Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

H.R.Giger






Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πολύ παράξενοι, είναι η αλήθεια. Οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι ονειροβάτες, οι άνθρωποι που επισκέπτονται ‘άλλους’ κόσμους στην έμπνευσή τους, στο πυρετικό όραμά τους, στους εφιάλτες τους… στις μυστικές αυτές ονειροχώρες όλα είναι διαφορετικά και όλα είναι ίδια… οι μορφές, οι βιότοποι, οι σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους… είναι σύμπαντα εσωτερικά και μαζί απέραντα, αλλόκοτα, μυθικά… η ψυχή ταράζεται, ο νους δοκιμάζεται αλλά το είναι αναγνωρίζει σε τούτες τις εξωχρονικές και αλλοχρονικές πραγματικότητες συγγένειες που η εγρήγορση, η τεμαχισμένη και αλλήθωρη από τη νεωτερική συμπάγεια δεν μπορεί να κατανοήσει. Όλοι οι ξεχωριστοί άνθρωποι σε όλες τις εποχές μίλησαν, έγραψαν, τραγούδησαν, ζωγράφισαν γι’αυτές τις ονειροχώρες… οι παλαιοί διδάσκαλοι και αδελφοί της Ατραπού, κωδικοποιημένα, συμβολικά, κεκαλυμμένα… ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων, ο Ιησούς, ο Μπέικον, ο Σαίξπηρ, οι μεγάλοι αλχημιστές, οι σκοτεινοί Καμπαλιστές, οι χριστιανοί μυστικοί, ο Ιωάννης του Σταυρού, ο Φραγκίσκος της Ασίζης, οι Νηπτικοί Πατέρες, οι μυημένοι ζωγράφοι, Ντα Βίντσι, ο Ντύρερ, ο Μιχαήλ Άγγελος, οι διωγωμένοι εσωτεριστές φιλόσοφοι και επιστήμονες, ο Τζ. Μπρούνο, ο Γαλιλαίος, οι νεώτεροι, ο Μπλέικ, ο Σαιν Ζερμαίν, οι μέγιστοι ποιητές, ο Πόε, ο Μπωντλαίρ, ο Έλιοτ, οι σύγχρονοι μάγοι, ο Φουλκανέλι, ο Κρόουλι, οι μεγάλοι συγγραφείς του Φανταστικού, ο Μάχεν, ο Ντάνσανυ, ο Λάβκραφτ, ο Λάιμπερ, οι σύγχρονοι αδελφοί και ερευνητές και εξερευνητές του Αγνώστου… αμέτρητοι, εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες…
Ποια είναι η κληρονομιά τους; Κληρονομιά τους είναι η ίδια η ύπαρξη, η ευλογία και η κατάρα της, η καθημέρια αγωνία και η απόλαυσή της. Αλλά κληρονομιά τους είναι και η αναζήτηση του Αληθινού, του Κρυφίου, του Υπέροχου, του Όμορφου… άνθρωποι που δεν χωρούσαν στις συμβάσεις, που δεν άντεχαν το μέτριο, το εφικτό, το πεπερασμένο…
Επειδή υπήρξαν αυτοί οι αδελφοί, έχουμε βλέμμα εμείς… επειδή ψηλάφησαν τους κόσμους των ανθρώπων και των όντων, έχουμε χέρια εμείς… εμείς οσφράνθηκαν το φόβο και γεύτηκαν το αίμα, έχουμε αισθήσεις εμείς… επειδή τους μαστίγωσε το Ιερό Αρχαίο Ρίγος, έχουμε πόνο εμείς…
Κι επειδή αγάπησαν τόσο πολύ το Απόλυτο ώστε να αφανιστούν ερωτευμένοι
έχουμε έρωτα εμείς…


Ο H.R Giger έχει αναγνωριστεί σαν ένας από τους πρωτοπόρους καλλιτέχνες του Φανταστικού Ρεαλισμού. Γεννημένος το 1940 σε μια οικογένεια χημικών στο Chur της Ελβετίας, στα 22 του πήγε στη Ζυρίχη όπου και σπούδασε αρχιτεκτονική και βιομηχανικό σχέδιο στην Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών. Δεν αργεί, στα 1964 να παρουσιάσει τις πρώτες του καλλιτεχνικές δημιουργίες, κυρίως σχέδια σε μελάνι και ελαιογραφίες που παρουσιάζονται το 1966 στην πρώτη του έκθεση. Θα ακολουθήσουν εκδόσεις και διανομές σε όλο τον κόσμο και η πρώτη του  poster edition το 1969. Λίγο μετά θα ανακαλύψει την αερογραφία και μαζί της, το απολύτως δικό του και ιδιαίτερο εικαστικό ύφος που οδηγούν στην δημιουργία των πλέον γνωστών έργων του, τους σουρεαλιστικούς Βιολογικο-μηχανικούς ονειρότοπους που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της φήμης του.
Ως σήμερα, πάνω από 20 βιβλία έχουν εκδοθεί πάνω στην τέχνη του Giger.

Το πλέον γνωστό βιβλίο του Giger, το Necronomicon (αυτόματα γίνεται η παραπομπή βέβαια στο θρυλικό βιβλίο του πατέρα όλων H.P Lovecraft), εκδόθηκε το 1977 και από αυτό εμπνεύστηκε για την ταινία του Alien ο Ridley Scott. Η σύζευξη ήταν ευλογημένη και μοναδική. Από τη μια το αλλομορφικό σύμπαν του Giger και από την άλλη η συγκυρία της δημιουργίας μιας ταινίας που έμελλε να αποτελέσει επανάσταση. Πέρα από την εισπρακτική επιτυχία, δεν άργησε και η καλλιτεχνική. Τα σχέδια του Giger για το ίδιο το πλάσμα αλλά και για τον επιβλητικό και υποβλητικό εξωγήινο βιότοπο που διαδραματίζεται η ταινία, κέρδισαν το 1980 το Όσκαρ για τα Οπτικά Εφέ. Από κει και πέρα, όλα άλλαξαν στη ζωή του καλλιτέχνη.
Άλλες πολύ γνωστές δουλειές του Giger για τον κινηματογράφο, ήταν στο Poltergeist II και στο Alien3 and Species όπως και για τη θρυλική ταινία – που τελικώς δεν έγινε - του Alejandro Jodorowsky,  Dune.
Από τα πρώτα βήματα της καριέρας του, ο Giger εργάστηκε επίσης με γλυπτά και είχε μια διαρκή επιθυμία να επεκτείνει τα πρωτογενή στοιχεία του καλλιτεχνικού του οράματος πέρα από τους περιορισμούς του χαρτιού σε μια τρισδιάστατη πραγματικότητα. Θα έπρεπε να περιμένει ως το 1988 όταν του δόθηκε η ευκαιρία να σχεδιάσει εξ ολοκλήρου το απολύτως δικό του ‘Γκιγκεριανό’ περιβάλλον στο Giger Bar στο Τόκιο (δεν υφίσταται πλέον). Το 1992, υπό την επίβλεψή του άνοιξε και το δεύτερο Giger Bar στην γενέθλια πόλη του, στο Chur.
Το HR Giger Museum, άλλο ένα όνειρό του, άνοιξε τις θύρες του στο κοινό τον Ιούνιο του 1998 στο Chateau St. Germain, στην ιστορική μεσαιωνική πόλη Gruyères, της Ελβετίας. Το μουσείο φιλοξενεί την μεγαλύτερη συλλογή των έργων του Giger (εικαστικά, γλυπτά, έπιπλα, σχέδια για τον κινηματογράφο) από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 ως σήμερα.ωΣτον τελευταίο όροφο του τετραώροφου συγροτήματος, εκτίθενται εξαιρετικά δείγματα της τεράστιας προσωπική συλλογής έργων του Giger με έργα των Salvador Dali, Ernst Fuchs, Dado, Bruno Weber, Günther Brus, Claude Sandoz, François Burland, Friedrich Kuhn, Joe Coleman, Sibylle Ruppert, Andre Lassen όπως επίσης και πολλών άλλων επιτυχημένων συγχρόνων καλλιτεχνών.
Το 1999, ο  Giger, για να διευρύνει την προσέγγιση των νεώτερων επισκεπτών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες του, εγκαινίασε την Giger Museum Gallery, έναν μεγάλο χώρο τριών αιθουσών στη γειτονική πτέρυγα του μουσείου. Εκεί, ανά εξάμηνο, παρουσιάστηκαν σε ατομικές εκθέσεις έργα των Ernst Fuchs, Hans Bellmer, Fred Knecht, Stelio Diamantopoulos, Martin Schwarz, Claude Sandoz, Günther Brus, François Burland, Victor Safonkin, Sybille Ruppert και άλλων.
Την άνοιξη του 2003, γιορτάστηκαν τα επίσημα εγκαίνια του H.R. Giger Museum Bar. Τα σχέδια του καλλιτέχνη για τον 400 ετών χώρο, δίνουν έμφαση στην προ-Γουθική αρχιτεκτονική. Τα τεράστια τόξα από σκελετούς που καλύπτουν την οροφή μαζί με πέτρινα έπιπλα του Μπαρ θυμίζουν το μεσαιωνικό χαρακτήρα του κτηρίου και δίνουν στο Μπαρ μια αίσθηση καθεδρικού ναού.
Τα τελευταία χρόνια, ο Giger έχει τιμηθεί με πολλές αναδρομικές εκθέσεις σε μεγάλα μουσεία. Το 2004 εξάμηνη έκθεση στο Museum Halle Saint Pierre του Παρισιού. Η έκθεση «Le monde selon H.R. Giger» (Ο κόσμος κατά τον H.R. Giger) ήταν η μεγαλύτερη που έλαβε χώρα με έργα του καλλιτέχνη, εκτός Ελβετίας.

Τον Δεκέμβρη του 2004, ο H.R. Giger έλαβε το βραβείο "La Médaille de la Ville de Paris", στο Δημαρχιακό μέγαρο του Παρισιού. 

Άλλες αναδρομικές εκθέσεις ‘H.R. Giger in Prague” , το 2005 στο National Technical Museum of Prague, “Giger in Wien” , το 2006 στο Kunsthaus Wien στην Αυστρία κ.α.
Τον Ιούλιο του 2007 ο Giger τιμήθηκε με την πρώτη έκθεση στην γενέθλια πόλη του, στο
Bündner Kunstmuseum, στο Chur και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στην Βαλένθια, μια μεγάλη έκθεσή του στο The Polytechnic University.
Ακολούθησαν πολλές ακόμα τιμητικές εκδηλώσεις, εκθέσεις, παρουσιάσεις (Γερμανία, Φινλανδία, Αυστρία, ενώ στα πλάνα του καλλιτέχνη είναι εκθέσεις στην Πορτογαλία, Ρωσία, Χιλή, κ.α.).

Ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται στη Ζυρίχη με τη σύζυγό του, Carmen Maria Scheifele Giger που είναι και η διευθύντρια του H.R. Giger Museum.


Πηγή βιογραφικών στοιχείων: http://www.hrgiger-webstore.com/







(επιλεγμένα)














Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012




Η φλόγα του μοναχικού κεριού… (επιλεγμένα)

‘Φοβάμαι… τι θα πει φοβάμαι;’, αναρωτήθηκε.
‘Σκέφτομαι… τι θα πει σκέφτομαι;’, είπε μέσα του.
‘Αγαπώ… τι θα πει αγαπώ;’, απόρησε.

Την είδε να έρχεται κοντά του. Είδε το χαμόγελό της στα μάτια της, είδε τον ήλιο να απλώνεται γλυκά στο δέρμα της. Είδε τα δάχτυλά της να αναταράζουν τις αφέλειες των μαλλιών της. Είδε το κορμί της να εναρμονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς του… είδε τον εαυτό του να καθρεφτίζεται στη κάθε της κίνηση.
Είδε τη κίνηση!
Η κίνηση αυτή μιλούσε για χωρισμό…
Κι εκεί ένιωσε το Όλο να αφομοιώνει το Τίποτα
Και ο ήχος τούτης της αφομοίωσης τον σκέδασε στο άπειρο…

‘Σήμερα θα σας μιλήσω για κάτι εντελώς Άγνωστο!’, τους είπε και όλοι απόρησαν.
‘Πως μπορούμε να μιλήσουμε για το Άγνωστο;’, ρώτησε κάποιος.
‘Το Άγνωστο δε μπορεί να ειδωθεί’, προέτρεξε κάποιος άλλος.
‘Το Άγνωστο είναι ανυπέρβλητο’, δογμάτισε ένας τρίτος.
Εκείνος επέμεινε: ‘Σήμερα θα σας μιλήσω για το Άγνωστο!’
‘Για το Σύμπαν;’, φώναξε ένας.
‘Για το Θεό;’, ένας άλλος.
‘Για το θάνατο;’, ένας τρίτος.
Εκείνος είπε:
‘Σήμερα θα σας μιλήσω για τον εαυτό…’

‘Θέλω να σ’αγαπήσω’, της είπε αλλά δεν την κοιτούσε στα μάτια. ‘Θέλω να σ’αγαπήσω αλλά δεν μπορώ. Εάν σ’αγαπήσω θα χαθώ. Εάν σ’αγαπήσω θα διαλυθώ σ’εσένα. Αν σ’αγαπήσω θα χάσω το κέντρο μου…’
Εκείνη παρέμενε σιωπηλή.
Εκείνος της άγγιξε δειλά το χέρι.
‘Δεν… δεν ξέρω αν μπορείς να με καταλάβεις…’
‘Όχι’, του είπε κοφτά, ‘εσύ θέλεις να με καταλάβεις… και όλο τούτο είναι απλώς η εκσπερμάτιση ενός τυχοδιώκτη’, είπε και τον εγκατέλειψε.

‘Ο Κρισναμούρτι τι θα έλεγε αν με έβλεπε από μια μεριά;’, αναρωτήθηκε με πικρό χαμόγελο… ‘είμαι μόνος και αισθάνομαι σα να έχω γεφυρώσει το τίποτα με το τίποτα… ο Κάρλος Κ. τι θα έλεγε αν με έβλεπε;’, είπε ξανά στο καθρέφτη…
Το χέρι του άγγιξε το ψυχρό υλικό που αντανακλούσε το είδωλό του.
‘Αλλά είμαι εγώ το τίποτε και εγώ είμαι κι αυτό που θα το πληρώσει…’ είπε ξανά, άκουσε τη φωνή του και χαμογέλασε.

‘Είσαι ένας γενναίος άνθρωπος’, του είπε. ‘Ένας γενναίος και ελεύθερος άνθρωπος. Γι’ αυτό και μπορείς να την αγγίξεις. Μπες στο κόσμος της παράδοσης και αγκάλιασέ την. Είσαι ένας τολμητίας της Ποίησης. Θα βρεις την ουσία της αν την αγκαλιάσεις ΟΛΟΚΛΗΡΗ!’.
‘Δεν σε καταλαβαίνω’, απάντησε.
‘Κάνε το μεγάλο άλμα στο κενό και μη φοβάσαι αν θα γκρεμιστείς. Βρες το σώμα, βρες το χώρο, βρες το κενό και… πήδα’, του απάντησε και του χαμογελούσε.
‘Εγώ θα είμαι στην άλλη όχθη και θα σε περιμένω’.
‘Εσύ;’
‘Εγώ, είμαι παντού και έχω χτίσει τα φτερά σου’
‘φοβάμαι’
‘τι θα πει φοβάμαι;’
‘σκέφτομαι’
‘τι θα πει σκέφτομαι;’
‘αγαπώ’
‘τι θα πει αγαπώ;’


1998-2009




Τι απ’όλα έμεινε;
Μέσα στη νύχτα μου
Ήρθε απότομα η αυγή σου
Και με έλιωσε
Συγνώμη
Δεν πρόλαβα να γεννηθώ
Σε λίγες ώρες…

Τι απ’όλα σώθηκε;
Στο άδειο στόμα μου
Ήρθε ξάφνου το φιλί σου
Και με αφομοίωσε
Συγνώμη
Δεν είχα άλλο πρόσωπο
Να σου δώσω…

Τι απ’όλα έζησε;
Στο θάνατό μου
Ήρθε απότομα η ζωή σου
Και με μεταβόλισε
Αίμα πηχτό σα το βλέμμα σου
Παντού ολόγυρα
Στο φωτισμένο είναι μου
Και σπαρταράω από εκρήξεις
Και γεννάω εμένα
Ξανά και ξανά…

Μάιος 2009

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ολική Επαναφορά



Είμαστε το περιεχόμενο της μνήμης μας;
Έχουμε όντως παρελθόν ή είμαστε απλά ό,τι ‘αποφασίσουμε’ πως είμαστε;

Πίσω από τις σπουδαίες ταινίες sci fi πάντα κρύβονται μεγάλες πένες. (Ο μέγιστος Χ.Φ. Λάβκραφτ, ο Φ. Λάιμπερ, ο Φ. Ντίκ, ο Ρ. Χάουαρντ, κ.ά). Και τα μεγάλα ερωτήματα, έχουν πάντοτε κεντρομόλο και όχι φυγόκεντρη τροχιά.
Δεν είμαστε ένας κόσμος. Είμαστε πολλοί. Σε όλη μας τη ζωή παλεύουμε να εναρμονίσουμε τα πολλαπλά ‘σώματά’ μας, όπως είχαν αναφέρει χιλιάδες χρόνια οι Ουπανισάδες, οι Βέδες, οι αρχαίοι Κώδικες, τα Μείζονα Μυστήρια. Όταν οι πολλοί γίνουν ένας, τότε τα ερωτήματα σιωπούν. Η εναρμόνιση έχει επιτύχει. Ο άνθρωπος από τεμάχια και θραύσματα αποτελεί ένα θαυμαστό ενιαίο όλο… τον σφαίρο άνθρωπο…
Με αφορμή και μόνο την πολύ καλή ταινία… και την διερώτηση ενός συγγραφέα – στοχαστή (του Φ. Ντικ) που δεν υπήρξε απλά ένας ‘παραμυθάς’ στην εξω-διάσταση αλλά ένας ανιχνευτής άλλων δρόμων… που μάλλον τους περιέχουμε όλοι… εκείνος απλά, τους αποτύπωσε και στο χαρτί…
Σε όλη τη ταινία ο πρωταγωνιστής (Κόλιν Φάρελ) αναζητά την ταυτότητά του. Τις ‘αληθινές’ του μνήμες, την αληθινή του ζωή. Η αγωνία είναι έκδηλη, η δράση συνεχής. Ένας Οδυσσέας σε μια μετα-γκόθικ version που δεν μπορεί να ησυχάσει αν δεν πατήσει το πόδι του στην Ιθάκη του.
Σε κάποια σκηνή, έχει έναν διάλογο με τον αρχηγό της Αντίστασης – πάντα θα υπάρχει μια καταπιεστική εξουσία, από την οποία υπέφερε και ο ίδιος ο Ντικ και μια οργανωμένη Αντίσταση που θα θεωρείται τρομοκρατία - κι ο δεύτερος του λέει πως ‘το παρελθόν είναι ένα κατασκεύασμα του νου’.

Και ο νους, τίνος κατασκεύασμα είναι;

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012




Ανήλικο νερό


Αν ήξερες μονάχα
Τι γεύση έχει το ανήλικο νερό
Του πρώτου ποταμού της Δημιουργίας
Που ακόμη σήμερα
Μετά από αναρίθμητους αιώνες
Ανήλικο είναι
Θα έσπευδες μέσα του να πέσεις
Και να πιεις
Να ξαναγεννηθείς…

Αν ήξερες ακόμη
Τι χρώματα έχει κείνο τα φεγγάρι
Που σε είχε ραντίσει κάποτε με ασήμι
Και η ομορφιά σου με είχε παραλύσει
Θα έμενες πάντα κάτω από το σεληνόφως

Αν ήξερες αλήθεια
Πόση αγάπη έχω φυλαγμένη από αιώνες
Για μια στιγμή δική σου
Πως θα ναι όταν για πρώτη μου φορά
Σ’αγγίξω
Για πρώτη μου φορά
Όταν θα σε λατρέψω…
Θα σουν τώρα αγάπη μου εδώ
Μαζί μου
Και αχώριστοι θα μέναμε
Ως το τέλος των Ημερών…

Ιουλ 09

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

αναδημοσιεύω από http://hegel-platon.blogspot.gr



Δ.Σολωμός: Η ποίηση-γλώσσα ως το ανάφωνο του Είναι (μας)



Διονύσιος  Σολωμός
1798–1857

Η μυστική ουσία της ποίησης:
το φωτεινό μονοπάτι της γλώσσας


§1

Συνήθως  το ποιητικό έργο του Σολωμού αντικρίζεται ως έργο εθνικής εμβέλειας και θαυμάζεται ως τέτοιο. Ο θαυμασμός αυτός ωστόσο πολλάκις εξαντλείται απλώς σε επίθετα ή επιφωνήματα θαυμασμού, που δεν μας λένε και πολλά πράγματα για την πυρηνική αλήθεια αυτής της ποίησης. Εδώ δηλαδή συμβαίνει ό,τι ακριβώς τονίζει ο Wittgenstein για τις αισθητικές κρίσεις στο χώρο της τέχνης: όταν οι εν λόγω κρίσεις, σε μια αισθητική συνομιλία, μένουν απλώς σε επιφωνήματα επιδοκιμασίας ενός έργου τέχνης, –όπως, ω, τι υπέροχο, θαυμάσιο, ωραίο και τα τοιαύτα– απέχουν πόρρω από τη στοιχειώδη αποκρυπτογράφηση μιας ενδότερης επικοινωνίας με το ίδιο το έργο. Επομένως δεν έχουν νόημα για την πραγματική ζωή. Παρόμοια και η Σολωμική ποίηση έχει νόημα για την πραγματική ζωή στο βαθμό που ανταποκρίνεται πολλαπλώς σ’ αυτή. Το ερώτημα λοιπόν τίθεται ως εξής: γιατί αξίζει να μελετάται η εν λόγω ποίησηΑξίζει να μελετάται, γιατί ενσαρκώνει την πνευματική-ποιητικο-τραγική περιπέτεια της νεοελληνικής υποκειμενικότητας, ως εκείνης της αυτοσυνείδητης ατομικότητας ενός λαού, ενός έθνους, που βιώνει την ανεστιότητα ως απώλεια της οντολογικής του καταγωγής και εναγωνίως αναζητεί μέσα στην ποίηση και μέσω αυτής, ως ποιητικής γλώσσας πλέον, έναν επαναπατρισμό στην αρχέγονη πατρίδα του Είναι (μας), στην πατρίδα εκείνη δηλαδή που αγγέλλει τον ανοικτό χώρο, το ξέφωτο, του οντολογικού μας προορισμού, του πεπρωμένου μας. Μέσα σε τούτο το άγγελμα εντάσσεται  και το υπάρχειν ως έθνος· γι’ αυτό ο ποιητής αποφαίνεται στοχαστικά: εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό.

§2

   Πώς γίνεται αισθητή ως δημιουργικό Είναι του Σολωμού η προαναφερθείσα πνευματική-ποιητικο-τραγική πορεία; Γίνεται αισθητή ως ακατάπαυστη κίνηση της ποιητικής ύλης από τον ιστορικό, τον έγχρονο τόπο, στον μυστικό, όπου ενδημεί η «Μητέρα η μεγαλόψυχη στον πόνο και τη δόξα» και όπου στον ίδιο ρυθμό τα παιδιά της ζουν πάντοτε μέσα στο μυστήριο και εδώ μέσα πάλι  με λογισμό και μ’ όνειρο. Η κίνηση αυτή της ποιητικής ύλης δεν είναι ουδέτερη από την εξέλιξη του ίδιου του ποιητή ή κάτι ξένο προς αυτή παρά αυτή τούτη η ποιητική του ανέλιξη. Συνοπτικά η εν λόγω ποιητική ανέλιξη χαρακτηρίζεται, ας πούμε, από τις ακόλουθες ποιητικο-στοχαστικές φάσεις του όλου ποιητικού του γίγνεσθαι: την πρώτη φάση, με ποιήματα όπως εκείνα του Ύμνου στην Ελευθερία και της Ωδής στον Λόρδο Βύρωνα. Εδώ δεσπόζει η κοινή ποιητική αντίληψη, όπου ο Σολωμός προσβλέπει στην ιδεοποίηση του υπάρχοντος, εμπλουτισμένη από τα πιο αγνά αισθήματα και ιδέες, αλλά και από λεπτή εικονοπλασία. Εντός των ορίων της ιστορίας επιχειρεί εδώ ο στοχαστικός ποιητής να διασώσει τη μοίρα (ως προορισμότων Ελλήνων, να την κάνει ποίηση με το νόημα: να της δώσει λόγο και γλώσσα και έτσι να την ανορθώσει  σε ποιητή-δημιουργό του Είναι των Ελλήνων. Κατά τη δεύτερη φάση, με κύριες ποιητικές συνθέσεις τον «Λάμπρο» και τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» εκτυλίσσεται μια ρομαντική –δηλαδή κάτω από την επίδραση του ευρωπαϊκού ρομαντισμού– ανάταξη του όλου υλικού προς πιο υπερβατικούς ορίζοντες. Οι ποιητικές του παρορμήσεις και ενορμήσεις μορφοποιούνται σε ένα αισθητικά απαιτητικό λέγειν που μέσα στο ίδιο το ενδοκοσμικό ζην αναζητεί το μυστικό στοιχείο που θεμελιώνει τούτο το ζην.


§3

Η επόμενη φάση, η πιο φιλοσοφική, χαρακτηρίζεται από τη μετάβαση [=ανάβαση] της ποιητικής συνείδησης στο επίπεδο της πνευματικης-στοχαστικής αυτοσυνείδησης, η οποία σείεται, δονείται οντολογικά, από την καταβύθισή της στην μυστική ουσία της ποίησης. Η καταβύθιση τούτη συντελείται μέσα στα ποιητικά σπλάχνα του Σολωμού ως σύγκρουση του αποκαλυπτόμενου εσωτερικά ξέφωτου με την καθημερινή διονυσιακή σκοτεινότητα· ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τη δισυπόστατη βίωση του ποιητή κατά την ύστερη φάση: την ίδια στιγμή που ο ποιητικός του νους προσέγγιζε την κρυφή πηγή του δημιουργικού ποιείν, η αισθητή του ύπαρξη αιχμαλωτιζόταν μέσα στον αλκοολισμό.  Ανάμεσα στα κατ’ εξοχήν ποιητικά δημιουργήματα αυτής της περιόδου-φάσης είναι το Γ΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, ο Κρητικός  και ο Πόρφυρας. Εδώ η μυστική ουσία απηχεί τη νέα αίσθηση της ανοικτότητας, που συναρπάζει  κυριολεκτικά τον ποιητή. Η ανοικτότητα τούτη είναι το ατεμάχιστοαδιαίρετο όλο, την αρμονία του οποίου επιχειρεί να γνωρίσει εγγύτερα μέσα (και) από τις εγελιανές του εμβαθύνσεις. Η ποιητική γλώσσα τώρα φέρνει στο φως το ποιητικό Είναι του ανθρώπου· είναι αυτό τούτο το φως του τελευταίου  ως ένα ομιλείν, που κρατά «ανοικτά πάντα κι’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου/μας». Λέξεις των πρότερων ποιητικών φάσεων, αλλά και νέες συναρθρώνουν μια μοναδική νοηματικά και αισθητικά πύκνωση της ποιητικής ουσίας· μια τέτοια πύκνωση που κατονομάζει την υπέρβαση του ιστορικού χρόνου για χάρη της αιωνιότητας. Ο ανοικτός λοιπόν τόπος της ποιητικής γλώσσας συλλαμβάνει κατανοητικά το ανθρώπινο Είναι να δοκιμάζεται στις έσχατες υπαρκτικές του αντοχές [=π.χ. οι γυναίκες των πολεμιστών, οι ίδιοι ετούτοι, ενώπιον του πολλαπλού θανάτου] και μέσα από το θάνατό του να πατά, να κατανικά τον θάνατο. Και ο ίδιος αυτός τόπος συνεχίζει να υπόσχεται ένα ελεύθερο υπάρχειν έξω από το αγοραίο του σκοτείνιασμα. Η μελωδία εν τέλει της γλώσσας αντηχεί: το κοσμικό φως δεν είναι φυσικό, αλλά μετα-φυσικό, δηλαδή υλικό συν πνευματικό.