πνεύματος, η προσήλωσή του σε άλλους τόπους συνείδησης μέσα από το κοσμικό διάστημα. Προοδευτικά ή ξαφνικά, λέει η παράδοση, ο αλχημιστής ανακαλύπτει το νόημα της επίπονης εργασίας του. Ξεδιπλώνονται μπροστά του τα μυστικά της ενέργειας του σύμπαντος, και την ίδια στιγμή του αποκαλύπτονται όλες οι προοπτικές της ζωής. Από μόνος του εγκαθίδρυσε καινούργιες σχέσεις ανάμεσα στο δικό του πια χαρισματικό πνεύμα και στο παγκόσμιο, μέσα από την αιώνια αυτοσυγκέντρωση. Κάποιες ακτινοβολίες της μαγικής πέτρας, να είναι άραγε η αιτία της μεταμόρφωσης του φυσικού γίγνεσθαι του αλχημιστή;

Επομένως η πρόσμιξη της φωτιάς με άλλες ουσίες, όχι μόνον επιτρέπει τη μετατροπή των στοιχείων αλλά και τη μεταμόρφωση του ίδιου του πειραματιζόμενου. Αυτός, κάτω από την επίδραση των δυνάμεων που έχουν δημιουργηθεί από τις προσμίξεις της χοάνης (από τις ακτινοβολίες των πυρήνων που έχουν υποστεί δομικές αλλαγές) μπαίνει σε μια άλλη κατάσταση πραγμάτων. Γίνονται κάποιες μεταβολές μέσα του. Η ζωή του επιμηκύνεται, η ευφυΐα του και η σκέψη του έχουν κατακτήσει ένα ανώτερο επίπεδο. Η ύπαρξη τέτοιων "μεταμορφωμένων ανθρώπων" είναι η βάση της παράδοσης του Ερυθρού Σταυρού. Ο αλχημιστής βρίσκεται σε άλλο συνειδησιακό επίπεδο. Βρίσκεται μόνος του να είναι "υποψιασμένος" για τα θαύματα της φύσης, ανάμεσα στους υπόλοιπους ανυποψίαστους ανθρώπους. Ξεφεύγει από την ανθρωπότητα, όπως ο Μάλλορυ, στο Έβερεστ εξαφανίστηκε, έχοντας τη δική του στιγμή αλήθειας.
"Η φιλοσοφική λίθος αντιπροσωπεύει επομένως το πρώτο σκαλοπάτι που βοηθάει τον άνθρωπο να προσχωρήσει προς το Απόλυτο". Πάνω απ'αυτό ξεκινάει το μυστήριο. Στη δική μας ανθρώπινη μεριά δεν υπάρχει ούτε μυστήριο, ούτε εσωτερική ζωή ούτε άλλες σκιές, παρά μόνο οι επιθυμίες μας και κυρίως ο εγωισμός μας. Αλλά όπως είναι πιο εύκολο να λες από το να κάνεις, κάτι που προϋποθέτει πόνο, κούραση και μοναξιά, είναι και πιο βολικό να βρεις καταφύγιο στη "σκέψη" από το να πολεμάς σώμα με σώμα με τα σκοτάδια της ύλης. Η αλχημεία απαγορεύει τέτοιου είδους αποδράσεις στους οπαδούς της. Τους αφήνει πρόσωπο με πρόσωπο με το μεγάλο αίνιγμα... Μας διαβεβαιώνει μονάχα πως αν παλέψουμε μέχρι το τέλος, για να νικήσουμε την αμάθεια, από μόνη της η αλήθεια θα αγωνιστεί για μας, και στο τέλος θα νικήσει. Ίσως τότε να αρχίσει η "αληθινή" μεταφυσική...



Πάουελς - Μπερζιέ,  Η Αυγή των Μάγων, εκδ. Κάκτος

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015





ΘΛΙΨΗ



H θάλασσα είναι τόσο ήσυχη τώρα
γαλήνια τόσο
Σίγησε το γλυκό τραγούδι της για χάρη μου
Δεν παίζει ερωτεμένος  πια ο σκοτεινός βυθός της
δεν λιγώνουνται γλυκαμένα τ’ άσπρα κοχύλια της
Τώρα σέρνεται πίσω μου πικρή η θάλασσα
ακολουθώντας την θλίψη της καρδιάς μου

Θλίψη βαθειά και ανείπωτη
Θλίψη πιο κοφτερή κι απ’ το σπαθί
Θλίψη που μου ΄σκισε τα χείλη
Θλίψη που μου ΄δωσε γι’ αναπαμό
κλάμα γοερό
κλάμα σπαρακτικό
Θλίψη που μ’ έριξε στα γόνατα
ξαπλώνοντάς με άδειο κέλυφος
στης υγρής αμμούδας το πικρό στρωσίδι

Τ’ άσπρα κοχύλια της θάλασσας
δεν τραγουδάνε τώρα τη xαρά της
Η τρυφερή καρδιά τους
ξανασαίνει τον δικό μου μαύρο θρήνο



                                         Σοφία Ηλέκτρα



Η ‘Θλίψη’ δεν είναι ακριβώς ένα ‘ποίημα’. Μοιάζει αλλά δεν είναι. Έχει τα στοιχεία και τις λέξεις και τις στροφές και το ρυθμό και όσα μαθαίνουμε να διαβάζουμε σε ό,τι λέμε εδώ και αιώνες ‘ποίηση’. Μια φόρμα, μια δόμηση, αρχή, μέση και τέλος… Αλλά όλα αυτά είναι οπωσδήποτε γνωρίσματα, κελύφη και σκεπάσματα… είναι όπως η ένδυση σε ένα γυμνό σώμα. Γιατί η Θλίψη στην ουσία, είναι το ίδιο το γυμνό σώμα του είναι. Ένα αρχαίο τραγούδι που ‘ακούστηκε’ από τα χείλη μιας σύγχρονης, μιας ‘τωρινής’ γυναίκας. Γι αυτό ίσως με συγκίνησε. Αλλά δεν ξέρω γιατί τόσο με συγκίνησε και όσο το διαβάζω τόσο με αγγίζει βαθύτερα. Ίσως γιατί ένιωσα αυτό που κάποιες ελάχιστες φορές νιώθω όταν ανταμώνομαι μ'ένα αυθεντικό, πρωτογενές δημιούργημα: ακινητοποιήθηκα, αφοπλίστηκα, σιώπησα. Αυτό κάνει η τέχνη και η ποίηση. Η μουσική και ο κινηματογράφος, όλα στην υψηλή τους διάσταση. Για λίγο, έστω, σου παίρνουν τις θωρακίσεις και σε αφήνουν ανυπεράσπιστο, γυμνό, σε επαφή με το δικό σου είναι. Τρομαχτικό και υπέροχο μαζί. Αλλά αυτό είναι.
Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, να γράφω ώρες για αυτό το όμορφο τραγούδι. Δεν έχει σημασία. Ποτέ δεν είχε στην ουσία. Η ποίηση είναι ένας κώδικας, δεν ερμηνεύεται, είναι απρόσιτη στη φλυαρία του νου, είναι πάντα στο θρόνο της όπως και στα έγκατα του Αχανούς. Και στα δυο κατοικεί και στα δυο βασιλεύει. Είναι η Ίσιδα και η Εκάτη, η Περσεφόνη και η Δήμητρα, είναι φως και σκοτάδι, μαζί. Και μαζί είναι ένα μυστικό, αθέατο νησί. Δεν θα σε πάει κανείς εκεί. Περνώντας τυχαία όμως ίσως ακούσεις το τραγούδι της Θελξιόπης και ανήμπορος να αντισταθείς, οδηγηθείς στον μαυλιστικό και υπέροχο αφανισμό σου.
Και τότε ανακαλύπτεις την Ποίηση. Και τότε κι αυτή σου αποκαλύπτεται…