Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010





Μέσα μου

Μέσα μου είσαι πάντα εκείνο το κορίτσι
Που γνώρισα πλάι στον έφηβο σχίνο
Κείνο το περίεργο γέλιο σου
Που αιχμαλώτιζε ως και το χρόνο
Κείνο το άδολο άγγιγμά σου

Μέσα μου είσαι πάντα ένα απρόσιτο ναι
Κι ένα διάπυρο όχι
Δίπλα σε κείνο το μικρό μαστιχόδεντρο
Που μοσχοβόλαγε όταν του μιλούσες
Στη παραλία που πρωτόδαμε την αυγή ενός νέου κόσμου
Που ποτέ δεν ανέτειλε…
Κι εκείνος ο ανήλικος σχίνος
Δάκρυζε κάθε φορά και πιο γοερά
Καθώς τον πλήγωνε η απληστία των ανθρώπων
Και γιατρευόταν μονάχα όταν τον άγγιζες εσύ…

Μέσα μου είσαι πάντα ένας ήλιος νικηφόρος
Ένα δροσερό σεντόνι
Στον μεσημεριάτικο καύσωνα της Οφιούσας
Κείνο το καλοκαίρι που δεν το διαδέχθηκε ποτέ
Κανείς χειμώνας
Γιατί δεν το επιτρέψαμε εμείς…
Έφυγες βέβαια
Καθώς το όφειλες στην ειμαρμένη
Στη Δύναμη και στην Ανάγκη
Ναι, τώρα το ενστερνίζομαι
Αλήθεια στο λέω…

Το σχιναράκι στέκει μόνο
Και κλαίει πάντα όταν το πληγώνουν
Κι όσο κι αν το αγγίζω εγώ
δεν λέει να συνέλθει
σε κάποιο άλλο σύμπαν μοσχοβολάει
ένας άλλος καρπός της Αρχαίας Μάνας
κι έχει ένας άλλος χρονομέτρης τα σταθμά σου
και ο Θεός λυπάται τον κόσμο
και δεν τον αφανίζει…


Μάης 2009

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010


Ο άνθρωπος γεννιόταν και πέθαινε μέσα στο προφανές…
Ο άνθρωπος ανάσαινε στο στοιχειώδες…

Ο άνθρωπος τοπογραφούσε το Γνωστό…

Ο άνθρωπος άνθιζε μέσα στην μοναχική του παράσταση…

Είχε αναλωθεί στην αέναη αρχειοθέτηση
Αρχειοθετούσε τον εαυτό του
Συνεχώς
Συνεχώς
Συνεχώς
Και δεν προχωρούσε, δεν πήγαινε πουθενά
Στην πραγματικότητα
Είχε ακυρώσει κάθε βηματισμό
Είχε απαλλοτριώσει οτιδήποτε διακύβευε το έργο του
Στην πραγματικότητα
Τούτη η αέναη κυκλοτερική επανάληψη της ίδιας λειτουργίας
Τον αφομοίωνε
Τον απομυζούσε
Τον μαράζωνε

Τον κρατούσε ασφαλή…

Ο άνθρωπος ήταν αιχμάλωτος της μόνης φιλοδοξίας του
Να αποτρέψει το άγνωστο
Να αποκλείσει κάθε ξάφνιασμα
Να γίνει η τέλεια μηχανή…

Κι ήταν κοντά
Πολύ κοντά στο να το καταφέρει

Κι όταν τον χτύπησε ο ριπαίος αιφνιδιασμός
Όταν τον πλημμύρισε η θάλασσα του απείρου
Όταν έχασε τις συντεταγμένες του
Όταν οι αγκυρώσεις του στο Γνωστό
Άρχισαν να καταργούνται
Μία μία
Πανικοβλήθηκε

Κι ύστερα
Αισθάνθηκε για πρώτη φορά εντός του
Μια διαφορετική αίσθηση
Μια κίνηση
Μια ζωντανή διεργασία

Άλλαζε

Κι όταν ο αρχειοθέτης πάγωσε
Κι όταν ο δεσμοφύλακας σιώπησε
Κι όταν ο μηχανικός ακινητοποιήθηκε

Ακολούθησε τη ροή
Και άρχισε να βιώνει

Νοε2010

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010



δε σε γυρεψα
κι ομως εισαι δω
δε σε καλεσα
κι ομως ηρθες
και τωρα
δε ξερω πως ν αποφυγω
τη ματια σου
οταν με κοιταει
βουβα
και μου λεει
πεσε , βουτηξε , αιωρησου
ειμαι δω για σενα
ειμαι δω για σενα
και τοτε κλεινω τα ματια
γιατι η αγαπη δεν αντεχεται
γιατι δεν θελω να ξερω
τι ειν η αγαπη
δε θελω να μαθω πως ειναι
να σ αγαπαν
ισως καποια αλλη εποχη
να σε γυρεψω
οταν οριστικα θα σ εχω προδωσει
και θα πλανιεμαι
με βλεμμα κλειστο στα χερια
εχοντας ξεχασει να ειμαι
εχοντας ξεχασει
τα παραθυροφυλλα ανοιχτα
και τις θυρες αδειες
οταν πια θαχει απομεινει
μια προσοψη να θυμιζει
εσενα
εμενα
ολους
οταν πια θα ειμαστε πραγματι
αυτο που ειμαστε
μια προσοψη
για το βλεμμα
τοτε ισως κι οι δυο
νιωσουμε πως ηταν προσχημα
τα προσωπα μας
για να ζει το βλεμμα
κι ισως ανοιξουμε τα ματια μας

οριστικα


με τις ευχαριστίες μου για την άδεια να φιλοξενήσω τούτο το αποτύπωμα...

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010



το ξαναδιάβασα, το βρήκα συμβατό με την σημερινή εντατική μου κατάσταση, είπα να το φέρω ξανά στην επιφάνεια... 



Είμαι στ’αλήθεια εγώ ή μήπως κάποιος άλλος που προσποιείται ότι είναι… εγώ;



[1]


Το πρόβλημα με τις ανθρώπινες σχέσεις όσο περνάει ο χρόνος –προϊόντος του χρόνου το λένε οι σπουδαγμένοι- είναι ότι σε αναγκάζει αυτός ο άτιμος γενειοφόρος γέρων να τα επαναπροσδιορίσεις όλα.
Και όταν λέμε όλα, το εννοούμε.
Όλα!
Ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ, που λέει και το τραγούδι.
Ποιος ήμουν όταν κίνησα, ποιος είμαι τώρα, ποιος θα είμαι αύριο σαν ξημερώσει με το καλό και με την αριθμητική τα πηγαίνω καλά κι έχω δυο χέρια, δυο πόδια και ένα κεφάλι που στέκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το χώμα και ακριβώς στη μέση πάνω από τους ώμους μου.
Δεν είναι φόβητρο ο χρόνος … φόβητρο είμαστε εμείς και όλα αυτά που γεννιούνται μέσα μας κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή.
Πώς να τα μαζέψεις όλα αυτά, πώς να τα οργανώσεις, να τα βάλεις σε μια σειρά, όπως τα βιβλία στη προθήκη, τακτοποιημένα ωραία ωραία, ανά κατηγορία, θέμα, περιεχόμενο, συγγραφέα;
Πώς να μαζέψεις τον εαυτό σου, τους εαυτούς σου, τα χιλιάδες σύμπαντα που περιέχεις, που δεν ήξερες ότι τα περιέχεις αλλά πίστευες – ω αφελή!- ότι ήσουν απλά ένα μετέωρο, ένα θραύσμα, μια πιστολιά στον αέρα της Δημιουργίας;
Πώς να αποδεχθείς όλα τούτα που αισθάνεσαι, πώς να αποδεχθείς ότι αισθάνεσαι τόσα πολλά, τόσο αντιφατικά, τόσο περίεργα και εξωφρενικά;
Πώς γεννήθηκαν όλα αυτά τα τέρατα μέσα σου;
Πώς χώρεσαν;
Και πώς συμβιώνουν μεταξύ τους;
Η αλήθεια κε Γουώτσον, η προφανής και κρυστάλλινη αλήθεια, καθώς θα έλεγε ο μέγας Σέρλοκ Χολμς. Η αλήθεια που μας διαφεύγει, που επιμένει να μας ξεγελάει, να μας κοροιδεύει, να χασκογελάει με θράσος μπροστά μας.
Όπως και ο χρόνος, ο παππούς που λέγαμε.
Ο χρόνος γεννάει όλα αυτά τα τέρατα.
Και ο χρόνος γεννάει και την αλήθεια.
Ή μάλλον, την αποκαλύπτει.
Δεν είμαστε ανεύθυνοι για όλες τούτες τις τερατογενέσεις, δεν είμαστε ανεύθυνοι για την σκιά τους, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών –καθώς θα έλεγαν πάλι οι περισπούδαστοι- για την ολέθρια δράση τους στον ψυχικό μας κόσμο.
Και ο φόβος;
Ο φόβος είναι ένας καλός σύμμαχος.
Θολώνει το μυαλό, παραλύει τα μπράτσα και τα γόνατα, σφαλίζει τα χείλη, παγώνει την κόλαση που βράζει μέσα μας, όλα καλά και όλα ωραία.
Όταν φοβάσαι δεν έχεις πρόβλημα. Κρύβεσαι, μαζεύεσαι στην γνωστή στάση εμβρύου και δεν σε αγγίζει τίποτα.
Όταν δεν φοβάσαι είναι το πρόβλημα.
Γιατί όταν δεν φοβάσαι όλα είναι ανοιχτά, επικίνδυνα, απρόσμενα, απρόβλεπτα, ρευστά…
Όταν δεν φοβάσαι ξανοίγεσαι στα άγνωστα πελάγη του εαυτού σου και όποιον πάρει ο Χάρος!
Και ο Χάρος παίρνει συνήθως εσένα!
Και μαζί με την άγνοια φόβου, υπάρχει και η άγνοια δράσης.
Γιατί μονάχα όσοι δεν φοβούνται ερωτεύονται, όσοι δεν φοβούνται αγαπούν.
Μόλις συνειδητοποιήσεις τι έχεις κάνει, παύεις να εκτίθεσαι, συρρικνώνεσαι, οπισθοχωρείς όπως ο Ναπολέων στο Βατερλώ, το βάζεις στα πόδια –εις μάτην.
Μόλις συνειδητοποιήσεις ότι μπορείς να αγαπάς, ότι είσαι ικανός να αγαπάς, έρχεται η πρώτη κρίση πανικού.
Η αγάπη σε πετάει στο αρχιπέλαγος του εαυτού σου και βγάλτα πέρα μόνος σου.
Ωραία η αλμύρα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, αλλά και με τη γεύση της αρμύρας στο στόμα δεν παύει το στερέωμα να είναι μουντό, δυσοίωνο, καταθλιπτικό.
Τώρα είναι που νιώθω στο πετσί μου τον ‘πολυμήχανο’ Οδυσσέα που έτρεμε κάθε φορά που ξανοιγόταν ένα μίλι μακριά από τις ακρογιαλιές και δεν είχε καμιά ποιητική διάθεση ανάλογη του Ομήρου, είναι βέβαιο...

[2]
...Τι είναι πιο χαοτικό; Ο εαυτός ή ο κόσμος;
Το ενδον-σύμπαν ή το… outerspace;
Ο λεγόμενος ‘μικρόκοσμος’ ή ο περίφημος ‘μακρόκοσμος’;
Το σπίτι της ψυχής μας ή οι απέραντες πολιτείες του ‘έξω’ κόσμου;
Όταν χάνομαι, χάνομαι στα αμέτρητα διαμερίσματα του εσωτερικού μου σπιτιού, δεν χάνομαι στους δρόμους και στα σοκάκια της ‘εχθρικής’ πόλης που με περικλείει.
Τα πιο αβέβαια βήματα είναι τα βήματα της αναζήτησης του πυρήνα μου και όχι τα βήματα στον επαγγελματικό ή κοινωνικό στίβο που είναι ‘ζούγκλα’ κλπ, κλπ.
Ποιος είπε άλλωστε ότι στη ζούγκλα –της ψεύτρας κοινωνίας δηλ.- είναι χειρότερα απ’ότι μια μέρα αληθινής ενδοσκόπησης, ειλικρινούς καταβύθισης στα θολά ύδατα του ασυνειδήτου;
Τι είναι αυτό που αληθινά μπορεί να σε τρομοκρατήσει σε μια ζούγκλα; Η αδυναμία προσανατολισμού και εξόδου απ’αυτήν. Και η πιθανή συνάντηση με κάποιο μοχθηρό τέρας, κάποιο παμφάγο ερπετό, κάποιο πεινασμένο θηρίο. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν φυσικά αν και οι πιθανότητες δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Και μπορείς κάλλιστα να διέλθεις την ζούγκλα ή και να διαβιώσεις εντός της με σχετική ασφάλεια. Αρκεί να διαχειριστείς τον πανικό σου και να οργανώσεις τον εαυτό σου. Οργανώνεσαι εσωτερικά και αντιμετωπίζεις τα εξωτερικά.
Τι συμβαίνει αντίστοιχα με την ένδον ζούγκλα; Είναι μια ζούγκλα άγνωστη, σκοτεινή, απέραντη, ασύνορη και μοιάζει περισσότερο με μια ζοφερή, άγρια θάλασσα. Το τι θα συναντήσεις, το τι θα αντιμετωπίσεις και αν θα καταφέρεις να επιστρέψεις σώος και αρτιμελής είναι εντελώς αβέβαιο. Ούτε σημεία προσανατολισμού υπάρχουν για να πιαστείς, ούτε καν ο ουράνιος θόλος με τα αστέρια του για να βρεις ένα ρημαδο-Βορρά και να τον ακολουθήσεις. Complete Chaos! Δεν μπορείς να οργανωθείς εσωτερικά για να αντιμετωπίσεις τα… εσωτερικά. Και όλα αυτά μονάχα σε μια μέρα ενδοσκόπησης!
Κι όμως, έχω νομίζω την λύση στο ακανθώδες αυτό αίνιγμα, στο αγωνιώδες και… αλγώδες αυτό ζήτημα. Και το μυστικό είναι… ο μίτος της Αριάδνης και ο καλός μύθος του Μινώταυρου. Ναι, εκεί είναι το μυστικό. Και το ρόλο του μίτου στην περίπτωσή μας, του σωτηρίου νήματος δηλαδή που θα μας συνδέσει με την έξοδο –και είσοδο μαζί- του λαβύρινθού μας, θα τον αναλάβει μια λέξη–κλειδί, μια φράση-κλειδί, πιθανώς μια εικόνα-κλειδί. Την στιγμή που θα βρισκόμαστε χαμένοι στο εσωτερικό μας διάστημα και αγωνιούντες και απελπισμένοι θα αναζητούμε την διέξοδο, με την επίκληση αυτής της λέξης, φράσης ή με την ανάσυρση αυτής της εικόνας, αμέσως θα επιστρέψουμε στα… ρηχά, ή στην έξοδο του τούνελ, του λαβυρίνθου και θα αντικρίσουμε ξανά το ευλογημένο φως του… έξω κόσμου, ούτως ειπείν της καθημερινότητας, της απλοϊκής επανάληψης των ίδιων και ίδιων καταστάσεων καθ’ εκάστην κλπ, κλπ.
Το όλο πράγμα απαιτεί απλώς ολίγη προπόνηση και μια διάθεση παιγνιώδη θα έλεγα. Κι όπως ο αμύητος στα μυστικά της κολύμβησης πρώτα επιχειρεί να δροσίσει τα πόδια του στα ρηχά, μετά ξεθαρρεύει και βυθίζει όλο του το σώμα και σιγά σιγά μαθαίνει –πίνοντας και αρκετές γουλιές ύδατος- να χρησιμοποιεί πόδια και χέρια κατά τον ορθό τρόπο ώστε να μην βουλιάζει αλλά να διασχίζει ως δελφίνι με χάρη και αυτοπεποίθηση τα νερά, έτσι και ο αμύητος στα της ενδοσκόπησης πρέπει να πράξει. Γιατί η βύθιση στον εαυτό, η περιπλάνηση στα σκοτεινά δωμάτια της ψυχής είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Συναρπαστικό ίσως, αλλά επικίνδυνο. Και η εισχώρηση στον απέραντο και επικίνδυνο αυτό κόσμο θα πρέπει να γίνει με μέθοδο, σύνεση και πρόγραμμα. Και βέβαια, αργά και ήρεμα. Δεν μπορείς να εξερευνήσεις τα της ψυχής σου όταν είσαι οργισμένος, αγχωμένος, εκνευρισμένος ή τεθλιμμένος. Ακόμα και ένα χαμένο νόμισμα ή αναπτήρα δεν μπορείς να βρεις όταν τον αναζητάς με άγχος και ανυπομονησία. Στην αναζήτηση, στην εκζήτηση, στην αναδίφηση και στην ανασκαφή, χρειάζεται ηρεμία, υπομονή, μέθοδος και προγραμματισμός. Και βέβαια πειθαρχία. Ίσως γι’αυτό οι Γερμανοί είναι οι καλύτεροι αρχαιολόγοι του κόσμου. Γιατί συγκεντρώνουν όλες αυτές τις αρετές που για μας τους Έλληνες είναι σπάνιες. Αλλά ας επιστρέψω στα του λαβυρίνθου που με ενδιαφέρουν πολύ.
Είναι γνωστό ότι ο Λαβύρινθος είναι από τα σπουδαιότερα ψυχολογικά σύμβολα και ταυτόχρονα, από τους πανάρχαιους χρόνους, ένα άριστο αποτύπωμα ολόκληρου του σύμπαντος. Ο λαβύρινθος συμβολίζει και απεικονίζει τόσο το ένδον όσο και το εξωτερικό σύμπαν. Και ο μύθος του λαβυρίνθου και του Μινώταυρου τι άλλο είναι από την ονειρική –ή διαλογιστική, δηλαδή ενδοσκοπική- κατάδυση του ανθρώπου στα βαθύτερα διαμερίσματα του ασυνειδήτου και την αντιμετώπιση όλων των τεράτων που κρύβονται εκεί καλά και μας απειλούν; Φόβοι, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, απωθημένες συγκρούσεις, ματαιώσεις, απογοητεύσεις, ακυρώσεις, κλπ, κλπ. Νομίζω ότι όλο αυτό το εκρηκτικό υλικό ο Γιουγκ το ονομάζει ‘ψυχικό παράγωγο’ και μοιάζει με την λάβα ενός ηφαιστείου που παραμένει πάντα ενεργό και ενίοτε εκρήγνυται. Και τι συμβαίνει όταν εκρήγνυται;
Είναι δουλειά των ψυχιάτρων από κει και πέρα.
Βλέπουμε ότι οι Έλληνες και μόνον αυτοί, είχαν προηγηθεί του περίφημου Ελβετού ψυχιάτρου κατά 3000 χρόνια και είχαν χαρτογραφήσει όλες αυτές τις χαοτικές εσωτερικές καταστάσεις. Τις είχαν συμπυκνώσει με θαυμάσιο τρόπο στον μύθο του Λαβυρίνθου, του Θησέα και του Μινώταυρου και έδωσαν και την λύση με τον μίτο της Αριάδνης. Ποια είναι η Αριάδνη; Το λογικόν μέρος της ψυχής, ο Λόγος που περιμένει τον Θυμό, το Αστρικό μας σώμα, στο ταξίδι του στο Ασυνείδητο και την επιστροφή του στο Φως. Οι αποκρυφιστές μετά από χίλια χρόνια απεικόνισαν τον μίτο με μια ασημένια κλωστή που συνδέει το αστρικό σώμα με τoν υλικό φορέα όταν αυτό, κατά την διάρκεια του ύπνου –ή κάποιας σοβαρής ασθένειας ή άλλου δυνατού σοκ- αποχωρίζεται το σώμα και ταξιδεύει σε άλλες διαστάσεις. Μοιάζει με τον σωλήνα που συνέδεε τους παλιούς δύτες με την επιφάνεια και τους χορηγούσε οξυγόνο.
Κατά την άποψη ενός αγαπημένου φίλου και αδελφού στην εσωτερική Ατραπό, ο μίτος μπορεί να είναι αυτή καθ’αυτή η επισκοπή, η παρατήρηση, η εποπτεία. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει –και αληθινά ισχύει- όταν η αναζήτηση είναι επιφανειακή, σύντομη, σε ασφαλή και ‘ρηχά νερά’. Είναι σαν να εισέρχεσαι σε ένα σκοτεινό τούνελ. Στην αρχή έχεις πίσω σου την είσοδο και το φως. Όσο προχωράς η είσοδος απομακρύνεται και κάποια στιγμή εξαφανίζεται. Από το σημείο αυτό και μετά η πρόταση του αγαπημένου φίλου, δεν ισχύει, δεν επαρκεί. Η μεθοδολογία, η διαδικασία παρατήρησης, η εποπτεία της αναζήτησης δεν μπορεί πια να αποτελεί κρίκο σύνδεσης με τον Λόγο, με τον Κόσμο, με το Φως της Εγρήγορσης. Από κει και μετά, χρειάζονται άλλα όπλα, άλλες λειτουργίες, ισχυρότερες, ασφαλέστερες, δυναμικότερες.
Όπως και να’χει, ο εσωτερικός μας λαβύρινθος, ένας αρχέγονος, «προϊστορικός» τόπος, γεμάτος με τέρατα αλλά και με απαντήσεις σε χίλια δυο ζητήματα που μας απασχολούν και μας ανισορροπούν, είναι μια από τις δυναμικότερες συμπυκνώσεις και συνθέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Γνωστές είναι και οι Βουδιστικές Μαντάλα άλλωστε που μοιάζουν πολύ με τους γνωστούς μας λαβύρινθους και έχουν πολλούς συμβολισμούς.
Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ. Οι κίνδυνοι πάντα θα υπάρχουν, γιατί όποιος δεν θέλει να ρισκάρει ποτέ και τίποτα, δεν μπορεί και να πάρει τίποτε. Ο δρόμος υπάρχει, η ψυχή περιμένει, το ε ί ν α ι λαχταρά να ενωθεί με το Όλον, η Αλήθεια να αποκαλυφθεί στον ειλικρινή σκαπανέα, στον τολμηρό πιονέρο.
Η εσωτερική αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.
Το θέμα είναι όμως να αποφασίσει κανείς κάποια στιγμή να αρχίσει.
Μάιος 2006

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010





Το Ποτάμι

Το ποτάμι χρόνια τώρα βρισκόταν σε λάθος κοίτη. Αποδέχτηκε το ρόλο του και επένδυσε. Έμαθε να μιμείται όλες τις φωνές του Δάσους. Γοήτευσε τη νεράιδα που χρόνια τώρα περιφερόταν με ένα μαντήλι δεμένο στα μάτια, γιατί ο παραμυθάς της απαγόρευσε να το βγάλει. Οι ήρωες πάντα υπακούουν τον παραμυθά. Αλλιώς εκείνος τους εξορίζει από το παραμύθι! Γι'αυτό το νου σου! Ποτέ μη δεχτείς να γίνεις ήρωας παραμυθιού. Κόβουν και Ράβουν πάνω σου τις ιδιοτροπίες του συγγραφέα. Έτσι, σαν τυφλή εξάσκησε την ακοή στο έπακρο. Άκουγε το θρόισμα του ποταμού, που παρίστανε τον άνεμο και τρύπωνε κάτω από το φουστάνι της και μέσα στα μαλλιά της. Άκουγε το σεληνιασμένο ουρλιαχτό του λύκου και ερωτευόταν το ρίγος που της προκαλούσε. Αφουγκραζόταν τον ψίθυρο της βροχής και υγροποιούσε το επιφώνημα. Ανατρίχιαζε στο σφύριγμα του φιδιού που θύμιζε έκπτωτο άγγελο που πεινά για αμαρτίες. Χαμογελούσε με το ρυθμικό τραγούδι των πουλιών. Είχε ξεχάσει ότι είναι ηρωίδα παραμυθιού. Νόμιζε έτσι είναι η Ζωή. Λαχτάρησε, λοιπόν, να δει όσα άκουγε. Αψηφώντας την απαγόρευση του Παραμυθά έλυσε το μαντήλι. Άνοιξε αργά τα μάτια με την ελπίδα του μικρού παιδιού που εύπιστο εικονοποιεί μέσα του τα παραμύθια. Και κοίταξε γύρω.... ξανά... και ξανά... και ξανά... και είδε μόνο Εκείνη και το Ποτάμι...

Κάκια Παυλίδου

από τα κείμενα της αξιόλογης ποιήτριας που έχω αγαπήσει ιδιαίτερα





The Dawn of Li River

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010







Αλέξανδρος Αργυρίου
Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας
και η πρόσληψή της στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1918-1940), τ.Α' 
εκδ. Καστανιώτη

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010


Έγραφα σιωπές, νύχτες, σημείωνα το ανέκφραστο.
Ακινητοποιούσα ιλίγγους...


"...Τούτη τη στιγμή παλιανθρωπίζω όσο μπορώ. Γιατί; Θέλω να γίνω ποιητής και δουλεύω όσο μπορώ να γίνω οραματιστής. Δε θα καταλάβετε τίποτα και δε θα μπορούσα σχεδόν να σας εξηγήσω. Πρόκειται να φθάσω στο άγνωστο με την απορύθμιση όλων των αισθήσεων. Οι πόνοι είναι δυσβάσταχτοι, μα πρέπει να είσαι δυνατός, να έχει γεννηθεί ποιητής, και αναγνώρισα στον εαυτό μου έναν ποιητή. Δεν είναι διόλου δικό μου το λάθος. Είναι σφάλμα να λέμε: σκέφτομαι. Θα έπρεπε να λέμε: Με σκέφτονται. Συγνώμη για το λογοπαίγνιο.
Εγώ είναι ένας άλλος..."

(Γράμμα στον καθηγητή του Ζώρζ Ιζαμπάρ, Μάιος 1871)


Ξαναβρέθηκε! Τι;
Η αιωνιότη.
Είν'η θάλασσα μιχτή
Με τον ήλιο.

Ψυχή μου αθάνατη
Κράτα το τάμα σου
Κι άσε τη νύχτα μόνη
Και τη μέρα να φλέγεται

Λοιπόν λυτρώνεσαι
Από τις εκλογές του ανθρώπου
Απ'τις κοινές λαχτάρες
Πετάς σαν το...

-Ποτέ πια απαντοχή
Αίνος ποτέ
Υπομονή και γνώση
Σίγουρο το μαρτύριο

Δεν έχει επαύριο
Σατινένιες θρακιές
Η φλόγα σας
Λέγεται χρέος

Ξαναβρέθηκε! Τι;
Η αιωνιότη
Είν'η θάλασσα μιχτή
με τον ήλιο

(Αλχημεία του λόγου)



Η σοφία μου είναι περιφρονημένη όσο και το χάος. Τι είναι το δικό μου Μηδέν μπροστά στο ξάφνιασμα που σας περιμένει;

(Εκλάμψεις, Ζωές - Ι)






Αρθούρος Ρεμπώ