Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Μεγάλος εναγκαλισμός...







την ιερότητα δεν μπορείς να την αγγίξεις
είναι εκείνη που επιλέγει να σε αγγίξει

αν αφεθείς
αν σιγήσεις
αν εμπιστευτείς το ρυθμό σου
στην διαπνοή του Απείρου...

την ιερότητα δεν μπορείς να την σκοτώσεις
μονάχα να την αγνοήσεις

για λίγο
κι έρχεται εκείνη η στιγμή
που σου ψελλίζει στο αυτί
ο Χρόνος

και το αίμα βροντάει στις φλέβες σου
όπως εκείνη το ορίζει
και το πνεύμα αναζητάει τα εγκατά του
όπως εκείνη το επιτρέπει

και τα μάτια σου
διαστέλλονται
κι ορθώνεται η ψυχή σου
έτοιμη
για το Μεγάλο Εναγκαλισμό...

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

40 χρόνια Φλεβάρης








Τον σκέπασε με τον χειμώνα, έτσι έλεγε μετέπειτα το χιόνι,
Που με την χούφτα της έριξε πάνω στο πρόσωπό του,
Τα χέρια της την έκαιγαν από τότε πάντα τέτοια εποχή,
Ίσως έφταιγε ότι στον ύπνο της έβλεπε σκοτάδια με φωνές
Και ξύπναγε τα βράδια λουσμένη στον ιδρώτα, σε ενοχές.
Πιο πέρα
Τρία τέσσερα σπίτια πιο χάμω,
Λίγο πριν βγεις στην μαρίνα, όπου χαράματα φέρνανε
Οι ψαράδες την σοδειά τους την θερισμένη από την  θάλασσα,
Εκεί στο διώροφο άσπρο σπίτι
Έσφιγγε ο Χρήστος την γραβάτα του κάθε ίδιο πρωί,
Μύριζε το πουκάμισό του καφέ αμύγδαλο πικρό
Κι όσο περνάγανε τα ίδια χρόνια στα ίδια πρωινά,
Σκεφτόταν πως ήθελε να ντύνεται ψαράς, να βγαίνει εκεί έξω,
Να λέει ιστορίες της θάλασσας στους άλλους,
Να καπνίζει πίπα, και άλλα τέτοια του νησιού
Και της λογοτεχνίας,
Μα δεν βγήκε η ευχή γιατί μπήκανε άλλες ευχές στη μέση
Και κάπως έτσι βγήκαν τα πρωινά με την γραβάτα
Και την μυρωδιά αλεσμένου καφέ σε μηχανή,
Δίπλα στη θάλασσα υποκρινόταν την τέλεια ζωή,
Δίπλα στο όνειρο, αυτός ζούσε την άλλη ζωή.
Και πιο δίπλα στην γυναίκα δίχως χέρια,
Που την ονομάζανε τρελή
Γιατί γύρναγε στα βουνά του νησιού,
Έλεγε ιστορίες για έναν άντρα που δεν είχε ποτέ,
Που τον είχε θάψει πριν χρόνια,
Πριν ασπρίσουν τα κατάξανθα μαλλιά της – σπόρος Ιταλού με ντόπια –
Πριν πει τις ιστορίες με το χιόνι

Και με τα χέρια που την καίνε πάντα τέτοια εποχή…


Ηλίας Δεσύλλας

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014






Αιώνας


Αιώνα μου
Θηρίο μου
Στα μάτια ποιος μπορεί
Να σε κοιτάξει
Και με το αίμα του να δέσει
Των δυο αιώνων σπόνδυλους;
Το αίμα - τέκτονας αναβλύζει
Από των γήινων πραγμάτων τον λαιμό
Κι ο ρόγχος το σπαρτάρισμα αρχίζει
Στο κατώφλι των νέων ημερών.

Από τη ζωή αρπάζεται η πλάση
Τη ραχοκοκκαλιά θα πρέπει να μεταφέρει
Και κάτι το αόρατο παίζει
Με τον κυματισμό των σπονδύλων.
Σα γλυκό τράγανο παιδιού -
Ο αιώνας της παιδικής χώρας
Θυσία και πάλι σαν αμνός
Στο βρέγμα γίνεται της ζωής.

Από τη σκλαβιά για να βγει ο αιώνας
Κι ο νέος κόσμος να προβάλει
Του γόνατου οι ροζιασμένες μέρες
Με φλάουτο ας τυλιχθούν.
Είν' ο αιώνας που το κύμα καν' ν' αφρίζει
Με την ανθρώπινη τη θλίψη
Η Εχίδνα αναπνέει στο χορτάρι
Το μέτρο του αιώνα του χρυσού.

Πάνω π' ανθίζουν τα μπουμπούκια
Πετάγεται το βλαστάρι τρυφερό
Είν' όμως τσακισμένη η ραχοκοκκαλιά σου
Γλυκιέ, θλιμμένε μου αιώνα.
Μ' αμήχανο χαμόγελο
Κοιτάζεις προς τα πίσω, σκληρός κι αδύναμος
Σαν ένα ευλύγιστο θεριό,
Στα ίχνη π' άφησαν τα χέρια τα δικά σου.

Οσίπ Μαντελστάμ
О́сип Мандельшта́м

Μετ. Δ.Τριανταφυλλίδη

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014