Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

γιατί όλα μοιράζονται την ίδια ανάσα...



Δεν υπάρχουν ήσυχα μέρη στις πόλεις σας
για να μπορεί κάποιος ν'ακούσει
το θρόισμα των ανοιξιάτικων φύλλων
και τον ανεπαίσθητο ήχο που κάνουν τα φτερά των εντόμων...
Οι αυτόχθονες προτιμούν τον απαλό ήχο του ανέμου
που περνάει πάνω από την επιφάνεια της λίμνης,
τη μυρωδιά του αέρα
που τον έχει καθαρίσει η μεσημεριάτικη βροχή
ή που τον έχουν αρωματίσει τα πεύκα.
Ο αέρας είναι πολύτιμος για τον ερυθρόδερμο,
γιατί όλα μοιράζονται την ίδια ανάσα:
τα ζώα, τα δέντρα, οι άνθρωποι.
Όπως ένας άνθρωπος που είναι ετοιμοθάνατος για πολλές μέρες,
έτσι και ο άνθρωπος των πόλεων
δε νιώθει τη δυσάρεστη μυρωδιά τους...


"Αρχηγός Σιάτλ"
1790-1866
Μέλος των φυλών Σουκουάμι και Ντουάνι

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013




Δάχτυλα

Μου γέρασες πνοή μου
  
σου χαμογελώ πικρά
με βλέπεις;
μέσα απ’ το θολό σου βλέμμα
αντέχεις ακόμα να με βλέπεις;
κορίτσι των κερασένιων χειλιών
μεθυσμένο μου δέντρο
έχεις για ρίζες
όλες σου τις ματαιώσεις…

ένας Μιθριδάτης πόνος
φιλοξενείται στο υπογάστριο της ψυχής μου
μου γέρασες αιώνα μου
καθώς σε νανούριζα γλυκά
εσύ αργοπέθαινες…

αλλά δεν το’ξερε κανείς μας

Μου γέρασες φωνή μου
  
σε περίμενα μόνος
κείνο το πρωινό του Αυγούστου
είχα στην αγκαλιά μου
όσο ήλιο είχα καταφέρει να μαζέψω
μικρά λουλούδια
δάκρυα καυτά
κι εκείνο το ακατανόητο βλέμμα
που έχουν οι ετοιμοθάνατοι…

Μέσα στην αρχαία αγκαλιά μου
γέρασες ηδονή μου
και στάζεις μέλι κι αίμα

σώμα το σώμα
φόβο το φόβο
βλέμμα το βλέμμα

διαπερνάς τα δάχτυλά μου…

αυγ2010


handfull of love...
Christopher Stanczyk

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013



Αδάμ

Το σύμπαν αντιφέγγιζε στο νωχελικό του βλέμμα.
Βάδισε πάνω στο παρθένο χορτάρι
και ξάπλωσε στη σκιά μιας συκιάς. Το χέρι,
κάτω απ’ το κεφάλι. Αποκοιμήθηκε.
Ήταν γλυκός ο ύπνος του, δίχως αναταραχή,
μες στη γαλάζια σιωπή της Εδέμ.
Είδε στ’ όνειρό του τα κρεματόρια του Άουσβιτς
και τους λάκκους με τα στοιβαγμένα πτώματα.
Είδε τα παιδιά του!
Μες στη μακαριότητα του παράδεισου
έν’ αχνόγελο απλώθηκε στο γαλήνιο πρόσωπό του.
Ονειρευόταν δίχως βαθειά να νοιώθει τίποτα,
γιατί ακόμα δεν ξεχώριζε το καλό απ’ το κακό.


ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΒΙΝΟΚΟΥΡΟΦ

[ЕВГЕНИЙ МИХАЙЛОВИЧ ВИНОКУРОВ (1925 -1993)]:

Μετάφραση: Σοφία Εμμ. Χατζιδάκη


Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013


Χορευτές


Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός
χορός…

Μαρ2010

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013


Το Ρόδο και ο Σταυρός

Από τον λέβητα των κοχλαζόντων θρήνων μου,
Οπου γλύκα κι αρμύρα και πίκρα έχω ρίξει˙
Οπου σαγηνευμένη μελωδία από τη γλώσσα μου μαζεύτηκε
Και όπου παράξενα φυλάκισα αρχιπέλαγα
Διαττόντων άστρων˙ όπου ορμητικό πάθος κυλά
Ως περίεργο κονίαμα˙ όπου ανάμεσα
Στο λαμπρό μωσαϊκό κινήθηκε ο άψαλτος ήχος
Της τέλειας αγάπης: εκείθε φύτρωσε το Μυστικό Ρόδο.

Τα μύρια πέταλά του θεϊκού φωτός˙
Τα φύλλα του από το πιο λαμπρό σμαράγδι˙
Η καρδιά του από ρουμπινένια φλόγα. Στη θέα του
Υψωσα την καρδιά μου στον Θεό και φώναξα:
Πώς να μαδήσω τούτο τ' όνειρο της επιθυμίας μου;
Και ιδού! Σχηματίστηκε μόνος του ο Σταυρός της Φωτιάς!


Aleister Crowley
Ο μάγος ως ποιητής
μτφρ.: Μαρία Κατσοπούλου  


Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013







ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ


Άνοιξη του ‘45

(Αποσπάσματα από ένα φανταστικό ημερολόγιο)


…Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι μας απειλούν… δυόμισι εκατομμύρια οικογένειες προσδοκούν ένα γρήγορο τέλος, ένα τέλος πάνω από τα σώματά μας, προσδοκούν το θάνατό μας. Με τα μαύρα, πεινασμένα μάτια τους, δεν μας βλέπουν ηττημένους, μας βλέπουν κιόλας νεκρούς. Γιατί εμείς τους φέραμε το Χάρο πάνω απ’τα κεφάλια τους, εμείς τους αρπάξαμε τα αγόρια απ’τα σπίτια και τα σωριάσαμε κουβάρια σε φριχτές χωματερές στο Στάλινγκραντ και στο Χάρκοβο και στο Λένινγκραντ και αλλού. Εμείς βιάσαμε τα κορίτσια τους και εμείς σπάσαμε στους τοίχους τα κεφαλάκια των μικρών παιδιών τους. Εμείς τους φέραμε το θανατικό και τη τρέλα. Και τώρα, δυόμισι εκατομμύρια Ρωσομογγόλοι αφιονισμένοι, αγριεμένοι και γεμάτοι εκδίκηση, περιμένουν ένα σήμα για να διαβούν τον ποταμό Όντερ και να μας πνίξουν στο αίμα μας…
…Τούτη η Άνοιξη δεν μοιάζει με καμιά άλλη…
…Μας λένε να μην φοβόμαστε, μας λένε ότι το Ράιχ δεν πέθανε, είναι ανίκητο, δεν θα λυγίσει ποτέ κάτω από τις βρομερές ερπύστριες των πεινασμένων Ρώσων. Μας λένε πως ο Φύρερ δεν θα μας εγκαταλείψει, πως ετοιμάζει τα μυστικά του όπλα και θα συντρίψει τον Ζούκοφ και τον Κόνιεφ και τους Αμερικανούς που κοντοζυγώνουν στην πρωτεύουσα. Μας λένε να μην φοβόμαστε γιατί ο Φύρερ υποσχέθηκε ένα ένδοξο μέλλον για τα παιδιά μας και ως σήμερα τις κράτησε όλες τις υποσχέσεις του…
…Μέχρι προχτές μας βομβάρδιζαν οι Σύμμαχοι. Τώρα μας λιώνουν και οι Σοβιετικοί. Πόσο θα αντέξουμε; Όμορφο Βερολίνο, μοιάζεις πια με ένα κακάσχημο φάντασμα και δεν γοητεύεις κανέναν. Μακάρι να μην σε είχε δει κανείς στις δόξες σου…
…Τέλη Απρίλη. Αύριο, μεθαύριο θα δούμε κι εμείς τα φοβερά Ρώσικα τανκς. Μα δεν με απασχολεί πια τίποτε άλλο εκτός από την πείνα. Είδα την Ματίλντε σήμερα τουμπανιασμένη στο δρόμο. Με δυσκολία τη γνώρισα έτσι όπως είχε παραμορφωθεί. Η Μάτι… που ήταν η πιο ροδαλή στη γειτονιά κι όταν ο πατέρας της έκανε την γιορτή των αρραβώνων της με τον Κουρτ που υπηρετούσε στα τανκς του Γκουντέριαν, όλοι της έλεγαν να χάσει κανένα κιλό για να είναι πιο όμορφη. Και πέθανε από την πείνα. Κατέρρευσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου και δεν την μάζεψε κανείς. Μα κι εγώ δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ. Μακάρι να φύγω στον ύπνο μου, όσο μπορεί να κοιμηθεί κανείς δηλαδή μέσα στους βομβαρδισμούς…
…Είμαι η Μαρία Νόισλερ, του Φράντς και της Ελένα, να το επαναλαμβάνω συνέχεια, να μην ξεχάσω ποια είμαι, είμαι η Μαρία Νόισλερ, 20 ετών, κόρη του Συνταγματάρχη Φραντς Νόισλερ που χάθηκε στο Στάλινγκραντ μαζί με την 6η Στρατιά του Πάουλους και της Ελένα Νόισλερ που χάθηκε στο Κένινγκσμπεργκ όταν μπήκαν οι Ρώσοι και κανείς δεν ξέρει που είναι… αχ, μητέρα που να βρίσκεσαι κι εσύ…
…Μέσα στις τρομερές παραισθήσεις που έχω από την εξάντληση, μου ήρθε στο σπίτι και ο μικρός Ράινερ, ο γιος του Ταγματάρχη Ρος. Μου ζήτησε να τον κρύψω γιατί τον κυνηγούν από την Διοίκηση επειδή τον βρήκαν να κρύβεται σε κάτι χαλάσματα στην Βίλχελμστράσσε. Τι ζητούν από ένα 15χρονο παιδί; Να γίνει ολοκαύτωμα για το παραλήρημά τους; Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν τελειώσει. Ευτυχώς ο μικρός μου έφερε λίγο ψωμί και ζάχαρη και θα συνέλθω. Αποφάσισα να τον κρατήσω στο σπίτι. Οι Ρος ήταν φίλοι του πατέρα. Κι ό,τι γίνει. Άλλωστε, δεν με ενδιαφέρει πια…Τίποτα δεν μ’ενδιαφέρει πια… Με δυσκολία γράφω και τούτες τις γραμμές. Για ποιον άραγε;…
…Τρία κτήνη βίασαν την κυρία Βέρνερ, του 3ου πατώματος. Μπροστά στο παιδί της. Κι ύστερα της έχωσαν μέσα της μια μολότωφ και την έκαψαν ζωντανή, γελώντας απαίσια. Κτήνη, βάρβαρα γουρούνια! Όλες οι γυναίκες βάζουν κάρβουνο στο πρόσωπο και μαντήλια στα κεφάλια τους για να μην δίνουν στόχο στα μεθυσμένα ανθρωποειδή του Στάλιν αλλά δεν μπορεί τίποτα να σε φυλάξει από το κακό. Ώστε αυτά που ακούγαμε για το Κένινγκσπεργκ είναι αληθινά. Θεέ μου, ας μην δείξει ο διάβολος την δική μου πόρτα στα κτήνη αυτά…
          …Ο μικρός Ρος είναι θησαυρός. Έκλεψε από τους Ρώσους λαρδί και ψωμί και λίγες σοκολάτες και αρχίζω να ελπίζω πως θα τα καταφέρουμε. Μάθαμε ότι ο Φύρερ έδωσε τέλος στη ζωή του μαζί με την Εύα Μπράουν, στο Φύρερμπούνκερ. Μετά τους έκαψαν στον κήπο της Καγκελαρίας. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Κανείς δεν δίνει πια σημασία σε όσα λένε από δω κι από κει. Ίσως να είναι ψέματα. Ο κος Μέλτερ, ο συγγραφέας, μου είπε πως είναι αδύνατον ένα ανθρωπάκι όπως ο Χίτλερ να βρήκε το κουράγιο να αυτοκτονήσει. Σίγουρα το έσκασε μαζί με το χρυσάφι των Εβραίων και θα ζήσει ζωή χαρισάμενη σε κάποια άλλη ήπειρο, μακριά από όλους και απ’όλα. Και δεν θα τον βρούμε ποτέ. Ίσως μάλιστα να είναι σχέδιο των Εγγλέζων και του Τρούμαν. Δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Το μόνο που ελπίζω είναι να σταματήσουν οι βόμβες και οι οβίδες να σκάνε στα κεφάλια μας. Να συνθηκολογήσουμε, επιτέλους, να συνθηκολογήσουμε…
           …Έχω φτάσει πια στα όριά μου. Δεν αντέχω άλλο, με δυσκολία περπατάω. Ο μικρός Ρος εξαφανίστηκε, μαζί και η λίγη τροφή που μας εξασφάλιζε. Το απόγευμα χτύπησαν την πόρτα, δεν ξέρω ποιοι ήταν, δεν επέμειναν. Ίσως να ήταν Ρώσοι που ψάχνουν για κρυμμένους στρατιώτες. Ήμουν ξαπλωμένη, δεν σηκώνομαι για κανέναν λόγο πια. Το ξέρω πως θα πεθάνω εδώ, σ’αυτό το κρεβάτι, το κρεβάτι που κάποτε κοίμιζε τον αδελφό μου πριν χαθεί σε κάποιο σκοτεινό βυθό στα υποβρύχια. Είναι πιο ωραία εδώ από το δικό μου δωμάτιο που έχει μισογκρεμιστεί. Τίποτε δεν έχει μείνει πια από το σπίτι. Κι αν ζήσω ακόμα δεν θα έχω τίποτα να περιμένω. Καλύτερα να πεθάνω. Πάνω στο κρεβάτι αυτό…
          …Και ξαφνικά τόση ησυχία…
…Ακούω από τα μεγάφωνα τις φωνές σαν να είναι μέσα σε σπηλιά… Να παραδοθούν όσοι ακόμη πολεμούν, συνθηκολογήσαμε, περιορισμοί στην κυκλοφορία. Δεν θα υπάρξουν άλλοι βομβαρδισμοί. Μαρία Νόισλερ, είσαι τυχερή, είσαι ζωντανή! Κι όμως, δεν γλίτωσες…
…Οι τελευταίες μου σκέψεις είναι για τον Τόνι, τον καλό μου γαλανομάτη αγαπημένο των εφηβικών μου χρόνων στην Φρανκφούρτη, στο σπίτι της γιαγιάς Έλσας… Θέλω να χαθώ μέσα στο μεγάλο, φωτεινό του χαμόγελο καθώς με κοιτούσε, με αγκάλιαζε και με φιλούσε. ‘Μαρία θα σε παντρευτώ μια μέρα’, μου έλεγε και τον κορόιδευα. Δεν πρόλαβες Τόνι, χάθηκες κι εσύ στον Βόλγα κάποιο πρωινό από μια σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή που διαπέρασε το κράνος σου και σε άφησε στο τόπο… Ούτε κι εγώ πρόλαβα Τόνι. Δεν με βρήκε η σφαίρα κανενός Ρώσου, με νίκησε η πείνα και οι αρρώστιες...νικήθηκα κι εγώ, έπεσα όπως το Βερολίνο...
...χαλάσματα κι ερείπια κι εγώ…
…Αντίο…