Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ο Χριστιανισμός στην εποχή μας. Έχει ακόμη νόημα και λόγο υπάρξεως;




Κώστας Ανδρουλιδάκης

Οι παλιές λατρείες δεν έσβησαν ακόμη ολότελα στην Ελλάδα. Αναχρονισμός; Προτιμώ τον αναχρονισμό από το στέγνωμα της ψυχής. Τον προτιμώ ώσπου να βρει ο εκσυγχρονισμένος άνθρωπος έγκυρο κάτι που θα τον αντικαταστήσει.
Γ. Σεφέρης

Η
 νηφάλια αλλά καίρια σκέψη του Γιώργου Σεφέρη μπορεί να μας καθοδηγήσει  ώστε να προσεγγίσομε το ομολογουμένως τρομερό τούτο ερώτημα. Αλλά πρωτύτερα θα χρειαστεί να το εξειδικεύσομε σε ορισμένα μερικότερα: Ποια είναι η κατάσταση του Χριστιανισμού στην σημερινή Ευρώπη; Ποια τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα; Ποια είναι τα ιστορικά αίτια της κατάστασης αυτής; Ποια θα μπορούσε και ποια θα άξιζε να είναι η προοπτική ή η κατεύθυνση του Χριστιανισμού στο μέλλον; Οφείλω να διευκρινίσω εξ αρχής πως επιχειρώ να προσεγγίσω το θέμα μας με αληθινό σέβας για την χριστιανική θρησκεία, συγχρόνως όμως και με την απαιτούμενη φιλαλήθεια,  από άποψη φιλοσοφική και μάλιστα ορθολογική.
Ποια είναι τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την κατάσταση και την θέση του Χριστιανισμού στην εποχή μας; Η υποχώρηση, η συρρίκνωση (μέχρι του σημείου της εξαφάνισης) της θρησκευτικής πίστης και συνείδησης από ολοένα και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Η πιο φανερή πλευρά του φαινομένου αυτού της απουσίας ή της απίσχνανσης της πίστης συνίσταται βέβαια στον περιορισμό της συμμετοχής των ανθρώπων στις εκδηλώσεις  της λατρείας και του εκκλησιαστικού βίου εν γένει (μολονότι ασφαλώς η μη ενεργός τούτη συμμετοχή δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία της πίστης). Αλλά και όπου και όποτε υπάρχει θρησκευτικός και εκκλησιαστικός  βίος, τι εκφράζει, σε τι αντιστοιχεί; Δηλώνει μήπως γνήσια ευσέβεια και ορθή κατανόηση (έστω και στοιχειωδώς) του αληθινού νοήματος της θρησκείας και του Χριστιανισμού; Ή μήπως, αντιθέτως, είναι επακόλουθο πληθώρας παρανοήσεων καθώς και ανθρωπολογικής αλλά και κοινωνικής παθολογίας;
Ποια είναι η εικόνα της Εκκλησίας και των Εκκλησιών σήμερα; Με όλες τις αναγκαίες διακρίσεις και παρ’ όλη την αναγνώριση των θετικών στοιχείων του εκκλησιαστικού βίου, δεν μπορεί κανείς να μην επισημάνει ορισμένα κυρίαρχα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που αμαυρώνουν την αληθινή αποστολή της Εκκλησίας: τον φορμαλισμό ή την τυπολατρία και την εξάντληση του εκκλησιαστικού βίου στην τέλεση της λατρείας, χωρίς πραγματική κατανόηση και άρα μέθεξη των πιστών* τον κομφορμισμό των Εκκλησιών και την ταύτισή τους με τις κατεστημένες εξουσίες με αποτέλεσμα τον ψυχικό χωρισμό τους από τους απλούς πιστούς. Ειδικότερα, στην Ελλάδα επιτείνονται τα αρνητικά τούτα φαινόμενα, πέραν των γνωστών ιστορικών αιτίων, τόσο λόγω του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ικανού μέρους του κλήρου όσο και λόγω της ελλιπούς αναπτύξεως της Θεολογίας. (Οφείλω όμως να επισημάνω την εξαίρετη προσφορά συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων, όπως αποτυπώνεται, λ.χ., στο λαμπρό έργο που επιτελεί η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου).
Η κατάσταση τούτη οφείλεται βέβαια σε αίτια ιστορικά (με την ευρύτερη έννοια συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας του πολιτισμού και της φιλοσοφίας). Ο κλονισμός των θρησκευτικών παραδόσεων και πεποιθήσεων συμβαδίζει – από τις πρώτες δεκαετίες του ΙΘ΄ αιώνα -  με τον κλονισμό ή την κατάρρευση της κλασικής δυτικής (ευρωπαϊκής) Μεταφυσικής και του απόλυτου Ιδεαλισμού (απόγειο του οποίου αναγνωρίζεται καθολικά το έργο του Εγέλου), με την άνοδο και την σταδιακή επικράτηση του επιστημονικού θετικισμού και των ποικιλώνυμων υλισμών. Το απώτερο υπόβαθρο των εξελίξεων αυτών αποτελεί εν τέλει ο Διαφωτισμός με την πίστη του στον ορθό Λόγο και τον αγώνα του εναντίον των προκαταλήψεων, της δεισιδαιμονίας και των διαφόρων αυθεντιών. Αλλά το σπουδαιότατο τούτο κίνημα-σταθμός στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος, εκτός από τις αναμφισβήτητα θετικές συμβολές του, χαρακτηρίζεται  και από ορισμένα στοιχεία και πτυχές που επρόκειτο να έχουν ολέθριες επιπτώσεις όχι μόνο για την Μεταφυσική και την θρησκεία, αλλά και εν τέλει για μια ζωή με νόημα βαθύτερο από την ικανοποίηση απλώς και μόνο υλικών αναγκών (όπως ανέπτυξαν ρηξικέλευθα στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού οι Μ. Χορκχάϊμερ και Τ. Αντόρνο). Ο Ορθολογισμός μεταλλάχθηκε στην κυριαρχία της υπολογιστικής και εργαλειακής λογικής,  στην νοησιαρχία, στην χρησιμοθηρία. εκμηδενίστηκε η αίσθηση για τα μυστηριακά στοιχεία της ζωής, για το υπερφυσικό, για το λυρικό και ποιητικό στοιχείο τα οποία είναι βαθύτατα συγγενή με το θρησκευτικό βίωμα. Οι συνεχείς διαμάχες των μεταφυσικών συστημάτων επέφεραν τον σχετικισμό, τον σκεπτικισμό, έπειτα τον κόρο και την μεταφυσική ακηδία - που «αποτελούν τη μητέρα του χάους και της νύχτας στις επιστήμες αλλά συνάμα και την πηγή, τουλάχιστον το προανάκρουσμα του ξαναγεννημού των» (Καντ) – και τέλος «τον Μηδενισμό, την φριχτή εκείνη έννοια μέσα στην οποία ζούμε όλοι μας, από την οποία πίνομε όλοι μέχρι την πίκρα και μέχρι το κατακάθι» (Γκόττφρηντ Μπένν).
Ποιο είναι το νόημα της θρησκείας σήμερα; (Είναι προφανές πως, όταν συζητούμε για την θρησκεία στο πλαίσιο ενός πολιτισμού, αναφερόμαστε στην ιστορικά κυρίαρχη, σημαίνουσα και δεσπόζουσα θρησκεία του - στην Ευρώπη, για τον Χριστιανισμό). Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται: από τον Θετικισμό, τον περιορισμό της γνώσης και της ανθρώπινης εμπειρίας σε μόνα τα πορίσματα των επιστημών. τον πρακτικό και πολιτισμικό Υλισμό και ευδαιμονισμό, την αναγνώριση των υλικών αγαθών (του πλούτου, της εξουσίας, της ευμάρειας και της ευζωίας) ως των μόνων ή πάντως των κυρίαρχων αξιών και σκοπών του ανθρώπου. από τον πνευματικό και ηθικό Μηδενισμό, την αμφισβήτηση ή και απάρνηση των πνευματικών και ηθικών αξιών (το φαινόμενο εκείνο που με εκπληκτική ευστοχία απεκάλεσε ο Έγελος «αθεϊσμό του ηθικού κόσμου»), αλλά και από τον μεταφυσικό ή έσχατο ή απόλυτο Μηδενισμό, την απόρριψη του οντολογικού Λόγου του Κόσμου (του λόγου υπάρξεως, του σκοπού και του νοήματός του) ή τον περιορισμό του σκοπού αυτού στις προσπάθειες του ανθρώπου για την βελτίωση των όρων του βίου του (στα περιβόητα «προγράμματα γενικής ευτυχίας»). αντί της διαδόσεως του καλώς εννοούμενου Διαφωτισμού (που  εξακολουθεί να παραμένει ένα ημιτελές αλλά μεγαλόπνοο σχέδιο, στην υπηρεσία του οποίου αξίζει να συστρατευθεί κανείς, για την κατίσχυση του ορθού Λόγου και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου), από την κυριαρχία της εργαλειακής διάνοιας ή λογικής που αποβλέπει αποκλειστικά στην εγωιστική χρησιμοθηρία. αντί της κατά το δυνατόν εντελέστερης αναπτύξεως του ανθρώπου, της καλλιέργειας όλων των πτυχών του και της θεραπείας όλων των αναγκών του, από την ανάπτυξη μόνο ή κυρίως των διανοητικών δυνάμεων (και μάλιστα με πρακτικό-χρησιμοθηρικό προσανατολισμό) και την υστέρηση της καλλιέργειας του ευρύτερου ψυχικού κόσμου, με αποτέλεσμα την συρρίκνωση και την ατροφία του συναισθήματος, του βιώματος, της φαντασίας, της διαίσθησης, με λίγες λέξεις όλων εκείνων που απεχθάνονται και λοιδορούν πάντοτε το περιβόητο πρακτικό πνεύμα, ο ρεαλισμός και η συμβατική αστική ζωή: της ποιητικής νοημοσύνης ή αλλιώς της εσωτερικής-μυστικής ζωής.
Εν όψει της καταστάσεως αυτής ακριβώς γεννάται το ερώτημά μας: Έχει ακόμη ο Χριστιανισμός στην εποχή μας νόημα και λόγο υπάρξεως, και αν ναι ποιο; Το ερώτημα τούτο προϋποθέτει στοιχειώδη συνεννόηση για το ζήτημα που προηγείται λογικά: Τι είναι η θρησκεία και ποιο το νόημα και ο σκοπός της;
Από μιαν άποψη η θρησκεία δεν διαφέρει από την Μεταφυσική. Επιζητεί απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματά της: Ποιο είναι το νόημα του Σύμπαντος, ποια η θέση του ανθρώπου σ’ αυτό και ποια η αποστολή του; Αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της ανθρώπινης σκέψης ότι στα ερωτήματα τούτα υφίσταται, παρ’ όλες τις διαφορές τους, αξιοσημείωτη σύγκλιση των πορισμάτων, κατά τα κύρια σημεία, της φιλοσοφικής Μεταφυσικής (από τον Αριστοτέλη και τον Σπινόζα μέχρι τον Καντ, τον Έγελο, τον Σλάιερμάχερ αλλά και τον Τολστόι) και του Χριστιανισμού: Θεμελιώδες  για τον άνθρωπο είναι η συνειδητοποίηση της θέσης του στο Σύμπαν, η κατανόηση της αληθινής φύσης του ως ουσιωδώς ελλόγου, πνευματικού και ελεύθερου όντος καθώς και ο αγώνας του να εκπληρώσει με όλες τις δυνάμεις του, με τις αρετές και τις αδυναμίες του, με καιρό και με κόπο, τον τελικό του προορισμό - την εντελέχειά του.
Αλλά το θεμέλιο και την ρίζα του θρησκευτικού βιώματος συνιστά, πιστεύω, η συνείδηση της απόλυτης εξάρτησης του ανθρώπου, η βαθύτατη ανάγκη του να έχει στήριγμα κατά τις στιγμές της ευφροσύνης και της απόγνωσης, στις οριακές καταστάσεις (την ενοχή, τον πόνο, την οδύνη, τον θάνατο), ώστε να είναι βάσιμη η θεμιτή ελπίδα του. Ορθά έχει επισημανθεί ότι το αυθεντικότερο γνώρισμα της θρησκευτικότητας αποτελεί η ανάγκη της προσευχής. Όπως το εκφράζει με θαυμαστή ακρίβεια ο Καντ:  «Σκεφθείτε έναν άνθρωπο κατά τις στιγμές που το πνεύμα του είναι διαθέσιμο για ηθικά αισθήματα. Όταν, περιβαλλόμενος από μιαν ωραία φύση, βρίσκεται σε μια γαλήνια, εύθυμη απόλαυση της ύπαρξής του, τότε αισθάνεται μέσα του την ανάγκη να είναι σε κάποιον ευγνώμων γι’ αυτό. Ή, μιαν άλλη φορά, με την ίδια πνευματική διάθεση, βρίσκεται υπό την πίεση καθηκόντων τα οποία μόνο με εκούσιες θυσίες μπορεί και θέλει να εκπληρώσει. Με μια λέξη:  χρειάζεται μιαν ηθική νόηση, ώστε να έχει ένα  ον που είναι σύμφωνα με τον σκοπό, για τον οποίο υπάρχει, η αιτία του ανθρώπου και του κόσμου. Είναι μάταιο να αναζητούμε με περίτεχνο τρόπο ελατήρια πίσω από τα αισθήματα τούτα. διότι συναρτώνται άμεσα με το καθαρότερο ηθικό φρόνημα, επειδή η ευγνωμοσύνη, η υπακοή και η ταπεινοφροσύνη είναι ιδιαίτερες πνευματικές προδιαθέσεις για το καθήκον» (Κριτική της κριτικής δύναμης).
Προς τι, λοιπόν, ακόμη ο Χριστιανισμός; Στο πρόσωπο του Ιησού εκφράζεται και υποτυπώνεται με απαράμιλλο τρόπο ένα μοναδικό πρότυπο και υπόδειγμα ηθικής και πνευματικής τελειώσεως του ανθρώπου. ενσαρκώνονται και συμβολίζονται οι κυριότερες ή ύψιστες ηθικές Ιδέες και αξίες – η ελευθερία, η τελειότητα, η αγαθή προαίρεση, η πραότητα, η δικαιοσύνη, η αγάπη – και υποδεικνύεται η βαθύτερη ανάγκη και συνάμα η αληθινή αποστολή του ανθρώπου: η μετατροπή, με τις δικές του δυνάμεις, του πεδίου της ύλης και της ανάγκης σε πεδίο της ελευθερίας, του πνεύματος και του Λόγου – η έλευση της Βασιλείας του Θεού και επί της Γης.

πηγή: Aντίφωνο, περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, Απρίλιος 2008

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

To the Wonder...


To the Wonder (2012)





Τι είναι αυτή η αγάπη


που μας αγαπάει;


που έρχεται από το πουθενά


κι από παντού;


Ο ουρανός


Εσύ, σύννεφο


κι εσύ μ’αγαπάς…







Βλέπω τον ‘κέρσορα’ ν’αναβοσβήνει στη λευκή οθόνη του κειμενογράφου και σκέφτομαι… σκέφτομαι από πού ν’αρχίσω, γιατί ν’αρχίσω από κει κι όχι από κάπου αλλού… πώς να περιορίσω κάτι που δεν αποτολμά ούτε ο ίδιος ο σκηνοθέτης να κάνει; Να περιορίσει τη ζωή δηλαδή, να της δώσει ‘αρχή, μέση και τέλος’ όπως μας έλεγαν στο σχολείο πως πρέπει να έχει κάθε αξιοπρεπές ανθρώπινο δημιούργημα… Ποια αρχή, ποια μέση και ποιο τέλος; Στις ταινίες του Terrence Malick αυτές οι συμβάσεις μοιάζουν με βλασφημία –και δεν διαλέγω τυχαία τη λέξη… και αλήθεια, πώς να ορίσεις την αρχή στη βροχή; στη ροή του ποταμού; στο ταξίδι των σύννεφων, στον έρωτα, στο φως… στη ζωή εν τέλει, στην ίδια τη ζωή; Κι όλοι εμείς οι ‘γραφιάδες’ που μόλις σκαρώσουμε ένα διήγημα ή ένα ποίημα φουσκώνουμε με οίηση πως κάτι καταφέραμε, έχουμε αναρωτηθεί πως αυτό που παλεύουμε να πιάσουμε είναι ο άνεμος; Ο άνεμος ‘που δεν βλέπεις από πού έρχεται και που πηγαίνει’ καθώς θα έλεγε και ο Ναζωραίος στον αποσβολωμένο γερο-Νικόδημο. Πως αυτό που πασχίζουμε να γραπώσουμε στα θνητά μας ‘χέρια’ είναι ροές αθανασίας; Ροές φωτός και χρόνου και αγάπης και πόθου και… και… Για κάποιους ιδιαίτερους ανθρώπους βέβαια, τούτο το στοίχημα έχει λυθεί προ πολλού… Ένας απ’αυτούς είναι και ο σκηνοθέτης – δημιουργός αυτής της όμορφης περιπέτειας που δεν έχει συμβατική αρχή ούτε τέλος, μονάχα μια αδιάκοπη ροή εικόνων, κίνησης, συναισθημάτων, μια συνεχής, ατελεύτητη ροή… που ίσως κάποια στιγμή να κουράζουν, να μοιάζουν με μια βασανιστική επανάληψη της ίδιας αρχικής σύλληψης μονάχα σε άλλα τοπία, σε δωμάτια σπιτιών, σε δρόμους, σε εκκλησίες, πάλι σε σπίτια, πάλι σε δρόμους, σε πρόσωπα, σε εκφράσεις, σε κινήσεις χεριών, ερωτικές περιπτύξεις, χορευτικές φιγούρες, χαμόγελα, παιγνίδια, απλές καθημερινές χειρονομίες…

Μα, αυτό ακριβώς έκανε και ο κέρσορας στην οθόνη και με υπνώτιζε… έκανε αυτό που είναι ‘σχεδιασμένος’ να κάνει… να χορεύει… να αναβοσβήνει περιμένοντας… μονότονα περιμένοντας το άσπρο φόντο να γεμίσει κάποιες σκέψεις ενός ανθρώπου για μια ταινία που μόλις είδε και που τον γέμισε νέες σκέψεις, εικόνες, ροή… μέσα στη ροή… εμείς μέσα στους άλλους, εκείνοι μέσα μας… ούτε αρχή, ούτε μέση, απλά κάποτε ένα τέλος… κάποτε…







Σε μια αρκετά παλιότερη ανάρτησή μου είχα αναφερθεί με πολύ συντομία στην προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, Το Δέντρο της Ζωής. Η αλήθεια είναι πως μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση η γραφή του, η αισθητική του, οι εκπληκτικές μουσικές του επιλογές που μαζί με την εξίσου μοναδική φωτογραφία σε καθηλώνουν. Μπορεί ενδιάμεσα, καθώς παρακολουθείς – μάλλον θα έλεγα, καθώς ‘βουτάς’ κι εσύ στο ποτάμι αυτής της ροής της ταινίας – να ανακύπτουν αντιρρήσεις, ενστάσεις, ιδεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Αλλά είναι αυτό μείον; Ή μήπως να το χαιρετίσει κανείς ως συν; Δεν είναι ‘συν’ το ότι κάτι που βλέπεις σε απασχολεί, σε ενδιαφέρει, σε θυμώνει ίσως κάπου, κάπου αλλού σε γοητεύει, σε παίρνει μαζί του; Το ίδιο συμβαίνει και σε τούτη την – προσωπικά θα έλεγα ομορφότερη – ταινία του Μάλικ. Από την αρχή ως το τέλος, βρίσκεσαι σε ένα συνεχές ταξίδεμα… εξωτερικό και εσωτερικό. Με απλή αφορμή μάλλον τους ηθοποιούς και μια υποτυπώδη σεναριακή ώθηση, ο σκηνοθέτης καταγράφει κύκλους, ομόκεντρους, τεμνόμενους, ασύμπτωτους, επάλληλους… και θα έλεγα πως χρησιμοποιεί δυο βασικούς άξονες ‘αφήγησης’… ο ‘ανθρώπινος’ άξονας μέσα από τη φωνή της Όλγας Κιριλένκο (στα γαλλικά) και ο ‘θεϊκός’ άξονας μέσα από τα συνεχή ερωτήματα και τον διάλογο με Εκείνον από το αντίστοιχο voice-over του Χαβιέρ Μπαρδέμ (στα Ισπανικά). Δεν λείπουν και άλλων οι σκέψεις που τις ακούμε βλέποντας την συνεχή εναλλαγή εικόνων… Και νομίζω πως ο σκηνοθέτης που επιμένει σ’αυτή την… πολυαξονική αφήγηση πετυχαίνει αυτό που η κλασική υποκριτική δεν μπορεί. Οι εξωτερικευμένες σκέψεις έχουν μια ζεστασιά και μια αμεσότητα που σε κερδίζει και ταυτόχρονα μια ποιητικότητα που δένει απόλυτα με τη γραφή του Μάλικ. Ταυτόχρονα, ο Βάγκνερ, ο Ραχμάνινοφ, ο Ντβόρζακ, ο Τσαϊκόφσκι, ο Λούπικα και πολλοί άλλοι, δημιουργούν τον ιδανικό ‘βιότοπο’ για την κινηματογραφική κοσμολογία του Μάλικ.







Αν θέλει κανείς δυο λόγια για την υπόθεση… Ο Μπεν Αφλεκ (που σε όλη την ταινία παραμένει σχεδόν άφωνος) και η πραγματικά πολύ όμορφη Όλγα Κιριλένκο (μαζί με το μικρό της κοριτσάκι από έναν αποτυχημένο γάμο) ξεκινούν το ταξίδι τους στο μαγευτικό Mont Saint-Michel και ερωτευμένοι βρίσκονται στην μικρή επαρχιώτικη πόλη Bartlesville της Οκλαχόμα για να αρχίσουν τη ζωή τους. Εκεί σιγά σιγά έρχεται η φθορά, οι συγκρούσεις, η απιστία, η απομάκρυνση… δεν έχει και τόση σημασία ούτε καν η εξέλιξη της υπόθεσης… παράλληλα η κάμερα ακολουθεί και τον ιερέα Μπαρδέμ, περισσότερο μέσα από τις σκέψεις του και τη συζήτησή του με το Θεό…







Είναι έντονη η χριστιανική προβληματική του Μάλικ και στην προηγούμενη ταινία και ίσως ακόμη περισσότερο σ’αυτήν – άλλωστε και ο τίτλος ‘φωνάζει’. Κάποιοι δυσφορούν, κάποιοι αισθάνονται πως ο σκηνοθέτης κάνει ως και έναν έμμεσο ‘προσηλυτισμό’… είναι εντελώς άστοχες αυτές οι κατηγορίες γιατί ναι μεν ο άξονας της χριστιανικής πίστης είναι ο κυρίαρχος αλλά δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει υψηλό καλλιτεχνικό αποτύπωμα και πολύ εκλεπτυσμένη και ποιητική, κάποιες φορές ονειρική σχεδόν ‘ματιά’ που δεν προσβάλει κανέναν και δεν επιθυμεί να προπαγανδίσει τίποτε. Τουλάχιστον εμένα δεν με ‘ζόρισε’ σε κανένα σημείο, δεν με ενόχλησε, δεν με πείραξε. Όταν κάτι έχει υψηλή αισθητική και ο στοχασμός είναι βαθύς και ουσιώδης, δεν μπορεί παρά να σε ενδιαφέρει, ακόμα κι αν είναι σε ένα ‘σύμπαν’ που δεν σου είναι απόλυτα οικείο… ή έτσι νομίζεις τουλάχιστον.







Κι άλλωστε, από μια άποψη, χαίρομαι που ο σκηνοθέτης είναι συνειδητά και με εξωστρέφεια χριστιανός και δεν προσπαθεί να το καλύψει ούτε να το κρύψει. Όπως ακριβώς όταν βλέπει κανείς μια ταινία ενός ινδουιστή ή ενός μουσουλμάνου δεν αναρωτιέται για τις αναφορές στην πίστη τους, στις γραφές τους, στην αισθητική τους, στο όλο πολιτισμικό τους φορτίο που μοιραία επηρεάζει τη γραφή τους, έτσι κι εδώ, το ταξίδεμα είναι πολύ πιο δυνατό από τις ταυτότητες και τα διαβατήρια…

Και αξίζει τον κόπο να αφεθεί κανείς… με την καρδιά ορθάνοιχτη και το νου σιωπηλό…




Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Venus in furs...



Shiny, shiny, shiny boots of leather
Whiplash girlchild in the dark
Comes in bells, your servant, don't forsake him
Strike, dear mistress, and cure his heart

Downy sins of streetlight fancies
Chase the costumes she shall wear
Ermine furs adorn the imperious
Severin, Severin awaits you there
- - - - - - 

 

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Sailing on summer breeze / and skipping over the ocean like a stone...


Everybody's talking at me.
I don't hear a word they're saying,
Only the echoes of my mind.
People stopping staring,
I can't see their faces,
Only the shadows of their eyes.

I'm going where the sun keeps shining
Thru' the pouring rain,
Going where the weather suits my clothes,
Backing off of the North East wind,
Sailing on summer breeze
And skipping over the ocean like a stone

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Harry Nilsson Everybody's Talking At Me 





Σάββατο, 4 Μαΐου 2013






Το φαντασιακό εκδιπλώνεται με τον αρχέγονο τρόπο των φιδιών. Άλλοτε νωχελικά και ράθυμα κι άλλοτε με ορμή και επεκτατική απληστία. Και θέλει να καταλάβει όλο το χώρο που το περικλείει και το δυναστεύει.
Όλη αυτή την περιοχή που ελέγχει ο νους, η λογική, η τεμαχιστική δράση του Προκρούστη.
Το φαντασιακό, είναι ένα θρασύ φίδι με τη δική του λογική. Δεν επιτίθεται αναίτια, απρόκλητα, ανόητα.
Δεν επιχειρεί από την αρχή να αποδείξει στο είναι ότι ο νους είναι ένας στυγνός δικτάτορας που πρέπει να πεθάνει ή να σιγήσει ή να αποδεχθεί την ύπαρξη κι άλλων πραγματικοτήτων εκτός της δικής του.
Το φαντασιακό λειτουργεί μέσα από άλλους δρόμους, άλλους κώδικες, άλλες μουσικές, άλλες δυναμικές…
Το φαντασιακό μιλάει μέσα από τον έρωτα, την ποίηση και το όνειρο.
Καμιά φορά ακόμα και μέσα από την ‘τρέλα’… αυτό που ο δυνάστης νους βαφτίζει ως ‘παράνοια’ και τρέλα.
Μα αυτοί είναι οι δρόμοι που σε βγάζουν σε κείνη την άχρονη και ασύνορη χώρα όπου μπορείς να κάνεις μια υπέροχη βουτιά στην απέραντη λίμνη ευφυίας και αντίληψης –που ίσως να μπορούσε να ονομαστεί θείο, θεός, άπειρο, δεν έχει και τόση σημασία – και να μην υπάρχει καμιά διάκριση, κανένας διαφορισμός, καμιά σύγκρουση, καμιά αντίφαση, καμιά εναντιοδρόμηση, κανείς πόλεμος…
Αλλά και καμιά ειρήνη…
Γιατί σε τούτη την παράξενη χώρα δεν υπάρχει γλώσσα, δεν υφίσταται πολιτισμός, δεν ενδημεί η παιδεία, η καλλιέργεια, η μόρφωση, η αλαζονική θεώρηση του νου ότι έχει επιτεύγματα και… αξίες.
Σε τούτη τη μαγική, άγνωστη χώρα, δεν υπάρχει χτες, σήμερα και αύριο. Ούτε θνητοί και αθάνατοι. Ούτε ευτυχισμένοι και δυστυχείς, ούτε πλούσιοι και πένητες.
Ακόμα και το ίδιο το Αχανές είναι ένα εκδήλωμά της, μια ταπεινή εξαλλαγή της, μια προβολή, ένα υπο-σύνολο, ένα μεγαλειώδες μεν αλλά πεπερασμένο… άπειρο…

Και όσοι ερωτεύονται…
Όσοι ονειρεύονται…
Κι όσοι βίωσαν έστω και για μια στιγμή την πυρετική ταξιδιωτική εμπείρωση του Βλέμματος…
Ξέρουν καλά για τι μιλάω
Όμως μένουν στη σιγή
Και χαμογελούν με τρυφερότητα…





Purple Haze