Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014






Το αίμα
θα βρίσκει πάντα τον δρόμο να ανταμωθεί με το αίμα. 
Μέσα από όλες τις διακλαδώσεις, όλα τα χρονικά άλματα, όλες τις διόδους του φόβου. Το αίμα δεν αρκείται στην απλή συνομιλία με το Απόλυτο. 
Τα απαιτεί όλα, καταναλώνει το φως και το σκοτάδι, χύνεται μέσα στα νεφρά του Αγνώστου και το κάνει γνωστό, λούζεται στις απαγορευμένες θάλασσες του Είναι και φανερώνει τον πόθο να υπάρχεις
Μέσα από όλες του τις συνυπάρξεις, το αίμα ριζώνει στα όνειρα, στο ρίγος και στον άπληστο πόθο για ζωή και θάνατο. 
Και η δίψα για ζωή είναι ένας μεταμφιεσμένος ίλιγγος θανάτου.
Κι έτσι ψηλαφεί τον κόσμο. 
Μέσα απ’τη λαγνεία της ζωής και του θανάτου.


Το πνεύμα
αναζητά τους ορίζοντες, ανυψώνεται, δυσφορεί, απλώνεται. 
Και χάνεται τόσο εύκολα όσο εύκολα εγκατοικεί ξανά στο Αχανές. 
Χλευάζει το χρόνο αλλά η βαρύτητα της αιωνιότητας έρχεται ως Βούληση να το στεριώσει, να το φιλοτεχνήσει, να το σφυρηλατήσει στην Ανάγκη. 
Κληρονόμησε το άπειρο και αυτό κληροδοτεί.
Κι έτσι ψηλαφεί τον κόσμο. 
Με τα μάτια του απείρου.


Το σπέρμα
έχει την κληρονομιά της μερικότητας και δεν μπορεί να αντικρίσει παρά μονάχα το είδωλό του στον καθρέφτη. 
Η πρώτη του θέαση είναι η αρχή της αντίστροφης μέτρησης της δύναμής του. 
Η μορφή, το σχήμα, η γεωμετρία της διηνεκούς πορείας του είναι μέσα από τους μυστικούς δρόμους της ύπαρξης καθιερώνουν ό,τι το σπέρμα αγγίζει. 
Κι όμως, η έκρηξη, μέσα από την θνησιγενή του φύση αιωνίζει ως κι αυτή την μερικότητα.
Και έτσι ψηλαφεί τον κόσμο.
Με τα δάχτυλα της μερικότητας.

. . . 



Bloody river

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014





Κάποια μεγέθη
Αναπαλλοτρίωτα
στο χρόνο αναλλοίωτα

εκείνο που επιμένει να συγ-κινεί
δεν είναι τόσο η απόσταση από τις πηγές
που χτίζει το μύθο του νερού
που αναβλύζει
αλλά το βλέμμα
που έχει ένα στερέωμα
κι έναν ίλιγγο
σα να κρέμεται το εκκρεμές των αισθήσεων
κατευθείαν απ’τον ουρανό…

κι είναι
μονάχα μια ταινία
θα πεις

και θα σου απαντήσω
πως είναι ένα σύμπαν
που χώρεσε
όλες σου τις διαφυγές

ολόκληρες

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

χέρια άρνησης του θανάτου...



Κάθε φορά, ο παππούς μάς υποδεχόταν φορώντας ‘τα καλά του’. Καθόμασταν στις ίδιες θέσεις, λέγαμε, στην αρχή, περίπου τα ίδια λόγια, είχαμε, πάνω κάτω, παρόμοια συναισθήματα. Κάποτε κάποτε, δυσφορούσαμε, διαμαρτυρόμασταν… σιωπηλά όμως… ή έστω με μορφασμούς, με νοήματα, όταν ο παππούς χανόταν για λίγο στο εσωτερικό του σπιτιού … ο αδερφός μου ίσως λίγο περισσότερο… εγώ εύρισκα κάποιες ‘εξόδους’… ήταν η απίστευτη συλλογή του παππού από παλιά περιοδικά… δεκάδες τεύχη από διάφορα περιοδικά με ‘νέα’ του στυλ ‘εθριάμβευσεν ο πρωταθλητής μας εις τους Βαλκανικούς αγώνας’, ή ‘επίσκεψις του βασιλικού ζεύγους εις Λονδίνον’… ήταν ότι παρατηρούσα κάποιες παλιές φωτογραφίες πάνω στο τραπεζάκι… αργότερα ήταν ο ίδιος ο παππούς που παρατηρούσα… οι κινήσεις του… κυρίως τα χέρια του… ίσως εκεί να πρωτοσκέφτηκα, παιδάκι ακόμα, ότι ο άνθρωπος είναι τα χέρια του… γιατί ο παππούς ήταν πραγματικά τα χέρια του… όχι μονάχα από μικρό παιδί μ’αυτά τα χέρια έβγαζε το ψωμί του, δημιουργούσε, έφτιαχνε στο ξύλο υπέροχα πράγματα, αλλά εξακολουθούσαν αυτά τα χέρια να του υπενθυμίζουν τη ζωή… πως είναι ζωντανός, μοναχικός πια, μετά τη φυγή εκείνης αλλά ζωντανός… και ακόμη… στη χειραψία του… δεν ξέρω αν συνάντησα ποτέ άνθρωπο με πιο ‘αποφασιστική’ χειραψία…
Ο πατέρας, μας έλεγε πως ο παππούς ήταν από τους πιο δυνατούς άντρες στη Λεύκα… καμιά φορά, όταν ερχόταν στο μαγαζί κάποιος αμαξάς για να επισκευάσει έναν τροχό, αναμετριόταν με τον παππού στο ‘λύγισμα’ του στεφανιού, μιας μεγάλης μεταλλικής λάμας που σαν δαχτυλίδι έντυνε τα μεγάλα βαρέλια. Σχεδόν κανείς δεν μπορούσε να του παραβγεί…
Σε μια άλλη ιστορία από τη θεία μου, που κάθε φορά ζητούσα να έχει και περισσότερες λεπτομέρειες, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον Πειραιά, ο παππούς έσπευσε να κλείσει το μικρό του εργοστάσιο. Δεν ήθελε να εργάζεται πια. Ένας αξιωματικός τον πρόλαβε. Εμφανίστηκε στην είσοδο του μαγαζιού και του ζήτησε να συνεργαστεί με το στρατό για να παρέχει ξύλινα εργαλεία και ό,τι άλλο χρειάζονταν οι δυνάμεις κατοχής. Ο παππούς πήρε ένα πολύ χοντρό κομμάτι ξύλο και το έσπασε στα δυο. Το ένα το πέταξε προς την κατεύθυνση της θάλασσας και το άλλο πίσω από το μαγαζί. Ο αξιωματικός τον κοιτούσε με ένα ύφος απορίας. Δεν του είπε τίποτα. Απλά γύρισε και έφυγε. Μέχρι το τέλος της κατοχής, ο παππούς, από εύπορος επιχειρηματίας της εποχής και αφεντικό στη δουλειά του, έκανε μεροκάματα από δω κι από κεί. Και με κείνα τα θαυματουργά του χέρια, κατάφερε να μην πεινάσει η οικογένειά του.

Προς το τέλος, είχα αρχίσει να τον παρατηρώ περισσότερο. Δεν ήταν μονάχα τα χέρια ‘εργαλεία’ που μου έκαναν εντύπωση. Νομίζω, πως εκείνα τα χέρια, απορροφούσαν όλη τη μελαγχολία και τη θλίψη του από την ώρα που έμεινε μόνος, δίχως την σύντροφο όλης της ζωής του που υπεραγαπούσε.
Δεν ήταν χέρια πολέμου αυτά, ήταν χέρια τρυφερότητας, χέρια δυνατής καρδιάς…
Και ήταν χέρια άρνησης του θανάτου… κάθε φορά που με χτυπούσε στον ώμο και μετά με φιλούσε για τον αποχαιρετισμό, οι δονήσεις του μιλούσαν, φώναζαν σχεδόν…

Είναι περίεργο που σήμερα, με δυσκολία θυμάμαι το πρόσωπό του και με τόση ευκολία τα ροζιασμένα, δυνατά, όμορφα χέρια του… ίσως σε αυτές τις σάρκινες διαδρομές ανάμεσα από πεταχτές φλέβες και εξογκώματα, έχω φιλοτεχνήσει ένα ζωντανό και όμορφο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας…

A life in the hands

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Είμαι επισκέπτης...





δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

...........................


Θ. Αγγελόπουλος

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου...




… Ποτέ δεν κοίταξες μέσα σου στον εαυτό σου να δεις ποιος είσαι. Δεν γνωρίζεις καν τον τρόπο να κοιτάξεις μέσα σου. Αυτή η εικόνα που σού έφτιαξαν είναι ψεύτικη, επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει ποιος είσαι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου πει ποιος είσαι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις ποιος είσαι, μόνο σ΄ εσένα είναι διαθέσιμη η εσωτερική σου πραγματικότητα και σε κανέναν άλλο. Μόνο εσύ μπορείς να βρίσκεσαι εκεί. Την ημέρα που θα καταλάβεις, ότι η ταυτότητά σου είναι ψεύτικη, πως είναι ένα συνοθύλευμα από γνώμες, που έχεις μαζέψει από άλλους, τότε κάτσε σιωπηλά και σκέψου ποιος είσαι. Θα εμφανιστούν πολλές ιδέες. Απλά παρατήρησε από πού έρχονται και θα μπορέσεις να βρεις την πηγή. Τα περισσότερα έρχονται απ΄ την μητέρα σου περίπου 80%, κάτι απ΄ τον πατέρα σου, κάτι απ΄ τους δασκάλους σου στο σχολείο, κάτι έρχεται απ΄ τους φίλους σου και κάτι απ΄ την κοινωνία. Παρατήρησε, τίποτα δεν έρχεται από σένα, ούτε καν το 1%. Την ημέρα που καταλαβαίνεις αυτό αρχίζεις να ψάχνεις για μία τεχνική, για μία μέθοδο, ώστε να μπορέσεις να μπεις μέσα στην ύπαρξή σου, ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις με ακρίβεια και ουσιαστικά ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Μία απ΄ αυτές τις μεθόδους είναι ο διαλογισμός.

     Ποιος ο λόγος να ρωτάς τους άλλους για σένα; Και ποιον να ρωτήσεις; Οι άλλοι είναι τόσο αδαείς, όσο είσαι κι εσύ. Δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Πως μπορούν λοιπόν να γνωρίσουν εσένα; Απλά δες πως λειτουργούν τα πράγματα. Έχεις εξαπατηθεί, είσαι ριγμένος, ζεις μέσα στα ψέματα. Εκείνοι που σ΄ εξαπάτησαν πιθανότατα να μην το έκαναν συνειδητά. Μπορεί να εξαπατήθηκαν κι αυτοί από άλλους. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου, οι δάσκαλοί σου, όλοι έχουν εξαπατηθεί απ΄ τους δικούς τους. Έτσι έχουν εξαπατήσει κι εσένα. Θα κάνεις κι εσύ το ίδιο με τα δικά σου τα παιδιά;

     Σ΄ ένα καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα κοιμούνται όρθιοι και θα είναι στοιχειωδώς έξυπνοι και αρκετά συνειδητοί, θα διδάσκουν στο παιδί, ότι η ιδέα τής ταυτότητας που γνωρίσαμε στην εποχή μας είναι ψεύτικη: «Χρειάζεται, θα στη δώσουμε, είναι για λίγο, μέχρι ν΄ ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου και το ποιος είσαι». Πρέπει να πας εσύ και να σκάψεις βαθιά μέσα σου, στην ύπαρξη.
Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου. Και όσο συντομότερα ανακαλύψεις το ποιος είσαι, τόσο το καλύτερο για σένα. Η προσωπικότητα είναι ψεύτικη, είναι δανεική· η ατομικότητα και η αυθεντικότητα είναι αληθινές. Όσο συντομότερα μπορέσεις να εγκαταλείψεις την ψεύτική σου ταυτότητα, τόσο το καλύτερο, επειδή εκείνη τη στιγμή θα γεννηθείς στ΄ αλήθεια και θα γίνεις πραγματικά αυθεντικός, αληθινός. Μόνο τότε θα γίνεις άνθρωπος…

OSHO ‘Διαλογισμός, ταξίδι στο εδώ και τώρα’

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014



Δαφοινό


Εγώ
με τα χέρια μου
θα σκάψω το χώμα που πάτησες
βαθιά
ώσπου να βρω το αίμα μου
να το αντλήσω με τα δάχτυλά μου
να μεταγγίσω στο κορμί μου
το δαφοινό του πνεύμα
να αγριέψει ο μερωμένος του αφρός
ν’αρχίσει ν’ανασαίνει πάλι…

έπεσαν όλοι οι βράχοι
απ’τον ουρανό
η Γη ανάποδα γύρισε
κάτω απ’τα πόδια μου είναι τα σύννεφα
κάτω απ’το βλέμμα μου
είναι πια το άπειρο
κρατιέται ο αιώνας
από μια κλωστή
δεν έχει αρθρώσει ο Προφήτης
τη φοβερή απειλή
που θα μαυρίσει το στερέωμα
αιχμάλωτος σύρθηκε
ως τα έγκατα της συγνώμης
δεν ήξερε
δεν μέτρησε τις ιαχές
δεν συρρικνώθηκε σε μια πρανή κηλίδα
και ποιος θυμάται
όσους αμέλησαν το Απόλυτο;

Λοιπόν
εγώ
με τα χέρια μου
με όσα δάχτυλα μάτια
μου απέμειναν
με τις φλέβες σχισμένες
και το ιχώρ της Εκάτης
να ραντίζει το χώμα
εγώ θα σκάψω
όσο βαθιά μπορώ
όσο βαθιά τολμώ
θα σε ξεθάψω
απ΄το γεωργό σου μνήμα
στη βρυαρή σου νιότη
θα σ’αναστήσω
θα σου φυσήξω ζωή
στα πνευμόνια
και θα σε περιμένω
να ψελλίσεις
το ακατανόητο
για μια στιγμή
προτού χυθείς ξανά
στο αδαμικό σου στρώμα…

ένας Απόλλωνας μικρός
μια δέσμη άκτιστου πρωινού φωτός
το πρώτο μου ποίημα
τα παιδικά μου δάκρυα

ό,τι κι αν έχω
ό,τι απέμεινε

κείνο το άγγιγμα του πρώτου ήλιου
η δαμασκηνιά αυγή του φεγγαριού
οι αδέξιες ζωγραφιές μου
το μυστικό χάδι της μητέρας μου
και οι στερνές κουβέντες του πατέρα μου

εγώ
με τα ίδια μου τα χέρια
αλήθεια στο λέω

στα φέρνω εδώ
στο αρχαίο σου δώμα
τα καταθέτω
αν είναι κάτι να’χεις δίπλα σου
η πιο ακριβή μου αλήθεια να είναι

μαζί σου
στο αιώνιο που θάλλει
και δεν υπόσχεται τίποτε…

νοε2010 



Pistas