Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Lore


Lore (2012)





είχα κάποτε ένα φίλο
δεν θα βρεις καλύτερό του
το τύμπανο μας καλούσε στη μάχη
κι εκείνος περπατούσε δίπλα μου
στον ίδιο ρυθμό
με το ίδιο βήμα
...



Η Λόρε αγαπάει τη Γερμανία και το Φύρερ.
Η Λόρε έχει γραπώσει μια αχτίδα αθανασίας στα μπλέ - σμαράγδινα μάτια, 
τη λευκή επιδερμίδα, το υγιές, πλατύ, υπεροχικό χαμόγελό της.
Η Λόρε έμαθε να αγαπάει και την οικογένειά της, την ιερή γερμανική γη και είναι ευτυχισμένη.
Η Λόρε έχει άλλα τρία μικρότερα αδέρφια.
Η Λόρε μεγαλώνει με την ακλόνητη πεποίθηση της τελικής νίκης. Δεν μπορεί να μην έχει
δίκιο ο Φύρερ. Ο Φύρερ δεν την πρόδωσε ποτέ.
Η Λόρε βλέπει τον αξιωματικό των SS πατέρα της να γυρίζει από τον πόλεμο και την 
κουρασμένη μητέρα της να έχει θλίψη στα μάτια της.
Ο πατέρας καίει τους φακέλους που έχουν στο σπίτι.
Η μητέρα ετοιμάζει τις βαλίτσες.
Τα μικρά είναι σιωπηλά, αμήχανα, φοβισμένα.
Ο πατέρας σκοτώνει τον όμορφο ποιμενικό που δεν ξέρει τίποτα για όλα αυτά.
Τι συμβαίνει;
Τι άλλαξε;
Τι ξημερώνει;
Η Λόρε έχει τώρα πολλά ερωτήματα και καμιάν απάντηση.



Κάποιοι λένε πως ο Φύρερ είναι νεκρός.
Ο Φύρερ δεν είναι νεκρός.
Ψέματα. Ψέματα των άθλιων αυτών Αμερικανών που έχουν πλημμυρίσει τα πάντα.
Ο πατέρας εξαφανίζεται. Κι αυτό δεν είναι ψέμα.
Η Λόρε πουλάει τα κοσμήματα της μητέρας που τους εγκαταλείπει.
Η Λόρε γυρνάει με τα αδερφάκια της αναζητώντας καταλύματα για τις νύχτες και απαντήσεις 
για τα ερωτήματά της.

 

Και είναι η μεγάλη ώρα της ενηλικίωσής της.
Ενηλικίωση στις ιδέες, στο βλέμμα, ως και στο νύχτιο άγγιγμα εκείνου που έμαθε από μικρή
να  περιφρονεί, να απεχθάνεται.
Και το κορμί της φωνάζει για την ομορφιά και τον έρωτα και την αλήθεια.
Που μαθαίνει με σκληρό τρόπο να συμβιώνει πια μαζί της.
Κάθε μέρα... 


...
μια σφαίρα ήρθε σφυρίζοντας
τι σήμαινε αυτό για σένα;
τι σήμαινε για μένα;
τον τρύπησε πέρα ως πέρα
ξεψύχησε στα πόδια μου
κι έμενε εκεί ξαπλωμένος
σα να'ταν κομμάτι από μένα
...

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

‭...έχουμε γεμίσει πτώματα...



Κάποιες σκέψεις με αφορμή τρεις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη:
Σπιρτόκουτο (2002), Η Ψυχή στο στόμα (2006) και Μαχαιροβγάλτης (2010)



πτώματα, πτώματα παντού ρε
έχουμε γεμίσει πτώματα
έχουμε γεμίσει κομμένα κεφάλια...


Με παίδεψε πολύ αυτός ο Οικονομίδης... το ομολογώ, με βασάνισε πολύ... Από την πρώτη στιγμή που είδα το Σπιρτόκουτο και κράτησε καιρό τούτο το εσωτερικό βάσανο... νόμιζα πως ήταν ένας ακόμα διάλογος με το Απόλυτο, μια προσπάθεια να αγκιστρωθώ από τους κρίκους που αφήνει ο πρώτος αναρριχητής για να βοηθήσει κείνους που ακολουθούν... λάθος, το ζήτημα ήταν μεγαλύτερο, βαρύτερο, πολύ πιο ζόρικο...


Αρχικά ήταν ένας αιφνιδιασμός, πάντα για το Σπιρτόκουτο μιλώντας. Το απόλυτο σοκ. Ένα μακελειό λεκτικής βίας χωρίς καμιά χειρουργική αισθητική επέμβαση, να ξεχύνεται από την οθόνη και να πλημμυρίζει τα πάντα. Ηθοποιοί πρωταγωνιστές ενός εφιαλτικού κρεοπωλείου όπου δεν υπάρχει διάκριση, όλα σφάζονται και όλα μαχαιρώνονται. Ομολογώ ότι η πρώτη μου επαφή με τούτο το... domestic Βιτετνάμ, με μαύρισε, με μουτζούρωσε αλλά και με καθήλωσε. Είμαστε έτσι; αναρωτιόμουνΑυτό είμαστε;

Την ταινία την είδα ακόμα τρεις ή τέσσερις φορές. Και νομίζω πως αυτό ήταν το κλειδί. Γιατί όταν προσπεράσεις τα... χαστούκια και τις γροθιές από τον ποταμό ύβρεων και έντασης που δέχεσαι επί τόση ώρα, αρχίζεις να εξετάζεις αν υπάρχει και ποιο είναι το βαθύτερο επίπεδο. Δεν ξέρω αν στην ουσία εγώ είχα ανάγκη αυτό το βαθύτερο επίπεδο, νιώθω σήμερα πάντως και με αρκετή απόσταση από το... πεδίο της μάχης, ότι δεν γίνεται αλλιώς να μιλήσει κάτι μέσα σου, αν δεν έχει αυτό φωνή για τη ψυχή σου και η ψυχή σου αυτιά να την ακούσει... άηχος ήχος δεν είναι ποτέ ένα δημιούργημα στον κινηματογράφο... ακόμα κι αν είναι ένα 'πείραμα', ένα φλεγόμενο κάστρο, ένας κομήτης με πύρινη ουρά, μια πιστολιά στον αέρα...


Δεν χρειάζεσα περισσότερους από μια πλήρη οικογένεια για να οικοδομήσεις ένα 'άρτιο' σύμπαν, μια κοσμολογία. Με τον Δημιουργό του και τον Εωσφόρο του, με τους αγγέλους και τους δαίμονές του. Με την αρχή και το τέλος του. Αληθινά, δεν έχεις ανάγκη παρά από τέσσερα ή πέντε μέλη μιας οικογένειας για μια σωστή κοσμογένεση, ένα 'παρντές' με τα όλα του, έναν οργιαστικό βιότοπο από κάθε λογής φυτά... μερικά θα είναι και σαρκοφάγα... άλλα πάλι θα έχουν όψη 'αγαθή' και μυρωδιά μαυλιστική μόνο και μόνο για να παρασυρθείς και να πέσεις στην παγίδα τους...



Μέσα στο σπιρτόκουτο ο Οικονομίδης αφήνει τους δαίμονες ελεύθερους... μέσα στους τέσσερις τοίχους, αμολάει τα σκυλιά της κόλασης και όποιον πάρει ο Χάρος... χωρίς έλεος, χωρίς οίκτο, χωρίς προσωπεία, μάσκες, μικροαστικούς καθωσπρεπισμούς... δεν είναι εύκολη η γραφή αυτή, δεν είναι εύκολη και η παρακολούθηση της ταινίας... αν είσαι ανυποψίαστος και κάτσεις με την παρέα σου, σνακ, μπίρες και τα σχετικά, σύντομα θα το μετανιώσεις. Θα την διακόψεις την ταινία, θα αναζητήσεις κάτι άλλο, πιο ανώδυνο, πιο... Κυριακάτικο. Αν όμως επιμείνεις και τη δεις ως το τέλος...


Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και στην επόμενη ταινία του, την Ψυχή στο στόμα. Μονάχα που εδώ ο ήρωας έχει τη σιωπή του θανάτου και το βλέμμα του Τειρεσία. Βιώνει, υποφέρει, υφίσταται, δοκιμάζεται... σχεδόν ολότελα σιωπηλός... απεργάζεται το Μεγάλο Σχέδιο εντός του και εντός του πεθαίνει κάθε λεπτό... όπου κι αν γυρίσει το βλέμμα του το ίδιο σεληνιακό τοπίο... πουθενά τίποτα για να πιαστείς, να ηρεμήσεις, να ξεκουραστείς... Ο Οικονομίδης χρησιμοποιεί ένα θαυμάσιο εύρημα ως εργαλείο αφήγησης: ο υπάλληλος κάνει μασάζ στο πόδι του αφεντικού του... του χαρίζει στιγμές ηδύτητας σε μια κρυπτομοφυλοφιλική επαφή που ο σκηνοθέτης την αφήνει απλώς να καταγράφεται χωρίς να παρεμβαίνει... η ουσία είναι ο εξευτελισμός του ταπεινού υπαλλήλου που ταυτόχρονα βιώνει το άγριο κεράτωμα από την εχθρική του γυναίκα, τον πόλεμο από τον γαμπρό του που φιλοξενεί και την ψυχικά άρρωστη αδελφή του, το μηδενιστικό φιλοσοφικό παραλήρημα του φίλου του στο παγκάκι... Κανένα στερέωμα δεν στάθηκε πιο αφιλόξενο, πιο άχαρο, πιο σκοτεινό από αυτό που στήνει ο Οικονομίδης για τον πρωταγωνιστή του... 


Και βέβαια στο τέλος, τα πράγματα οδηγούνται πάντα εκεί που όρισαν από τη φύση οι... θερμοδυναμικοί νόμοι και η αδιαβατική μεταβολή των αερίων...


Στον Μαχαιροβγάλτη, εκτός από το πέρασμα των χρόνων, έχουμε και την εξέλιξη του Οικονομίδη, εσωτερικά, πνευματικά, συνολικά. Ο σκηνοθέτης προχωρά σε μια άλλη αφήγηση, πολύ πιο ροϊκή, πολύ λιγότερο βίαιη λεκτικά και ασπρόμαυρη κινηματογραφικά. Νομίζω πετυχαίνει και στις τρεις συνιστώσες. Τα πλάνα του είναι πιο 'ήσυχα', η ανάσα του πιο σταθερή αλλά το βλέμμα του βαθύτερο, ουσιαστικότερο, πιο... ύπουλο, πιο επικίνδυνο. Αισθάνεσαι πως η ηφαιστειακή ενέργεια των πρώτων ταινιών έχει εκτονωθεί και ο δημιουργός θέλει πλέον να καταγράψει με μεγαλύτερη συνοχή μια ολοκληρωμένη πορεία ενός μοναχικού ήρωα που δεν έχει τίποτα το ηρωικό αλλά ανακαλύπτει πως μπορεί να το χτίσει. Κι αν δεν μπορεί να το χτίσει, μπορεί να το κλέψει. Εκμεταλλευόμενος μια ατυχή (το θάνατο του πατέρα του) και μια ευτυχή συγκυρία (την πρόσκληση του θείου του να μετακομίσει από την επαρχία στην Αθήνα και να δουλέψει γι'αυτόν ως φύλακας των σκυλιών του). Κι εδώ βέβαια το εσωτερικό φως των ανθρώπων είναι κάτι σαν τις υποθαλάσσιες ανταύγειες το σούρουπο... ο εχθρός πάντα κοιμάται κάπου εκεί κάτω, αόρατος, τρομακτικός, απόστατος... κάπου γυροφέρνει εκεί, στα βαθιά και είναι ικανός και πανάρχαιος σαν τον καρχαρία... καραδοκεί για την στιγμή της νωχέλειας και της ανάπαυσης για να σου ριχτεί και να σε ξεσκίσει. Να σου κλέψει τα πάντα. Την περιουσία, τη σύντροφο, τα χρήματα, την ίδια τη ζωή σου. Αν θα μπορούσε και τη ψυχή σου.
Και δεν υπάρχει 'δίκης οφθαλμός' που ορά τα πάντα... Στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη η 'δικαιοσύνη' δεν είναι ούτε παρούσα ούτε απούσα. Είναι απλά ανύπαρκτη ακόμα και ως χρόνος, ακόμα και ως λήθη.



Μετά το τέλος των μαχών, οι αρχαίοι τηρούσαν πάντα ένα κώδικα. Σχεδόν πάντα απαραβίαστο, σχεδόν πάντα μέσα στην οσμηρή σιωπή του τοπίου. Να περισυλλέγουν οι ζωντανοί τους νεκρούς, σε μια τελετουργία ύστατης αντιπροσώπευσης της ζωής στο θάνατο. Γιατί τους νεκρούς ήρωες τους φροντίζουν οι ζώντες συνάδελφοί τους. Οι σύντροφοι και συμμαχητές που λίγο πριν στέκονταν δίπλα τους και ούρλιαζαν τις ίδιες ιαχές κάτω απ'τον ίδιο ήλιο.

Αισθάνεσαι πως στις ταινίες του Οικονομίδη δεν συγχωρεί η Ειμαρμένη ούτε κι αυτή την πολυτέλεια.


Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Movies of no return ΠΥΡΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ






Δεν πήγα εκεί που ήθελα
πήγα εκεί που έπρεπε…

Θα πρέπει να φταίει αυτή αυστηρή, sans serif γραμματοσειρά των τίτλων… ίσως το περιπολικό της Αστυνομίας Πόλεων που τριγυρνάει στους δρόμους της Αθήνας το ’67… μπορεί πάλι να φταίει αυτό το μουσικό χαλί του Μίμη Πλέσσα που εναλλάσσεται από τα κρουστά της δράσης σε μια εμπνευσμένη μελωδία ψυχογράφησης… σίγουρα φταίνε αυτά τα κοντινά πλάνα του Δημόπουλου πάνω στο σκαμμένο πρόσωπο του Φούντα που δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια για να σου μεταδώσει ένα συναίσθημα, ακόμα, την απουσία συναισθήματος… πολύ λιγότερο θα πρέπει να είναι το σενάριο του Φώσκολου… οι χαρακτήρες πάντοτε γιγαντιαίοι, καταραμένοι, με υπόσκαφα βιώματα που παλεύουν να ρίξουν ‘ορόφους’ στο παρόν αλλά έχουν πάντα τη σπηλαιώδη αντήχηση του χτες…
Σήμερα πιστεύω πως είναι περισσότερο απ’όλα αυτός ο ρυθμός… ένας συνεχής road movie ρυθμός που δεν σε αφήνει να σταθείς πάνω σε τίποτα και σε κανένα… και η κινηματογράφηση, η φωτογραφική απεικόνιση του μεγάλου Γιώργου Αρβανίτη… αυτό το μαυρόασπρο που έχει μια σταχτί, σχεδόν νεκρώσιμη μεγαλοσύνη μέσα στο γενικότερο ασπρόμαυρο μιας Αθήνας που υποφωτίζεται ή παλεύει να ανδρωθεί μέσα από τα πολυώροφα κτήρια και τους ‘μοντέρνους’ αυτοκινητόδρομους…



Ο αρχιφύλακας Μέρκος είναι καταραμένος… από τα παιδικά του χρόνια… κατοχή, πόλεμος, θανατικό… δεν γίνεται αλλιώς… τέκνο της γραφίδας του Φώσκολου, αυθεντικό και γνήσιο… ‘εκείνη η φοβερή νύχτα’ φταίει για όλα… Η κατάρα ξυπνάει… και ο ήρωας πάντα στον κόμβο ενός Υ… αριστερά η καρδιά, δεξιά το καθήκον… Η γυναίκα του (Τζένη Ρουσσέα) γεννάει αλλά υπάρχουν επιπλοκές… εκλαμψία… φόβος και τρόμος… και ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι καθώς χρειάζεται αίμα… Μηδέν ρέζους αρνητικό… ‘ζήτημα αν θα βρείτε μια σταγόνα σε όλη την Αθήνα’…


Κι άλλο ένα Υ… ο επικίνδυνος ψυχοπαθής Φαίδων Γεωργίτσης το σκάει από το Δαφνί και περιφέρεται στους μαύρους δρόμους της πρωτεύουσας… άλλος ένας φτωχοδιάβολος που τον  παίρνει στο κατόπι ο πόλεμος, ο σκοτωμένος του πατέρας… δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τραύματα… η κοινωνία τον έχει ρίξει στο περιθώριο ενώ εκείνος είναι ευαίσθητος, εύθραυστος… οι απόλυτες σχηματοποιήσεις που πάντα αγαπούσε ο Φώσκολος διαιρούν πάντα τον κόσμο και όλα εν αυτώ σε άσπρα και μαύρα πιόνια σε μια σκακιέρα… 


Ο ‘τρελός’ έχει αρπάξει ένα λεωφορείο με παιδάκια και το οδηγεί στο πουθενά… ο Μέρκος έχει αρπάξει μια φιάλη πανάκριβο αίμα από τον μικροκακοποιό Καλογήρου, έστω και με το ζόρι και παλεύει να προλάβει το χρόνο και το θάνατο… άλλο ένα Υ… η κοινωνία τον χρειάζεται, η γυναίκα του τον περιμένει… ‘Τα παιδιά του κόσμου’ αγωνιούν, η γυναίκα του κινδυνεύει να καταλήξει μαζί με το αγέννητο σπλάχνο τους… τα τρομερά διλήμματα της Φίνος Φιλμ, του Φώσκολου και του Δημόπουλου που σκηνοθετεί με δύναμη, με συνεχή ζουμ-ιν και ζουμ-άουτ… ‘τον πηγαίνει’ το σενάριο, τα ‘τικ’ του Φούντα, η αθηναϊκή νύχτα, ασπρόμαυρη κι αυτή, οι διάδρομοι νοσοκομείων, κλινικών και η άσφαλτος… αυτή πεισματικά μαύρη κάνει ένα θαυμάσιο κοντράστ με το περιπολικό Α610…


‘Αργήσαμε κ. Μέρκο… αργήσαμε όλοι μας’ ανακοινώνει σκυθρωπός ο χειρουργός (Έξαρχος) στον συντετριμμένο Φούντα που διαπιστώνει πως ναι μεν έκανε το καθήκον του αλλά δεν ήταν αρκετό… ‘Η πολιτεία δεν ξέχασε’ αλλά η μοίρα τον ξέχασε κι εκείνον και την αφανισμένη γυναίκα του που δεν θα έχει καμιά ευκαιρία πλέον να δοκιμάσει ξανά για ένα παιδί…






Θα πρέπει να φταίει αυτό το χειρουργικό λευκό που με το χρόνο γίνεται υπόλευκο, γκρίζο, χλομιάζει αλλά αρνείται να παραιτηθεί, να το βάλει κάτω, να σβήσει… ίσως οι αναφορές σε ένα παρελθόν, σε μια αποτύπωση, σε ένα κόσμο αναμνήσεων, σε μια ζωτική ανάγκη επανασύνδεσης με μια αλήθεια που υπήρχε πριν από μένα… κι όμως, βλέποντας ξανά κάποιες τέτοιες ταινίες, αναρωτιέμαι για το φως, το εσωτερικό φως των ηρώων που τους οδηγεί να πάνε όχι εκεί που ήθελαν αλλά εκεί που έπρεπε…



Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

H.R.Giger






Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πολύ παράξενοι, είναι η αλήθεια. Οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι ονειροβάτες, οι άνθρωποι που επισκέπτονται ‘άλλους’ κόσμους στην έμπνευσή τους, στο πυρετικό όραμά τους, στους εφιάλτες τους… στις μυστικές αυτές ονειροχώρες όλα είναι διαφορετικά … οι μορφές, οι βιότοποι, οι σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους… είναι σύμπαντα εσωτερικά και μαζί απέραντα, αλλόκοτα, μυθικά… η ψυχή ταράζεται, ο νους δοκιμάζεται αλλά το είναι αναγνωρίζει σε τούτες τις εξωχρονικές και αλλοχρονικές πραγματικότητες συγγένειες που η εγρήγορση, η τεμαχισμένη και αλλήθωρη από τη νεωτερική συμπάγεια δεν μπορεί να κατανοήσει. Όλοι οι ξεχωριστοί άνθρωποι σε όλες τις εποχές μίλησαν, έγραψαν, τραγούδησαν, ζωγράφισαν γι’αυτές τις ονειροχώρες… οι παλαιοί διδάσκαλοι και αδελφοί της Ατραπού, κωδικοποιημένα, συμβολικά, κεκαλυμμένα… ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων, ο Ιησούς, ο Μπέικον, ο Σαίξπηρ, οι μεγάλοι αλχημιστές, οι σκοτεινοί Καμπαλιστές, οι χριστιανοί μυστικοί, ο Ιωάννης του Σταυρού, ο Φραγκίσκος της Ασίζης, οι Νηπτικοί Πατέρες, οι μυημένοι ζωγράφοι, ο Ντα Βίντσι, ο Ντύρερ, ο Μιχαήλ Άγγελος, οι διωγμένοι εσωτεριστές φιλόσοφοι και επιστήμονες, ο Τζ. Μπρούνο, ο Γαλιλαίος, οι νεώτεροι, ο Μπλέικ, ο Σαιν Ζερμαίν, οι μέγιστοι ποιητές, ο Πόε, ο Μπωντλαίρ, ο Έλιοτ, οι σύγχρονοι μάγοι, ο Φουλκανέλι, ο Κρόουλι, οι μεγάλοι συγγραφείς του Φανταστικού, ο Μάχεν, ο Ντάνσανυ, ο Λάβκραφτ, ο Λάιμπερ, οι σύγχρονοι αδελφοί και ερευνητές και εξερευνητές του Αγνώστου… αμέτρητοι, εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες…

Ποια είναι η κληρονομιά τους; Κληρονομιά τους είναι η ίδια η ύπαρξη, η ευλογία και η κατάρα της, η καθημέρια αγωνία και η απόλαυσή της. Αλλά κληρονομιά τους είναι και η αναζήτηση του Αληθινού, του Κρυφίου, του Υπέροχου, του Όμορφου… άνθρωποι που δεν χωρούσαν στις συμβάσεις, που δεν άντεχαν το μέτριο, το εφικτό, το πεπερασμένο…

Επειδή υπήρξαν αυτοί οι αδελφοί, έχουμε βλέμμα εμείς… επειδή ψηλάφησαν τους κόσμους των ανθρώπων και των όντων, έχουμε χέρια εμείς… εμείς οσφράνθηκαν το φόβο και γεύτηκαν το αίμα, έχουμε αισθήσεις εμείς… επειδή τους μαστίγωσε το Ιερό Αρχαίο Ρίγος, έχουμε πόνο εμείς…

Κι επειδή αγάπησαν τόσο πολύ το Απόλυτο ώστε να αφανιστούν ερωτευμένοι
έχουμε έρωτα εμείς…



Ο H.R Giger έχει αναγνωριστεί σαν ένας από τους πρωτοπόρους καλλιτέχνες του Φανταστικού Ρεαλισμού. Γεννημένος το 1940 σε μια οικογένεια χημικών στο Chur της Ελβετίας, στα 22 του πήγε στη Ζυρίχη όπου και σπούδασε αρχιτεκτονική και βιομηχανικό σχέδιο στην Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών. Δεν αργεί, στα 1964 να παρουσιάσει τις πρώτες του καλλιτεχνικές δημιουργίες, κυρίως σχέδια σε μελάνι και ελαιογραφίες που παρουσιάζονται το 1966 στην πρώτη του έκθεση. Θα ακολουθήσουν εκδόσεις και διανομές σε όλο τον κόσμο και η πρώτη του  poster edition το 1969. Λίγο μετά θα ανακαλύψει την αερογραφία και μαζί της, το απολύτως δικό του και ιδιαίτερο εικαστικό ύφος που οδηγούν στην δημιουργία των πλέον γνωστών έργων του, τους σουρεαλιστικούς Βιολογικο-μηχανικούς ονειρότοπους που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της φήμης του.
Ως σήμερα, πάνω από 20 βιβλία έχουν εκδοθεί πάνω στην τέχνη του Giger.

Το πλέον γνωστό βιβλίο του Giger, το Necronomicon (αυτόματα γίνεται η παραπομπή βέβαια στο θρυλικό βιβλίο του πατέρα όλων H.P Lovecraft), εκδόθηκε το 1977 και από αυτό εμπνεύστηκε για την ταινία του Alien ο Ridley Scott. Η σύζευξη ήταν ευλογημένη και μοναδική. Από τη μια το αλλομορφικό σύμπαν του Giger και από την άλλη η συγκυρία της δημιουργίας μιας ταινίας που έμελλε να αποτελέσει επανάσταση. Πέρα από την εισπρακτική επιτυχία, δεν άργησε και η καλλιτεχνική. Τα σχέδια του Giger για το ίδιο το πλάσμα αλλά και για τον επιβλητικό και υποβλητικό εξωγήινο βιότοπο που διαδραματίζεται η ταινία, κέρδισαν το 1980 το Όσκαρ για τα Οπτικά Εφέ. Από κει και πέρα, όλα άλλαξαν στη ζωή του καλλιτέχνη.
Άλλες πολύ γνωστές δουλειές του Giger για τον κινηματογράφο, ήταν στο Poltergeist II και στο Alien3 and Species όπως και για τη θρυλική ταινία – που τελικώς δεν έγινε - του Alejandro Jodorowsky,  Dune.
Από τα πρώτα βήματα της καριέρας του, ο Giger εργάστηκε επίσης με γλυπτά και είχε μια διαρκή επιθυμία να επεκτείνει τα πρωτογενή στοιχεία του καλλιτεχνικού του οράματος πέρα από τους περιορισμούς του χαρτιού σε μια τρισδιάστατη πραγματικότητα. Θα έπρεπε να περιμένει ως το 1988 όταν του δόθηκε η ευκαιρία να σχεδιάσει εξ ολοκλήρου το απολύτως δικό του ‘Γκιγκεριανό’ περιβάλλον στο Giger Bar στο Τόκιο (δεν υφίσταται πλέον). Το 1992, υπό την επίβλεψή του άνοιξε και το δεύτερο Giger Bar στην γενέθλια πόλη του, στο Chur.
Το HR Giger Museum, άλλο ένα όνειρό του, άνοιξε τις θύρες του στο κοινό τον Ιούνιο του 1998 στο Chateau St. Germain, στην ιστορική μεσαιωνική πόλη Gruyères, της Ελβετίας. Το μουσείο φιλοξενεί την μεγαλύτερη συλλογή των έργων του Giger (εικαστικά, γλυπτά, έπιπλα, σχέδια για τον κινηματογράφο) από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 ως σήμερα.ωΣτον τελευταίο όροφο του τετραώροφου συγροτήματος, εκτίθενται εξαιρετικά δείγματα της τεράστιας προσωπική συλλογής έργων του Giger με έργα των Salvador Dali, Ernst Fuchs, Dado, Bruno Weber, Günther Brus, Claude Sandoz, François Burland, Friedrich Kuhn, Joe Coleman, Sibylle Ruppert, Andre Lassen όπως επίσης και πολλών άλλων επιτυχημένων συγχρόνων καλλιτεχνών.
Το 1999, ο  Giger, για να διευρύνει την προσέγγιση των νεώτερων επισκεπτών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες του, εγκαινίασε την Giger Museum Gallery, έναν μεγάλο χώρο τριών αιθουσών στη γειτονική πτέρυγα του μουσείου. Εκεί, ανά εξάμηνο, παρουσιάστηκαν σε ατομικές εκθέσεις έργα των Ernst Fuchs, Hans Bellmer, Fred Knecht, Stelio Diamantopoulos, Martin Schwarz, Claude Sandoz, Günther Brus, François Burland, Victor Safonkin, Sybille Ruppert και άλλων.
Την άνοιξη του 2003, γιορτάστηκαν τα επίσημα εγκαίνια του H.R. Giger Museum Bar. Τα σχέδια του καλλιτέχνη για τον 400 ετών χώρο, δίνουν έμφαση στην προ-Γουθική αρχιτεκτονική. Τα τεράστια τόξα από σκελετούς που καλύπτουν την οροφή μαζί με πέτρινα έπιπλα του Μπαρ θυμίζουν το μεσαιωνικό χαρακτήρα του κτηρίου και δίνουν στο Μπαρ μια αίσθηση καθεδρικού ναού.
Τα τελευταία χρόνια, ο Giger έχει τιμηθεί με πολλές αναδρομικές εκθέσεις σε μεγάλα μουσεία. Το 2004 εξάμηνη έκθεση στο Museum Halle Saint Pierre του Παρισιού. Η έκθεση «Le monde selon H.R. Giger» (Ο κόσμος κατά τον H.R. Giger) ήταν η μεγαλύτερη που έλαβε χώρα με έργα του καλλιτέχνη, εκτός Ελβετίας.

Τον Δεκέμβρη του 2004, ο H.R. Giger έλαβε το βραβείο "La Médaille de la Ville de Paris", στο Δημαρχιακό μέγαρο του Παρισιού. 

Άλλες αναδρομικές εκθέσεις ‘H.R. Giger in Prague” , το 2005 στο National Technical Museum of Prague, “Giger in Wien” , το 2006 στο Kunsthaus Wien στην Αυστρία κ.α.
Τον Ιούλιο του 2007 ο Giger τιμήθηκε με την πρώτη έκθεση στην γενέθλια πόλη του, στο
Bündner Kunstmuseum, στο Chur και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στην Βαλένθια, μια μεγάλη έκθεσή του στο The Polytechnic University.
Ακολούθησαν πολλές ακόμα τιμητικές εκδηλώσεις, εκθέσεις, παρουσιάσεις (Γερμανία, Φινλανδία, Αυστρία, ενώ στα πλάνα του καλλιτέχνη είναι εκθέσεις στην Πορτογαλία, Ρωσία, Χιλή, κ.α.).

Ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται στη Ζυρίχη με τη σύζυγό του, Carmen Maria Scheifele Giger που είναι και η διευθύντρια του H.R. Giger Museum.


Πηγή βιογραφικών στοιχείων: http://www.hrgiger-webstore.com/







(επιλεγμένα)