Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012







Δυο μέρη αληθινή

Είναι το φρόνημα της αφοσίωσης
Μια πύρινη κραυγή στο πουθενά;
Όχι
Αν δεν λάτρεψες ποτέ τίποτε
Παρά ίσως, αδέξια κι αυτόν
Τον εαυτό σου μόνον

Σε κάθε τι που έδωσες
Σε κάθε τι που δίνεις
Το φθαρτό ακυρώνεται
Αλλά το μάταιο μένει
Ίμερος είπες;
Έρωτας;
Ή ρόγχος ήττας στα νερά του Σκάμανδρου;

Σαν Οδυσσέας
Εννέα χρόνια ηττημένος
Και ένα νικητής

Το πρόβλημα δεν ήταν η ανοιχτή αγκαλιά
Που μάταια περιμένεις
Ήταν εκείνο το βλέμμα
Του χειμώνα
Που ίδρυσε μέσα σου
Ένα σύμπαν από παγωμένους νάρκισσους…
               
Διοτίμα είπες;
                Πύλες θερμές;  
                Ή μήπως ανάσανες από το Μαραθώνα;

Το πρόβλημα δεν ήταν η φροντισμένη αδεξιότητα
Στο τελευταίο σου χάδι
Ήταν μονάχα η απελπισία
Σ’εκείνο το φτιαχτό χαμόγελο
Που με αποχαιρετούσε…

Σαν Άγιος Αυγουστίνος
Δυο μέρη ειδωλολάτρης
Και ένα χριστιανός

Είναι το φρόνημα της πίστης
Ένα άδειο βλέμμα στο Απόλυτο;
Όχι, αν δεν λάτρεψες
Σ’όλη σου τη ζωή
Τίποτε άλλο
Απ’το πεπερασμένο

Σαν Περσεφόνη μυθική
Και Κόρη ανώλεθρη
Δυο μέρη αληθινή
Και ένα ψεύτικη…

                Ιησούς είπες;
                Αγάπη;
                Ή μήπως έχω το βλέμμα σου
                Να με δικάζει
Αιώνια σταυρωμένο;


Πόρος 19/5/2009

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012




Χ.Λ. Μπόρχες
Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στην Έμα Ρίσσο Πλατέρο

T
ο μπουντρούμι είναι βαθύ και πέτρινο· το σχήμα του, ενός σχεδόν τέλειου ημισφαίριου, αν και το πάτωμα (που είναι επίσης πέτρινο) είναι λίγο μικρότερο από έναν μεγάλο κύκλο, γεγονός που εντείνει κάπως τα αισθήματα της καταπίεσης και της απεραντοσύνης. Ένας μεσότοιχος το χωρίζει στα δύο· ο τοίχος αυτός, παρόλο που είναι πανύψηλος, δεν φτάνει ως την κορυφή του θόλου· από τη μια μεριά είμαι εγώ, ο Τζινακάν, μάγος της πυραμίδας του Καολόμ, που πυρπολήθηκε απ' τον Πέδρο δε Αλβαράδο· από την άλλη, είναι ένας ιαγουάρος, που με τον μυστικό και ισοσκελή βηματισμό του μετράει τον χρόνο και τον χώρο της αιχμαλωσίας του. Ένα μεγάλο παράθυρο με. κάγκελα, σύρριζα στο πάτωμα, κόβει τον κεντρικό τοίχο. Την ώρα που δεν έχει σκιά [ = το μεσημέρι], ανοίγει στο ταβάνι μια καταπακτή, κι ένας δεσμοφύλακας, που τον έχουν ξεθωριάσει πια ταχρόνια, πιάνει να γυρίζει μια σιδερένια τροχαλία και μας κατεβάζει, στην άκρη ενός σκοινιού, κανάτες με νερό και κομμάτια κρέας. Τότε, στο μπουντρούμι μπαίνει φως· εκείνη τη στιγμή, μπορώ να δω τον ιαγουάρο. Δεν ξέρω πια πόσα χρόνια κείτομαι εδώ κάτω στα σκοτάδια· εγώ, που κάποτε, ήμουν νέος και μπορούσα να πηγαινοέρχομαι σ' αυτή τη φυλακή, τώρα δεν έχω τίποτα να κάνω παρά να περιμένω παίρνοντας τη στάση του θανάτου μου, το τέλος που μου προορίζουν οι θεοί. Κάποτε, με το βαθύ οψιδιανό μαχαίρι μου άνοιγα τα στήθια των θυμάτων μου και τώρα μου είναι αδύνατον χωρίς τα μάγια να σηκωθώ απ' το χώμα.
Την προηγουμένη της πυρπόλησης της Πυραμίδας, οι άνθρωποι που ξεπέζεψαν απ' τα θεόρατα άλογα με βασάνισαν με πυρακτωμένα σίδερα για να τους αποκαλύψω την κρυψώνα του θησαυρού. Γκρέμισαν, μπροστά στα μάτια μου, το είδωλο του θεού, εκείνος όμως δεν μ' εγκατέλειψε στα βασανιστήρια και με κράτησε σιωπηλό. Με μαστίγωσαν, μου έσπασαν τα κόκαλα, με παραμόρφωσαν, κι ύστερα ξύπνησα σ' αυτή τη φυλακή, απ' όπου δεν θα ξαναβγώ ποτέ στη διάρκεια της θνητής ζωής μου.
Ωθούμενος απ' την ανάγκη να κάνω κάτι, να γεμίσω τελοσπάντων τον χρόνο μου, θέλησα να θυμηθώ, μες στο σκοτάδι μου, όλα όσα γνώριζα. Νύχτες ολόκληρες σπατάλησα για να θυμηθώ τη σειρά και τον αριθμό ορισμένων ερπετών σκαλισμένων σε πέτρα ή το σχήμα ενός φαρμακευτικού δέντρου. Έτσι υπέταξα τα χρόνια, έτσι ανέκτησα ό,τι μου ανήκε. Μια νύχτα ένιωσα ότι προσέγγιζα μια πολύτιμη ανάμνηση· πριν ακόμη δει τη θάλασσα, ο ταξιδιώτης νιώθει μια αναταραχή στο αίμα του. Λίγες ώρες αργότερα, άρχισα να διακρίνω καθαρότερα αυτή την ανάμνηση· ήταν μία από τις παραδόσεις του θεού. Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε την μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ' την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα την διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ' έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί και να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα· μπορεί και να 'χα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω. Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε σ' ένα είδος ιλίγγου. Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα και αιώνια· οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να 'ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται συνήθως κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή, κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ' άστρα είναι άτομα — και τ' άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο.
Σκέφτηκα ταγένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να 'ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. Σ’ αυτή την αγωνία βρισκόμουν, όταν θυμήθηκα ότι ο ιαγουάρος ήταν μία από τις ιδιότητες του θεού.
Και τότε η ψυχή μου γέμισε ευσπλαχνία. Φαντάστηκα το πρώτο πρωινό του χρόνου, φαντάστηκα τον θεό μου να εμπιστεύεται το μήνυμα στο ολοζώντανο δέρμα των ιαγουάρων, που θα ζευγάρωναν και θα γεννοβολούσαν αδιάκοπα, σε σπήλαια, σε φυτείες ζαχαροκάλαμου, σε νησιά, μέχρι να δεχθούν το μήνυμα οι τελευταίοι άνθρωποι. Φαντάστηκα αυτό το δίκτυο των τίγρεων, αυτόν τον έμπυρο λαβύρινθο των τίγρεων, που σκορπούσε τον τρόμο στις βοσκές και στα κοπάδια, μόνο και μόνο για να φυλάξει ένα σχέδιο. Στο διπλανό κελί υπήρχε ένας ιαγουάρος· εξέλαβα αυτή τη γειτνίαση ως επιβεβαίωση της εικασίας μου και ως μυστική χάρη.
Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να μάθω τη σειρά και τη διάταξη των κηλίδων. Κάθε τυφλή μέρα που περνούσε, μου παραχωρούσε μιαστιγμή φως, κι έτσι μπόρεσα να εντυπώσω στη μνήμη μου τα μαύρα σχήματα πάνω στο κίτρινο τρίχωμα. Άλλα ήταν στίγματα· άλλα σχημάτιζαν εγκάρσιες ραβδώσεις στο μέσα μέρος των πελμάτων· άλλα, δακτυλιωτά, επαναλαμβάνονταν. Μπορεί και να ήταν ένας μόνον ήχος ή μια μόνη λέξη. Πολλά είχαν κόκκινο περίγραμμα. Δεν θα πω πόσο κοπιαστικό ήταν το έργο μου. Πολλές φορές ούρλιαξα μέσα στο μπουντρούμι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει κανείς. Σιγά σιγά, το συγκεκριμένο αίνιγμα που με βασάνιζε άρχισε να με ανησυχεί λιγότερο από το γενικό: Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν· όταν λες «ο τίγρης», λες τις τίγρεις που τον γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη.
Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει μ' έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο· όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη και, μ' αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμπαν, δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα.
Μια μέρα ή μια νύχτα —ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;— ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος· ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα· ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω απ' αυτό το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ' έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ' ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ' άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ' αλήθεια. Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα. Με ξύπνησε μια λάμψη. Στην κορυφή του σκοταδιού, διαγραφόταν ένας φωτεινός κύκλος. Είδα το πρόσωπο του δεσμοφύλακα, τα χέρια του, την τροχαλία, το σκοινί, το κρέας και τις κανάτες.
Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του· κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ' όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ' τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα. Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της· υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ' ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το 'να μέσα στ' άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν· εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ' εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ' αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω
όλα, μέχρι τέλους. Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ' τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ' το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ' τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη. Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες)· θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, για να γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοκτεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.
Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι' αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι' αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι.__

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

από την πτώση της Ρώμης και ύστερα ο άνθρωπος πορεύεται πλέον το δρόμο της ιστορίας ανάποδα. Τραβάει κατά τη Δύση και βλέπει την Ανατολή...





...Η Στοά εστάθηκε ο προπομπός και ο καταλύτης στη διδασκαλία του χριστιανισμού. Αυτή υπήρξε παιδαγωγός εις Χριστόν. Ο ρόλος που έπαιξε στην επικράτηση του χριστιανισμού από την άποψη της ύλης και της ουσίας είναι της ίδιας βαρύτητας με το ρόλο που έπαιξε η ελληνική γλώσσα στη διάδοση του χριστιανισμού από την άποψη του τύπο και της μορφής.
Η Στοά ετοίμασε το έδαφος. Ξεχέρσωσε το άγριο. Καψάλισε τα καθαρίδια. Όργωσε και διβώλισε τη γη της αυτοκρατορίας, και η τελευταία δέχθηκε το σπόρο του έργου των αποστόλων.
Δεν είναι της τύχης που οι επτά εκκλησίες της Αποκάλυψης βρίσκονται όλες στη Μικρασία. Ούτε είναι της τύχης που οκτώ εκκλησίες του Παύλου γεωγραφικά φθάνουν μόλις μέχρι τη Ρώμη. Στις δυτικές και βόρειες επαρχίες του κράτους δεν είχε διαδοθεί ο στωικισμός...

...Η ύστερη Στοά συνεργάστηκε με το χριστιανισμό στην καταστροφή της Ρώμης. Η συνεργασία εντοπίζεται στο γεγονός ότι η απάθεια και η αδιαφορία που έδειξαν οι στωικοί για ό,τι δεν προάγει τον άνθρωπο ηθικά, κάποτε έγινε πολιτική νωχέλεια. Και η πολιτική νωχέλεια αναγκαία έγινε οικονομική ολιγωρία. Και η οικονομική ολιγωρία ήταν το σπαθί που σήκωσαν οι χριστιανοί και κόψανε το κεφάλι της Ρώμης.
Για να καλλιεργήσει την πολιτική απάθεια ο χριστιανισμός, στηρίχθηκε χωρίς να το γνωρίζει σε δυο μοχλούς. Ο ένας ήταν το Ressentiment που δηλώνει την κατάσταση. Ο άλλος ήταν το αναποδογύρισμα όλων των καθιερωμένων αξιών του κλασικού κόσμου που δηλώνει την επανάσταση. Ο Νίτσε που μας έδωκε αυτό το σχήμα είναι ένας Κολόμβος στην ερμηνεία της ιστορίας και στην κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής, που δεν καταδέχεται τις περγαμηνές.
Αξίζει και ωφελεί να κοιτάξει κανείς πως δόθηκε η μεγαλύτερη μάχη και πως συντελέστηκε η μεγαλύτερη τερατουργία της ιστορίας...

...Πιστεύω πως είναι σωστό να ξαναπεί κανείς μαζί με το Νίτσε πως τη Ρώμη την εγκρέμισαν τέσσερις εβραίοι. Εκείνοι οι τέσσερις που στο όνομά τους περνούν μέχρι σήμερα και κυρώνονται όλες οι ηθικές αξίες του ανθρώπου στα πλάτη και στα μήκη του μισού τουλάχιστο πλανήτη μας.
Τούτοι οι τέσσερις, που μας πάνε στον ώμο, είναι ένας έμορφος νέος ονειροπόλος και ποιητικός. Ένας αλιέας αγαθός τραχύς και ψαρογένης που έχτισε την πέτρα του στη Ρώμη. Κι ένας ψαθολόγος με γνώσεις πάνω στη ψυχολογία των μαζών με βλέμμα διαπεραστικό με οργανωτική ικανότητα και μια πραότητα πολύ απειλητική. Και είναι τέταρτη η Μαρία, η αναλφάβητη χωρική που όσο έζησε έμεινε κόρη...

...Η μέθοδος που δουλέψανε ήταν ένα στρατήγημα που ο Νίτσε το ονόμασε πνευματική εκδίκηση:
die geistige Rache...

...-Συλλογιστήκατε ποτέ, έγραψε κάποτε ο Σεφέρης, ότι ο θάνατος είναι ο μεγάλος δίκαιος και ο μεγάλος ευεργέτης του ανθρώπου; Τι θα γινόταν ο κόσμος, αν τόσοι και τόσοι αδίστακτοι τυχοδιώκτες ορκοπάτες αιμοβόροι και λυκάνθρωποι μέναν αθάνατοι; Ο θάνατος είναι ο αγαθοδαίμονας Ηρακλής που καθαρίζει τακτικά την κόπρο του Αυγεία. Είναι το λυτήριο των κακών και η πρόνοια του κόσμου.
Σε μια ανάλογη προοπτική οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το στρατήγημα των χριστιανών που θανάτωσε τη Ρώμη έδωκε μια ώθηση στην ιστορία και μια διέξοδο στην απόγνωση της ακινησίας και του στερεοποιημένου χώρου...

...Η προοδοποίηση των στωικών ετοίμασε το μηχανισμό των ψυχικών κυττάρων στους χριστιανούς. Οι τελευταίοι λειτούργησαν επάνω σε δυο κατηγορίες που διατάχτηκαν στο σχήμα μιας θανάσιμης αντιπαράθεσης.
Οι δυο αντιμέτωπες κατηγορίες, ανθρωπολογικού στο βάθος αλλά κοινωνικού στην επιφάνεια χαρακτήρα, είναι οι αδύνατοι και οι υστερημένοι από το ένα μέρος, και από το άλλο οι δυνατοί και οι κύριοι.
Οι αδύνατοι είναι οι πένητες οι άποροι οι ρακοντυμένοι οι κακομοίρηδες. Δουλεύουν πριν από τον ήλιο σβήνοντας τον Αυγερινό ως μετά τον ήλιο ανάβοντας τον Αποσπερίτη.
Αγράμματοι και κακόσχημοι, και ανάπηροι και λεπροί και σημαδεμένοι, γεννήθηκαν με τα μαλλιά άσπρα, όπως οι μυθικές Γραίες της θάλασσας. Και τα πρόσωπα των παιδιών τους, προτού ροδαμίσει την παρειά τους το χνούδι, λαβαίνουν την όψη του τζίτζικα.
Ολοζωής άμισθοι μισθωτοί ποτέ τους την άνοιξη δεν εμύρισαν άνοιξη. Ούτε τη νύχτα χορτάσαν τον ύπνο. Πενθοφόροι και μελανείμονες και στραβόκορμοι και σκεβροί αλληλοφωνάζονται άκληροι και κακορίζικοι. Και είναι ισόβια οι ορφανοί από γέλιο.
Οι εποχές φεύγουν και έρχονται και η κούραση βρίσκει τους αδύνατους εκεί που τους αφήνει η κούραση. Τους κωπηλάτες με το ρυθμό της γαλέρας στ'αυτιά. Τους αγωγιάτες φορτωμένους το φόβο του ληστή και την ερημία των δρόμων. Τους οργωτήδες να αυλακώνουν με το ζευγάρι της γης και να τους αυλακώνει ο κνούτος τη ράχη.
Οι αδύνατοι καταριθμούν τις μεγάλες πλειοψηφίες των κοινωνιών. Και δουλεύουν στο σκοτωμό και στον πόλεμο για τα στρέμματα και το καζάντι των αφεντάδων.
Αγνάντια στους αδύνατους που φυτοζωούν στο αντιπρανές, στο πρανές της ζωής θρασομανούν οι δυνατοί. Ο κόσμος τους μετράει λίγους, αλλά τους λογαριάζει πολλούς. Ο καθένας βαραίνει για χιλιάδες.
Οι δυνατοί είναι οι καρχαρίες στη θάλασσα της ύλης, οι κροκόδειλοι στο Νείλο του πλούτου και της πλημμύρας, οι γύπες στους νεκρόλακκους της ασιτίας και του θανάτου.
Με τη συναίνεση της επιστήμης και των τεχνών μαθαίνουν να εξευγενίζουν την ανομία του πλούτου. Γίνονται εύμουσοι και αισθητές, καλλίχοροι και σεμνοπρόσωποι.
Στις γιορτές της αυτοκρατορίας φορούν την αλουργίδα και λάμπουν στη ματιά του όχλου όπως το διαμάντι στο δάχτυλο βασιλικής εταίρας...

...Οι δυνατοί είναι των αποφάσεων οι μεγιστάνες και των διαταγών. Μεγαλέμποροι της ελιάς και του οίνου διακομίζουν τα αγαθά της αυτοκρατορίας. Κάποτε η κοιλιά τους συναγωνίζεται τα βαρέλια τους. Αυτοί είναι οι κληρονόμοι της βασιλείας της γης. Οι γαιοκτήμονες και οι τσιφλικάδες κινούν από τη Ρώμη και φτάνουν στον Τάραντα για να πάρουν το πλοίο τους για την Ανατολή, χωρίς να πατήσουν σε ξένη ιδιοκτησία. Τα χτήματά τους συνεχίζονται ακομμάτιαστα σε χιλιάδες λεύγες.
Οι δυνατοί είναι οι μεγάλες μειοψηφίες που δίνουν πάντα την κίνηση και γυρίζει ο τροχός της ιστορίας. Καθώς όμως το επίπεδο των κλασικών αξιών αναποδογυρίστηκε από τους χριστιανούς, οι δυνατοί στη γλώσσα τους θα γίνουν
κύνες τε και φαρμακοί και πόρνοι και φονείς και ειδωλολάτραι

Τα γνωρίσματα των δυνατών είναι λίγα, αλλά έχουν τρομαχτική δύναμη πυρός. Το ένα είναι ο ψηλός δείχτης νοημοσύνης. Εύνοια ευφυίας και ταλέντο νόησης.
Το άλλο είναι η επίλεκτη διάπλαση των σωμάτων. Το ρωμαλέο βλέμμα, το πελεκητό παράστημα, η βούληση που καταβάλλει πάντα, η κίνηση κύμα. Όπου περνούν οι δυνατοί ο θεός Πάνας βοά και ο Φόβος σπέρνει την ερημία.
Και το άλλο είναι ένα σπάταλο βλέμμα ζωής. Η περιφρόνηση μπροστά στο μικρόψυχο βόλεμα, το κάλεσμα του κινδύνου, η συναρπαγή από τη μαγγανεία του αγνώστου, η λεβεντιά αγνάντια στο θάνατο και στη μοίρα είναι οι ψηφίδες που με την τάξη τους δίνουν την εικόνα των δυνατών.
Τα γνωρίσματα αυτά διέπλασαν τα αντίστοιχα ιδεώδη ζωής. Την επιστήμη και τον πλούτο, την υγεία και την άθληση, την εμορφιά, τον έρωτα των σωμάτων, την εκλεκτή συγκίνηση, και τις καλές τέχνες, τη δύναμη, τη φυσική επιλογή, την πολιτική οργάνωση, και την κυριαρχία.
Τα ιδεώδη των δυνατών με τη μορφή των εφαρμοσμένων αξιών εδημιούργησαν τη Ρώμη και το μεγαλείο της.
Οι στωικοί τις αξίες αυτές, μαζί με τα αντίθετα συμπληρώματά τους, τις είχαν καταριθμήσει στα περίφημα "αδιάφορα". Τα αδιάφορα για τους πολλούς και την τρέχουσα γνώμη δεν ήσαν ούτε τα έγκριτα ούτε τα κατακριτά. Είναι γνωστά τα ζεύγη των εννοιών που οι στωικοί τα είπανε αδιάφορα: η ζωή και ο θάνατος, η υγεία και η νόσος, ο πλούτος και η πενία, η ηδονή και ο πόνος, η εμορφιά και η ασχήμια.
Οι ρωμαίοι ύψωσαν σε αξίες το θετικό μέρος αυτών των ζευγαριών. Τη ζωή δηλαδή την υγεία το πλούτο τη δύναμη και την ηδονή την εμορφιά.
Οι χριστιανοί καθώς ήρθαν σε σύγκρουση με τη Ρώμη πέρασαν αναπόφευγα από τα Καλλίδρομα και τις Κερκόπορτες. Ο αγώνας κατά μέτωπο δεν ήταν νοητός. Γιατί δεν φτάνει το σπιρτόξυλο να σπάσει το κοντάρι.
Αρπάχτηκαν λοιπόν από την αντιστικτική διάταξη των στωικών και αναποδογύρισαν το ιδεοσύστημα. Είπανε τις αξίες της Ρώμης απαξίες και τις απαξίες τις έχρισαν αξίες.
Αυτή είναι η περίφημη "μεταξίωση όλων των αξιών" του Νίτσε. Η μεταμόρφωση του πνεύματος στο όρος του Σκότους, και ο Δούρειος ίππος της ιστορίας.
Οι χριστιανοί στη ζωή και στα δώρα της αντίταξαν το θάνατο και τη θυσία. Στον κόσμο των αισθήσεων και των χειροπιαστών πραγμάτων αντιπτρότειναν το χάος της φαντασίας και τους υποθετικούς λόγους.
Στην υγεία επρόβαλλαν την αδυναμία και την αρρώστεια. Στα δρώμενα των Ευαγγελίων πρωταγωνιστές είναι οι χωλοί και οι τυφλοί, οι σεληνιακοί και οι παράλυτοι, οι μουγγοί οι λεπροί, οι δαιμονόβλαβοι και οι πεθαμένοι.
            Τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται,
λέει ο Λουκάς.
Στον πλούτο αντίταξαν τη φτώχεια. Την αδερφή και τη νύμφη του αγίου Φραγκίσκου. Η καμήλα της ερήμου δεν περνάει την τρύπα της βελόνας, είπανε.
Στην τιμή και τη δόξα απάντησαν με την ασημότητα και την ταπεινοφροσύνη. Οι έσχατοι θα γίνουνε πρώτοι, είπανε. Και οι λιβρέες των υπηρετών πορφύρες και στέμματα. Χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
Στην περηφάνεια και στο φιλότιμο προβάλλανε τον εξευτελισμό και το ντρόπιασμα. Μακάριοι εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς, είπανε.
Στη χάρη του στόματος και στη νοστίμια της τροφής, απάντησαν με τη νήστεια και τις σαρακοστές.
Στη μέριμνα και στην πρόνοια του φρόνιμου, στην ευθύνη της πολιτείας για το αύριο που απαιτεί, στη σοφή δηλαδή προμήθεια του Προμηθέα, αποκρίθηκαν με τις φωνές των πουλιών και τα σινιάλα των δέντρων. Για ιδέστε τα πετεινά του ουρανού, είπανε. Ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν. Και νύχτα μέρα κελαηδούν.         
Στην εμορφιά των αισθημάτων και στην ηδονή της ζωής απάντησαν με την τύψη της σάρκας, και τη σπίλωση της σωματικής έκφρασης. Κατασυκοφάντησαν το άνθος της νεότητας. Εγέννησαν από την παρθενία και την αγνότητα από την νεύρωση. Και τα τρυφερά αισθήματα των σωμάτων τα πέταξαν βορά στα συμπόσια των διαβόλων και στον ανεμορούφουλα του δεύτερου κύκλου της Κόλασης.
Στη δύναμη αποκρίθηκαν με την παραίτηση. Το "ευχαριστώ" των αδύνατων το κάμανε θήκη στο σπαθί του ραπίσματος των δυνατών. Ωσάν σε κολαφίσουν στο μάγουλο, είπανε, να τους φιλήσεις το χέρι. Μακάριοι οι πραείς.
Στη χαρά και στη λάμψη του κόσμου, στο μεθύσι της άνοιξης και την ηρωική λευκότη του χιονιού απάντησαν με την κατήφεια και τα μαύρα της χηρείας. Μακάριοι οι πενθούντες, είπανε.
Στην αρετή και την καταλύτρα δύναμη της γνώσης απάντησαν με την αμάθεια και τα σκοτάδια. Εκήρυξαν γενική απεργία του νου διά παντός. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, είπανε. Και φέρανε το Μεσαίωνα που για πολλούς ξαναγύρισε τον κόσμο στο σπηλαιάνθρωπο της Τανζανίας και της Ιάβας. Και το χειρότερο ήρθε η Ιερά Εξέταση και στήθηκε φράγμα πυρός και ύψωμα σκότους απέναντι στην ανθρωπιά και το φως των Τζορντάνο Μπρούνο και των Γαλιλαίων.
Τέλος την πείνα και τη δίψα τη βαφτίσανε λαχτάρα μιας δικαιοσύνης άφαντης, και χορτασμό των πεινασμένων με ομίχλη και όνειρο. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, είπανε...
      
...Ο ακήρυχτος πόλεμος των χριστιανών ενάντια στη Ρώμη, που κράτησε περισσότερο από δέκα γενεές, ποτέ δεν συνειδητοποιήθηκε ολοτελώς ούτε από τους χριστιανούς ούτε από τους ρωμαίους.
Το τυπικό του πολέμου το δίνουν οι διωγμοί που άρχισαν με τον Νέρωνα το 65μ, πέρασαν από τις οργίλες εποχές του Δομιτιανού του Τραϊανού του Μάρκου Αυρήλιου και του Δέκιου και πάψανε με το Διοκλητιανό και το Γαλέριο τελειώνοντας ο 3ος αιώνας.
Ένας σύγχρονος ιστορικός ισχυρίζεται ότι οι χριστιανικές κοινότητες ήρθαν σε σύγκρουση με την πολιτική εξουσία, αλλά τα αίτια της σύγκρουσης αυτής δεν είναι καθαρά.
Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε αυτή την ασάφεια, όταν αναλογιστούμε πόσο υποχθόνια ήταν τα αίτια και τα όπλα του πολέμου, εφόσον η σύρραξη σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε στα πεδία των αξιών. Σε μια περιοχή δηλαδή που βρίσκεται πολύ πιο πέρα από τα σύγχρονα ραδιολογικά και χημικά όπλα. Εκεί σκότωνε το βλέμμα και η έκφραση και όχι οι τοξικές ουσίες.
Μόνον ο Τάκιτος προσδιόρισε με κάποια προσέγγιση το είδος και το αίτιο και το τεκτονικό βάθος του σφοδρού σεισμού. Η γνώμη του ότι η στάση των χριστιανών φανέρωνε μίσος απέναντι στο ανθρώπινο γένος:
odium generi humani,
προδίνει ότι το ιχνηλατικό του αισθητήριο οσμίστηκε πως ο πόλεμος εξεκίνησε αλλά και διεξαγόταν στα έγκατα της ανθρώπινης φύσης. Ο πόλεμος δεν ήταν μια πάλη στο φως της συνείδησης, αλλά μέχρι θανάτου αντιπαράθεση από τα ψυχόρμητα και τα αφεγγή πάθη που δεν ανεβαίνουν ποτέ στη φωτεινή σφαίρα της συνείδησης...

...Εάν έχουμε χρεία από μια καθαρότερη εικόνα της αναμέτρησης, πρέπει να εντοπίσουμε τη δράση των χριστιανών στην περιοχή που ξεκινά από την πολιτική αμεθεξία και κινείται προς την οικονομική άρνηση.
Εκείνους τους αιώνες, γράφει ο Ρενάν, οι χριστιανοί είχαν την κρυφή επιθυμία όλα για την αυτοκρατορία να πάνε στο χειρότερο. Σε κάποια στιγμή ήταν φυσικό, σύμφωνα με την καινή διαθήκη των αξιών τους, να αρνηθούν να δουλεύουν. Προτίμησαν να πεθάνουν από την στέρηση, αρκεί να καταφέρουν να πάψουν, να μην έχουν δηλαδή, να πληρώνουν φόρους στη Ρώμη.
Η περίφημη απεργία των μελών του ανθρωπίνου σώματος -χέρια, πόδια στόμα και δόντια- ενάντια στην τεμπελιά της κοιλιάς, που στα χρόνια του Κοριολανού και του Μενήνιου Αγρίππα δεν έφερε αποτέλεσμα στη σύγκρουση των πληβείων με τους πατρίκιους, τώρα απόδωσε καρπούς.
Με την επιλογή της οικονομικής πολιορκίας μπορεί να πέθαναν πολλοί χριστιανοί από την πείνα και τη βία. Πέτυχαν όμως να ιδούν να πεθαίνει και η Ρώμη. Και τούτος ήταν ο σκοπός...

...Έχουμε πληροφορίες ότι τον ακήρυχτο πόλεμο που πολέμησαν οι χριστιανοί ενάντια στη Ρώμη, τον επολέμησαν με σκληρότητα απαραδειγμάτιστη. Πίσω από την υπομονή και την ιλαρή τους όψη μπροστά στα μαρτύρια έκρυβαν με προσοχή ένα φανατισμό τόσο σκληρυμένο που ανέβαινε ως το πείσμα της πέτρας.
Η στάση τους απέναντι στους ρωμαίους, και πιο πλατιά στους εθνικούς, ήταν επίμονα ακατάδεχτη και συγκαλυμμένα προκλητική. Η προθυμία τους στα μαρτύρια και στο θάνατο έσπαζε το φράγμα της αντοχής του ανθρώπου.
Από την άποψη αυτή οι χριστιανοί ήσαν ακαταγώνιστοι πολεμιστές. Πολεμώντας με την ασπίδα της άμυνας ξεπερνούσαν λεύγες μπροστά τους στρατιώτες του Μάριου ως προς τη σκληρότητα, όταν με το σπαθί της επίθεσης έσφαζε κατά μυριάδες τους Κίμβρους, που με τα κόκαλά τους έφραζαν τα αμπέλια τους οι Μασσαλιώτες...

...Με το σύνθημα "ψηφίστε αυτοθυσία", οι χριστιανοί στρέψανε σιωπηλά όλους τους καταπιεσμένους ενάντια στον τύραννο. Και με το μηδέν νικήσανε το παν. Και η Ρώμη γκρεμίστηκε.
Και ήταν το σώριασμα της Ρώμης τόσο βροντερό, που έκαμε χίλιους χρόνους η Ιστορία να συνεφέρει από την τρομάρα που έλαβε. Ως την Αναγέννηση που έγινε η απόπειρα να ξανανεβούν στο φως οι αξίες του κλασικού κόσμου και η Ρώμη να ξαναπάρει το αίμα της. Δυστυχώς όμως ακολούθησαν πάλι Λούθηρος και Μεταρρύθμιση.
Σ'αυτή την κοσμοϊστορική πράξη οι χριστιανοί βρήκαν προδρόμους τους στωικούς. Σύσκηνους στην ξηρά, συμπλωτήρες στις θάλασσες, συνοδοιπόρους στους μεγάλους δρόμους των λεγεώνων, ομοτράπεζους στην πείνα, συνδαιτυμόνες στην πνευματική ομιλία, και συντρόφους στις σπηλιές και στα λημέρια -κατακόμβες τα λέγανε τότε- οι χριστιανοί βρήκανε τους έλληνες στωικούς του τέλους.
Έλειψε στη δική του εποχή ένας καινούργιος Οράτιος, για να ξαναπεί πως η νικημένη Ελλάδα δεν ενίκησε τη νικήτρα Ρώμη με τα γράμματα μόνο και με τις καλές τέχνες. Αλλά την ενίκησε πάλι με την κούραση και με τα στερνά της, καθώς η μελαγχολία και η παραίτηση των στωικών πέρασε στην ψυχή των εβραίων και έγινε όπλο πνευματικής εκδίκησης.
Ένα είναι το δυσάρεστο. Και δυσάρεστο τόσο, που άλλο δεν γίνεται. Πως από την πτώση της Ρώμης και ύστερα ο άνθρωπος πορεύεται πλέον το δρόμο της ιστορίας ανάποδα. Τραβάει κατά τη Δύση και βλέπει την Ανατολή.



Δ.Λιαντίνης, Πολυχρόνιο - Στοά και Ρώμη. 

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

There is no dark side of the moon really. Matter of fact it's all dark.




All that you touch
And all that you see
All that you taste
All you feel
And all that you love
And all that you hate
All you distrust
All you save
And all that you give
And all that you deal
And all that you buy
Beg, borrow or steal
And all you create
And all you destroy
And all that you do
And all that you say
And all that you eat
And everyone you meet
And all that you slight
And everyone you fight
And all that is now
And all that is gone
And all that's to come
And everything under the sun is in tune
But the sun is eclipsed by the moon

"There is no dark side of the moon really. Matter of fact it's all dark."


Pink Floyd
Eclipse

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012





"Μόλις θελήσετε να γίνετε φυσικοί, καταντάτε χυδαίοι. Για εσάς, η Φύση είναι ένας εχθρός. Εμάς, τους τερπνούς θεούς της Ελλάδας, μας μετατρέψατε σε δαίμονες κι εμένα, σε ένα πλάσμα διαβολικό. Μπορείτε να με αναθεματίσετε και να με καταραστείτε ή να θυσιαστείτε εσείς οι ίδιοι μπροστά στο βωμό μου σαν φρενιασμένες μαινάδες. Και αν ένας από σας ξεθαρρέψει και φθάσει στο σημείο να φιλήσει το κόκκινό μου στόμα θα χρειαστεί να περπατήσει ξυπόλητος με ρούχα μετανοιωμένου αμαρτωλού μέχρι τη Ρώμη και κει μάταια να περιμένει να ξαναβγάλει φύλλα το δέντρο της ζωής, ενώ στα πόδια μου ατέλειωτα θα ανθίζουν τα τριαντάφυλλα, οι βιολέτες και οι μυρτιές. Αλλά το άρωμά τους δεν είναι για εσάς. Παραμείνετε στις βορινές ομίχλες σας και μέσα στα λιβάνια του χριστιανισμού. Αφήστε τον παγανιστικό μας κόσμο να αναπαύεται κάτω από τη λάβα και τα ερείπια. Μη μας ξεθάβετε. Δε χτίστηκε για σας η Πομπηία, οι βίλες, τα λουτρά και οι ναοί μας. Δεν έχετε ανάγκη από θεούς. Πεθαίνουμε από το κρύο κοντά σας..."

Leopold von Sacher Masoch, Η Αφροδίτη Με Τις Γούνες

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012




Μια μέρα ήμουνα νέος κι έφυγα μονάχος
στην τύχη περπατώντας έχασα το δρόμο μου
πλούσιος ένιωσα καθώς αντάμωσα ένα φίλο
γιατί ο άνθρωπος παρηγοριά στον άνθρωπο είναι.
Μια μέρα έτσι γι’αστείο, στα χωράφια απίθωσα
τα ρούχα μου σ’ένα κουρελιασμένο σκιάχτρο
ντυμένο, λες δούκας ήταν αληθινός
ενώ ο γυμνός άνθρωπος είν’ένα τίποτα.
Το φλούδι και το ξύλο του για τίποτα δεν κάνουν
δίχως αγάπη ο άνθρωπος σαν τούτο το δέντρο είναι.
Γιατί τάχα να φυτοζωεί ακόμη;
Δαδί από το δαδί ανάβει και φλογίζει
Φωτιά από τη φωτιά γεννιέται
Ο άνθρωπος ζεσταίνεται από τον άνθρωπο
με λόγο από το στόμα του.
Τον άλαλο κανείς δεν τον σιμώνει

(Ισλανδικό ποίημα
Στροφές από τον Όντιν
γύρω στα 800-1100)


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012





Το Ποτάμι

Το ποτάμι χρόνια τώρα βρισκόταν σε λάθος κοίτη. Αποδέχτηκε το ρόλο του και επένδυσε. Έμαθε να μιμείται όλες τις φωνές του Δάσους. Γοήτευσε τη νεράιδα που χρόνια τώρα περιφερόταν με ένα μαντήλι δεμένο στα μάτια, γιατί ο παραμυθάς της απαγόρευσε να το βγάλει. Οι ήρωες πάντα υπακούουν τον παραμυθά. Αλλιώς εκείνος τους εξορίζει από το παραμύθι! Γι'αυτό το νου σου! Ποτέ μη δεχτείς να γίνεις ήρωας παραμυθιού. Κόβουν και Ράβουν πάνω σου τις ιδιοτροπίες του συγγραφέα. Έτσι, σαν τυφλή εξάσκησε την ακοή στο έπακρο. Άκουγε το θρόισμα του ποταμού, που παρίστανε τον άνεμο και τρύπωνε κάτω από το φουστάνι της και μέσα στα μαλλιά της. Άκουγε το σεληνιασμένο ουρλιαχτό του λύκου και ερωτευόταν το ρίγος που της προκαλούσε. Αφουγκραζόταν τον ψίθυρο της βροχής και υγροποιούσε το επιφώνημα. Ανατρίχιαζε στο σφύριγμα του φιδιού που θύμιζε έκπτωτο άγγελο που πεινά για αμαρτίες. Χαμογελούσε με το ρυθμικό τραγούδι των πουλιών. Είχε ξεχάσει ότι είναι ηρωίδα παραμυθιού. Νόμιζε έτσι είναι η Ζωή. Λαχτάρησε, λοιπόν, να δει όσα άκουγε. Αψηφώντας την απαγόρευση του Παραμυθά έλυσε το μαντήλι. Άνοιξε αργά τα μάτια με την ελπίδα του μικρού παιδιού που εύπιστο εικονοποιεί μέσα του τα παραμύθια. Και κοίταξε γύρω.... ξανά... και ξανά... και ξανά... και είδε μόνο Εκείνη και το Ποτάμι...


Κάκια Παυλίδου

από τα κείμενα της αξιόλογης ποιήτριας που έχω αγαπήσει ιδιαίτερα





The Dawn of Li River