Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010



Welcome my son, welcome to the machine. 
Where have you been? 
It's alright we know where you've been. 
You've been in the pipeline, filling in time, 
Provided with toys and 'Scouting for Boys'. 
You brought a guitar to punish your ma, 
And you didn't like school, and you 
know you're nobody's fool, 
So welcome to the machine. 

Welcome my son, welcome to the machine. 
What did you dream? 
It's alright we told you what to dream. 
You dreamed of a big star, 
He played a mean gituar, 
He always ate in the Steak Bar. 
He loved to drive in his Jaguar. 
So welcome to the Machine.

Pink Floyd (Welcome to the Machine)

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010


«….— Άκουσα τη διήγηση ενός ανθρώπου που έκανε στη φυλακή κάπου δώδεκα χρόνια. Ήταν ένας απ' τους άρρωστους του καθηγητή μου κι έκανε θεραπεία. Τον έπιαναν κρίσεις, ώρες ‐ ώρες ήταν ανήσυχος, έκλαιγε, και μια φορά μάλιστα δοκίμασε ν' αυτοκτονήσει. Η ζωή του στη φυλακή ήταν πολύ θλιβερή, σας βεβαιώ, δε θα μπορούσες όμως με κανέναν τρόπο να την πεις ζωή της πεντάρας. Όλες κι όλες οι γνωριμίες του εκεί ήταν μια αράχνη κι ένα δεντράκι που μεγάλωσε κάτω απ' το παράθυρό του... ωστόσο, καλύτερα λέω να σας διηγηθώ για μια άλλη μου συνάντηση που είχα πέρσι μ' έναν άνθρωπο. Υπήρχε κάτι παράξενο σ' όλ' αυτά, ιδιαίτερα παράξενο γιατί σπάνια τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε μια φορά ίσαμε τον τόπο των εκτελέσεων και του είχαν διαβάσει κιόλας την απόφαση του τουφεκισμού του για κάποιο πολιτικό έγκλημα. Κάπου είκοσι λεπτά αργότερα του διάβασαν και την απόφαση απονομής χάριτος και του ορίστηκε μια άλλη ποινή, ωστόσο όμως αυτός, στο διάστημα εκείνο, ανάμεσα στις δύο αποφάσεις, μέσα στα είκοσι κείνα λεπτά, ή τουλάχιστο στα δέκα πέντε, έζησε με την απόλυτη βεβαιότητα πως από στιγμή σε στιγμή θα πεθάνει. Τον άκουγα με τρομερή περιέργεια όταν καμιά φορά αναθυμόταν τις τοτινές του εντυπώσεις κι αρκετές φορές άρχιζα πρώτος εγώ και του 'κανα ερωτήσεις. Τα θυμόταν όλα πεντακάθαρα κι έλεγε πως ποτέ του δε θα ξεχάσει τίποτα από κείνες τις στιγμές. Κάπου είκοσι βήματα πιο δω απ' τον τόπο της εκτέλεσης —όπου στέκονταν κόσμος και στρατιώτες είχαν μπήξει στο χώμα τρεις πασσάλους γιατί οι κατάδικοι ήταν αρκετοί∙ τους τρεις πρώτους τους πήγαν στους πασσάλους, τους έδεσαν, τους φόρεσαν το ρούχο των μελλοθανάτων (άσπρες μακριές μπλούζες) και στα μάτια τους τους κατέβασαν άσπρες κουκούλες για να μη βλέπουν τα ντουφέκια. Ύστερα, απέναντι σε κάθε πάσσαλο παρατάχτηκε το εκτελεστικό απόσπασμα —αρκετοί στρατιώτες. Ο γνωστός μου στεκόταν όγδοος στη σειρά, έπρεπε λοιπόν να πάει στους πασσάλους με την τρίτη τριάδα. Ο ιερέας πέρασε μπροστά απ' όλους τους με το σταυρό. Όλα έδειχναν πως είχε να ζήσει κάπου πέντε λεπτά, όχι περισσότερο. Μου 'λεγε πως εκείνα τα πέντε λεπτά του φαίνονταν μια ατέλειωτη διορία, ένας τεράστιος θησαυρός∙ του φαινόταν πως μέσα σε κείνα τα πέντε λεπτά θα ζήσει τόσες ζωές, που προς το παρόν δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκέφτεται την τελευταία στιγμή, τόσο μάλιστα που πήρε ορισμένες αποφάσεις: υπολόγισε το χρόνο για ν' αποχαιρετήσει τους συντρόφους του, ξεχώρισε γι' αυτό δύο λεπτά πάνω ‐ κάτω, άλλα δύο λεπτά τα ξεχώρισε να σκεφτεί για τελευταία φορά για τον εαυτό του, κι ό,τι απόμενε, είπε να κοιτάξει για στερνή φορά γύρω του. Είχε πλήρη συνείδηση πως πήρε αυτές ακριβώς τις τρεις αποφάσεις και τα 'χε έτσι ακριβώς υπολογίσει όλα. Πέθαινε είκοσι εφτά χρονώ, γερός και δυνατός∙ αποχαιρετώντας τους συντρόφους του, θυμόταν πως σ' έναν απ' αυτούς είχε κάνει μια αρκετά άσχετη ερώτηση κι ενδιαφέρθηκε μάλιστα πολύ ν' ακούσει την απάντηση. Ύστερα, όταν αποχαιρέτησε τους συντρόφους του, ήρθε η σειρά για κείνα τα δυο λεπτά που τα 'χε υπολογίσει γ ι α  ν α σ κ ε φ τ ε ί  γ ι α  τ ο ν  ε α υ τ ό  τ ο υ ∙ ήξερε απ' τα πριν τι θα σκεφτόταν: λαχταρούσε όλη την ώρα να φανταστεί όσο μπορούσε πιο γρήγορα και πιο ζωηρά τούτο δω: πώς γίνεται αλήθεια κι είναι τώρα ζωντανός και σε τρία λεπτά θα 'ναι κιόλας κάτι, κάποιος ή κάτι, —μα ποιος; Πού; Αυτά λογάριαζε να τα ξεδιαλύνει μέσα σε κείνα τα δυο λεπτά! Λίγο μακρύτερα ήταν μια εκκλησία, κι η κορφή της μητρόπολης με τον επίχρυσο τρούλο λαμποκοπούσε μες στον ήλιο. Θυμόταν πως κοίταξε με τρομερή επιμονή κείνη τη στέγη και τις αχτίδες που αντανακλούσε το χρυσάφι της∙ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά του απ' τις αχτίδες: του φαινόταν πως οι αχτίδες εκείνες ήταν η καινούργια του φύση, πως σε τρία λεπτά θα γίνει κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί τους... το άγνωστο κι η αποστροφή γι' αυτό το καινούργιο που θα γίνει και θα 'ρθει τώρ' αμέσως, ήταν κάτι το τρομερό∙ έλεγε ωστόσο πως εκείνη τη στιγμή δεν του βάραινε τίποτα τόσο την καρδιά όσο η αδιάκοπη σκέψη: «Τι θα γινόταν, αν δεν πέθαινα! Τι θα γινόταν, αν ξανακέρδιζα τη ζωή —τι αιωνιότητα! Κι όλ' αυτά θα 'ταν δικά μου! Τότε την κάθε στιγμή θα την είχα μεταβάλλει σε αιώνα, τίποτα δε θα 'χανα, την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα τη λογάριαζα, τίποτα πια δε θα ξόδευα άσκοπα!» Έλεγε πως τελικά, η σκέψη κείνη μεταμορφώθηκε μέσα του σ' ένα τέτοιο μίσος που άρχισε να λαχταράει να τον ντουφεκίσουν μια ώρα αρχύτερα…»

F y o d o r  D o s t o y e v s k y  O  η λ ί θ ι ο ς’

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010




… Ποτέ δεν κοίταξες μέσα σου στον εαυτό σου να δεις ποιος είσαι. Δεν γνωρίζεις καν τον τρόπο να κοιτάξεις μέσα σου. Αυτή η εικόνα που σού έφτιαξαν είναι ψεύτικη, επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει ποιος είσαι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου πει ποιος είσαι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις ποιος είσαι, μόνο σ΄ εσένα είναι διαθέσιμη η εσωτερική σου πραγματικότητα και σε κανέναν άλλο. Μόνο εσύ μπορείς να βρίσκεσαι εκεί. Την ημέρα που θα καταλάβεις, ότι η ταυτότητά σου είναι ψεύτικη, πως είναι ένα συνοθύλευμα από γνώμες, που έχεις μαζέψει από άλλους, τότε κάτσε σιωπηλά και σκέψου ποιος είσαι. Θα εμφανιστούν πολλές ιδέες. Απλά παρατήρησε από πού έρχονται και θα μπορέσεις να βρεις την πηγή. Τα περισσότερα έρχονται απ΄ την μητέρα σου περίπου 80%, κάτι απ΄ τον πατέρα σου, κάτι απ΄ τους δασκάλους σου στο σχολείο, κάτι έρχεται απ΄ τους φίλους σου και κάτι απ΄ την κοινωνία. Παρατήρησε, τίποτα δεν έρχεται από σένα, ούτε καν το 1%. Την ημέρα που καταλαβαίνεις αυτό αρχίζεις να ψάχνεις για μία τεχνική, για μία μέθοδο, ώστε να μπορέσεις να μπεις μέσα στην ύπαρξή σου, ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις με ακρίβεια και ουσιαστικά ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Μία απ΄ αυτές τις μεθόδους είναι ο διαλογισμός.

     Ποιος ο λόγος να ρωτάς τους άλλους για σένα; Και ποιον να ρωτήσεις; Οι άλλοι είναι τόσο αδαείς, όσο είσαι κι εσύ. Δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Πως μπορούν λοιπόν να γνωρίσουν εσένα; Απλά δες πως λειτουργούν τα πράγματα. Έχεις εξαπατηθεί, είσαι ριγμένος, ζεις μέσα στα ψέματα. Εκείνοι που σ΄ εξαπάτησαν πιθανότατα να μην το έκαναν συνειδητά. Μπορεί να εξαπατήθηκαν κι αυτοί από άλλους. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου, οι δάσκαλοί σου, όλοι έχουν εξαπατηθεί απ΄ τους δικούς τους. Έτσι έχουν εξαπατήσει κι εσένα. Θα κάνεις κι εσύ το ίδιο με τα δικά σου τα παιδιά;

     Σ΄ ένα καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα κοιμούνται όρθιοι και θα είναι στοιχειωδώς έξυπνοι και αρκετά συνειδητοί, θα διδάσκουν στο παιδί, ότι η ιδέα τής ταυτότητας που γνωρίσαμε στην εποχή μας είναι ψεύτικη: «Χρειάζεται, θα στη δώσουμε, είναι για λίγο, μέχρι ν΄ ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου και το ποιος είσαι». Πρέπει να πας εσύ και να σκάψεις βαθιά μέσα σου, στην ύπαρξη.
Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου. Και όσο συντομότερα ανακαλύψεις το ποιος είσαι, τόσο το καλύτερο για σένα. Η προσωπικότητα είναι ψεύτικη, είναι δανεική· η ατομικότητα και η αυθεντικότητα είναι αληθινές. Όσο συντομότερα μπορέσεις να εγκαταλείψεις την ψεύτική σου ταυτότητα, τόσο το καλύτερο, επειδή εκείνη τη στιγμή θα γεννηθείς στ΄ αλήθεια και θα γίνεις πραγματικά αυθεντικός, αληθινός. Μόνο τότε θα γίνεις άνθρωπος…

OSHO ‘Διαλογισμός, ταξίδι στο εδώ και τώρα’

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010



ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτε

 «Πώς τα πας; Είναι οι μέρες σου γρήγορες σαν αστραπή; Ζεις μέσα σε μία μέρα, χιλιάδες χρόνια; Είναι παράξενο το πόσο πραγματικό πρόβλημα είναι για τους περισσότερους ανθρώπους η βαρεμάρα. Πρέπει να κάνουν κάτι συνέχεια, να απασχολούνται με κάτι, κάποια δραστηριότητα, μ' ένα βιβλίο, στην κουζίνα, με τα παιδιά ή με το Θεό. Αλλιώς μένουν μόνοι τους με τους εαυτούς τους, πράγμα πολύ βαρετό. Όταν μένουν με τον εαυτό τους γίνονται εγωκεντρικοί, μπλέκονται, αρρωσταίνουν ή γίνονται βαρύθυμοι. Ένα μυαλό που δεν είναι απασχολημένο - όχι ένα αρνητικά άδειο μυαλό, αλλά ένα ξύπνιο παθιασμένο μυαλό, ένα ολοκληρωτικά κενό μυαλό - ένα τέτοιο μυαλό είναι πάντα φρέσκο, ικανό, με άπειρες δυνατότητες. Οι σκέψεις δεν είναι δημιουργικές, είναι πληκτικές, μάλλον κουτές. Μπορεί μια σκέψη να είναι έξυπνη, αλλά η εξυπνάδα είναι το ίδιο μ' ένα κοφτερό εργαλείο: γρήγορα φθείρεται· γι' αυτό οι έξυπνοι άνθρωποι είναι κουτοί.
  Άφησε το μυαλό χωρίς καμιά απασχόληση, χωρίς να του δίνεις σκόπιμα δουλειά· αυτό άφησέ το να γίνεται αντί να το καλλιεργείς. Διάβασέ το ετούτο συνειδητά κι άστο να συμβεί. Να σου πουν ή να διαβάσεις για το μη απασχολημένο μυαλό είναι σπουδαίο, αλλά είναι και πώς το διαβάζεις και πώς τ' ακούς.
  Εκείνο που έχει σημασία είναι να κάνεις το σωστό είδος ασκήσεων, να κοιμάσαι καλά κι η μέρα σου να έχει νόημα. Αλλά κανείς γλιστράει τόσο εύκολα στη ρουτίνα κι ύστερα λειτουργεί με βάση το εύκολο μοντέλο της αυταρέσκειας ή με το μοντέλο του εξαναγκασμού του εαυτού σου να κάνει το σωστό. Όλα όμως τα μοντέλα απονεκρώνουν, οδηγούν σε αργό μαρασμό. Να είσαι δημιουργικός σημαίνει να περάσεις μια πλούσια μέρα έχοντας απλώς επίγνωση χωρίς κανέναν εξαναγκασμό, χωρίς σύγκρουση, φόβο ή σύγκριση.
  Βλέπεις, υπάρχουν σπάνιες στιγμές που νιώθουμε έτσι και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας είναι φτιαγμένο από διαβρωτικές αναμνήσεις, απογοητεύσεις, μάταιες προσπάθειες, κι εκείνο που είναι αληθινό να προσπερνάει. Το σύννεφο της μονοτονίας καλύπτει τα πάντα, κι εκείνο που είναι αληθινό σβήνει. Είναι πράγματι αρκετά κοπιαστικό να διαπεράσεις αυτό το σύννεφο και να βρεθείς στο απλό, καθαρό φως. Απλώς δες τα όλα τούτα κι αυτό είναι όλο. Μην προσπαθήσεις να είσαι απλή. Αυτή η προσπάθεια το μόνο που καταφέρνει είναι να γεννάει περιπλοκές και δυστυχία. Προσπάθεια σημαίνει ότι θέλεις να γίνεις κάτι και το να θέλεις να γίνεις κάτι σημαίνει πάντοτε επιθυμία — με τις απογοητεύσεις της.
  Είναι πολύ σημαντικό να ελευθερώσει κανείς τον εαυτό του από κάθε συναισθηματική, ψυχολογική ταραχή, πράγμα που δεν σημαίνει ότι πρέπει να σκληρύνει απέναντι στη ζωή. Αυτού του είδους οι ταραχές χτίζουν σταδιακά ποικίλες ψυχολογικές αντιστάσεις που επηρεάζουν και το σώμα, φέρνοντας διάφορες αρρώστιες. Η ζωή είναι μια σειρά από γεγονότα (επιθυμητά και ανεπιθύμητα)· και όσο μαζεύουμε, όσο ξεδιαλέγουμε εκείνα που θα κρατήσουμε κι εκείνα που θα πετάξουμε, θα υπάρχει αναπόφευκτα η σύγκρουση (της δυαδικότητας) που αυτή η ίδια είναι η ταραχή. Και αυτή η σειρά από ταραχές σκληραίνει το νου, την καρδιά· είναι μια διαδικασία κλεισίματος στον εαυτό, οπότε υπάρχει πόνος. Χρειάζεται τεράστια επίγνωση για να επιτρέψεις στην κίνηση της ζωής να γίνει αποδεκτή χωρίς καμία επιλογή, χωρίς καμία κίνηση προς οτιδήποτε επιθυμητό ή ανεπιθύμητο. Το θέμα δεν είναι να προσπαθείς όλη την ώρα να έχεις επίγνωση, πράγμα που είναι κουραστικό, αλλά να δεις την αναγκαιότητα της αλήθειας που φέρνει η επίγνωση, οπότε θ' ανακαλύψεις ότι αυτή η ίδια η αναγκαιότητα ενεργεί χωρίς να πιέζεις τον εαυτό σου να έχει επίγνωση…
…Οι πιο μορφωμένοι άνθρωποι, εκείνοι που κατέχουν ατέλειωτες πληροφορίες και γνώση, κι εκείνοι που έχουν επιστημονική μόρφωση, έχουν νοημοσύνη; Δεν νομίζεις ότι η νοημοσύνη είναι κάτι τελείως διαφορετικό; Στην πραγματικότητα είναι ολοκληρωτική ελευθερία από το φόβο. Εκείνοι που η ηθική τους βασίζεται στο να νιώθουν ασφάλεια, κάθε είδους ασφάλεια, δεν είναι ηθικοί, γιατί η επιθυμία για ασφάλεια είναι αποτέλεσμα του φόβου. Ο φόβος και η συγκράτηση από το φόβο, πράγμα που το ονομάζουμε ηθική, στην πραγματικότητα δεν είναι ηθική. Νοημοσύνη είναι η ολοκληρωτική ελευθερία από το φόβο. Νοημοσύνη δεν είναι να είσαι καθωσπρέπει ούτε οι διάφορες αρετές που έχουν καλλιεργηθεί από φόβο. Στην κατανόηση του φόβου υπάρχει κάτι που είναι τελείως διαφορετικό από τις θεωρίες του νου…»




Κρισναμούρτι "Γράμματα σε μια νεαρή φίλη"
Ανάμεσα στο Ιούνιο του 1948 και τον Μάρτιο του 1960, ο Κρισναμούρτι έγραψε αυτά τα γράμματα σε μια νεαρή φίλη του, την Ναντίνι Μέτα. Αυτά τα δεκαοκτώ γράμματα εμφανίστηκαν για πρώτη  φορά στο βιβλίο της Pupul Jayakar (αδελφής της Ναντίνι Μέτα) “Krishnamurti – A Biography,” στο κεφάλαιο 23, με τον τίτλο, "Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα"

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010



απόγευμα

κοιμόσουν δίπλα μου
ανάσαινες αργά
η δροσιά του απογεύματος
ίσα που άγγιζε σαν χάδι
το μετάξι στο κορμί σου
σε κοιτούσα
είχα στα χέρια μου τα πόδια σου
είχα στη καρδιά μου ένα πυρήνα από παλλόμενο φως
στα μάτια μου είχα
το ομορφότερο θέαμα της ζωής μου

σκεφτόμουν
ένα κομμάτι τελειότητας
αξιώθηκα Κύριε να αγγίξω
από την ευσπλαχνία Σου
να το γευτώ
έκοψες ένα μικρό σου θαύμα
και μου το προσέφερες
εδώ μπροστά στα σάρκινά μου μάτια
και δεν ξέρω αν θα το αντέξω ως το τέλος
να μην τολμήσω να μιλήσω
να μην τολμήσω να σιωπήσω
να μην αδράξω ούτε τη στιγμή
να μην τη μαγαρίσω
να μην δειλιάσω
να μυρίσω τη ζωή
να μην σηκώσω ανάστημα
να αρπάξω αυτό το δώρο

εκστατικός
να μείνω
κι αυτό είναι...

ιχνηλάτη μ'εφερες
στην ατραπό των ρόδων
στην θάλασσα των προσευχών
με δοκιμάζεις;
με την ιέρεια της άπειρης στιγμής
να ξεκουράζεται
τόσο κοντά μου
που ανασταίνεται μέσα μου καινό
ατόφιο
στης δόξας το άκτιστο φως
ως και το παρελθόν μου!

κοιμόσουν δίπλα μου
ανάσαινες αργά
η δροσιά του δειλινού
ίσα που άγγιζε
σαν χάδι παιδικό
το μετάξι στο κορμί σου

σε κοιτούσα
σ'εκλεβα
είχα στα χέρια μου τα πόδια σου
είχα στη καρδιά μου έναν καινούργιο άνθρωπο

στα μάτια μου είχα
το ομορφότερο θέαμα της ζωής μου


ιουν2010



S o f t l y