Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009



Η Νύχτα της Αλήθειας





Τους είδα καθισμένους σε κείνο το μοναχικό παγκάκι. Ήταν σιωπηλοί. Εκείνος, ντυμένος απλά, με ένα τζιν παντελόνι -το αγαπημένο του- και ένα επίσης τζιν τζάκετ, βλέμμα χαμηλωμένο, έτριβε νευρικά τα δάχτυλά του. Απέφευγε να της ρίξει έστω και μια ματιά. Εκείνη, είκοσι πόντους δίπλα του, με ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι και ένα όμορφο λευκό πουλόβερ που τόνιζε τα υπέροχα χαρακτηριστικά της και αναδείκνυε την κορακάτη χαίτη της που ξαπλωνόταν στην πλάτη και στο στήθος της. Ούτε εκείνη τον κοιτούσε. Καθόταν σιωπηλή, βυθισμένη στις σκέψεις της.
        Δεν ξέρω πως ένιωσα που τους είδα έτσι. Το σκηνικό μου θύμισε κινηματογραφική ταινία. Μου φάνηκε στημένο, ψεύτικο. Ίσως γιατί δεν τους ταίριαζε, ίσως γιατί τους είχα συνηθίσει διαφορετικά,  ίσως γιατί όλη αυτή η σιωπή διογκώνει τα συναισθήματα και μεταμορφώνει το ασήμαντο σε σημαντικό.
        Όμως, αυτό που τους συνέβαινε, δεν είχε ανάγκη της σιωπής για να γίνει σημαντικό ή μεγάλο. Ήταν από μόνο του ήδη πελώριο και, φαντάζομαι, δυσβάσταχτο και για τους δυο.
        Μια σκέψη μου πέρασε απ'το μυαλό έτσι όπως τους παρατηρούσα. Τι είναι τελικά μια συνάντηση χωρισμού; Η προσπάθεια να απαλλαγείς από το βάρος του "πτώματος" της σχέσης, να το μετακυλίσεις, να το ξεφορτωθείς, να το φορτώσεις στον άλλο. "Το βάρος του πτώματος της σχέσης", επανέλαβα στον εαυτό μου και μου φάνηκε απίστευτο που το έλεγα για τα δυο αυτά παιδιά. Όπως απίστευτα και ακατανόητα είναι πάντα ο θάνατος, η απώλεια, η απόρριψη και η μοναξιά. Ακατανόητα και τόσο καθημερινά!
        Ύστερα σιώπησαν και οι δικές μου σκέψεις. Ο λόγος έπρεπε να δοθεί σε κείνους. Πρώτη, αποφάσισε να μιλήσει η Στεφανία. Μου φαίνεται πως πάντα κάπως έτσι συμβαίνει. Οι γυναίκες αποταμιεύουν πάντα θάρρος και το αποδεικνύουν και στις πιο δύσκολες στιγμές γιατί είναι οι πρώτες που αποφασίζουν να μπουν βάλουν τα πόδια τους στη φωτιά.

-Δεν θα πεις τίποτα;
- Τι να πω;...
- Τι σκεφτόσουν;
- Πότε;
- Τώρα... όση ώρα με περίμενες;
- Κάτι άσχετο.
- Με μας;
- Ναι.
-Τι;
- Ότι μάλλον θα ξαναρχίσω το κάπνισμα.
- Δεν είναι και τόσο άσχετο αυτό.
- Ναι, τελικά δεν είναι.
- Αλλά δεν πρόκειται να το κάνεις.
- Μάλλον θα το κάνω. Κι αυτή τη στιγμή έχω ανάγκη ένα τσιγάρο.
- Ξέχασέ το.
- Δε θέλω να το ξεχάσω. Καλύτερα να έχω αυτό στο μυαλό μου. Καλύτερα από...
- Από τι;
- Ασ'το.
- Δεν ήρθα απόψε εδώ για να αφήσω τίποτα Μάνο. Τρία χρόνια που "τα αφήναμε" όλα να που φτάσαμε.
- Άρχισες βλέπω.
- Ναι, άρχισα. Κάποιος θα πρέπει να κάνει την αρχή...

        Η Στεφανία ήταν η πρώτη που "άρχισε" αλλά ο Μάνος ήταν ο πρώτος απ'τους δυο που αποφάσισε να γυρίσει το βλέμμα του και να το αφήσει να συναντήσει το δικό της. Θα πρέπει να ήταν μια οδυνηρή απόφαση. Μια απόφαση που χρειάστηκε αποθέματα ενέργειας και τόλμης. 

- Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί συναντηθήκαμε απόψε εδώ;
- Για να μιλήσουμε.
- Όχι, συναντηθήκαμε για να χωρίσουμε.
- Έστω...
- Και γιατί εδώ;
- Έχει σημασία;
- Όλα έχουν σημασία.
- Μάνο...
- Σ'αυτό το παγκάκι, πριν από τρία χρόνια...
- Ωραία, ας πάμε κάπου αλλού...
- Στεφανία, κάθισε σε παρακαλώ. Αν πρόκειται να χωρίσουμε, ας χωρίσουμε εδώ. Το θέλω να γίνει εδώ.
- Το σημαντικό δεν είναι το παγκάκι.
- Τότε ήταν.
- Ούτε τότε ήταν.
- Τότε ήταν όλα σημαντικά. Ακόμη κι εμείς...

Ήταν η στιγμή που η ένταση έπεσε, η σιωπή επανήλθε και η ατμόσφαιρα ήταν τόσο φορτισμένη που νόμιζες πως αν άναβες ένα σπίρτο θα γινόταν έκρηξη. Η έκρηξη όμως δεν είχε συμβεί ακόμη και η εσωτερική φόρτιση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Ο Μάνος έδειχνε να παλεύει να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και, φαντάζομαι πως πάλευε για κάτι ακόμη δυσκολότερο. Να εμποδίσει τον "κακό" εαυτό του να χρησιμοποιήσει το οπλοστάσιό του. Ίσως να αγαπούσε ακόμη αυτή τη γυναίκα και να μην ήθελε να την σκοτώσει.
        Αλλά μάλλον είχα άδικο.

- Ξέρεις Μάνο, ίσως να... ίσως να μην είναι ανάγκη να πούμε πολλά. Ίσως να...
- Ίσως να μην ήταν ανάγκη τελικά, να συναντηθούμε καν. Γιατί δεν το ομολογείς; Δεν σου αρέσει αυτή η συζήτηση και κυρίως, δεν σου αρέσει η συνέχειά της.
- Γιατί να μην μου αρέσει η συνέχειά της; Τι θέλεις να πεις;
- Στέφι, ας μην...
- Έχεις τόσο καιρό να με πεις έτσι...

Ο Μάνος εδώ κόμπιασε. Οι λέξεις που είχαν ανέβει στο στόμα δεν βγήκαν έξω, δεν ντύθηκαν ήχο, δεν έγιναν βέλη που θα εκτοξεύονταν στον αντίπαλο. Ο Μάνος χαμήλωσε ξανά το βλέμμα και αισθάνθηκε τα μάτια του να υγραίνονται.

-Μην το κάνεις αυτό σε παρακαλώ.
- Ποιο;
- Μην παίζεις με το συναίσθημά μου. Όχι πάλι!
- Πάλι;
- Στεφανία...
- Να που ξανάρθαμε στα ίσα μας. Από Στέφι Στεφανία... λέγε λοιπόν, σ'ακούω. Πες μου για το συναίσθημά σου. Πόσο ευαίσθητο είναι, πόσο ξεχωριστό το δικό σου συναίσθημα. Πες, βγάλε ένα από εκείνα τα τρομερά λογύδριά σου που κάνουν τους πάντες να μένουν με το στόμα ανοιχτό! Που τους κάνουν όλους να σε θαυμάζουν! Πες λοιπόν, άλλωστε έχεις μεγάλο ταλέντο σ'αυτό!
- Στεφανία!

Κι εδώ ακολούθησε μια μικρή παύση. Τα πνεύματα έχουν κιόλας ανάψει. Τώρα πια κανείς δεν κάθεται σιωπηλός, κανείς δεν κοιτάζει το κενό ή τα δέντρα και τον ουρανό. Τώρα έχουν πάρει και οι δυο θέσεις μάχης. Τώρα βγαίνουν τα βέλη απ'τη φαρέτρα, τώρα θα ειπωθούν όλα.

- Είπαμε να συναντηθούμε απόψε εδώ για να "μιλήσουμε".
- Αυτό δεν κάνουμε;
- Όχι, δεν κάνουμε αυτό. Έχουμε αρχίσει να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο, αυτό κάνουμε. Και θα πρέπει να το σταματήσουμε. Τώρα. Πριν πούμε κι άλλα. Πιο επώδυνα και πιο...
- Αληθινά;
- Στεφανία. Τόσο πολύ λοιπόν σε έχω πληγώσει; Τόσο πολύ έξω έπεσες για μένα; Τόσο δυστυχισμένη έγινες κοντά μου όλα αυτά τα χρόνια;
- Να σου πω κάτι; Κανείς, κανείς άλλος, κανείς έξω από εμάς δεν μπορεί να μας κάνει δυστυχισμένους. Αν νιώθω ότι αυτά τα τρία χρόνια κατέληξαν σε ένα φιάσκο, μάλλον τελικά, δεν φταις εσύ.
- Φιάσκο;
- Τέλος πάντων...
- Φιάσκο! Περίμενα ότι απόψε θα ακούσω πολλά αλλά όχι κι αυτό. Φιάσκο... Αυτό που λες με πληγώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
- Δεν με ενδιαφέρει αν σε πληγώνει ή όχι. Τρία χρόνια τώρα, μονάχα εσύ πληγώνεσαι, μονάχα εσύ είσαι ευαίσθητος, μονάχα εσύ έχεις συναισθήματα. Εγώ που ήμουν αυτά τα χρόνια;
- Ήσουν και θα παραμείνεις η πιο σημαντική...
- Ασ'τα ρε Μάνο αυτά, να χαρείς. Μην μου μιλάς σαν συγγραφέας πάλι. Όταν είσαι απλά ο Μάνος, σε προτιμώ, το ξέρεις άλλωστε αυτό.
- Ναι, το ξέρω. Όπως ξέρω πολύ καλά το σύμπλεγμά σου απέναντι στον "συγγραφέα" Μάνο, τον "ποιητή" Μάνο. Κι όπως ξέρω πολύ καλά πόσο πολύ μόχθησες όλα αυτά τα χρόνια να ακυρώσεις αυτή την ιδιότητά μου γιατί σε έκανε να νιώθεις μειονεκτικά. Ο "συγγραφέας" που κοροϊδεύει και ο Μάνος που είναι αληθινός. Ο "ποιητής" που ντύνει με ωραίες λέξεις τα ψέματά του και ο Μάνος που δεν ξέρει να λέει ψέματα. Ναι, σε έμαθα πια.
- Μπορείς απόψε να βγάλεις όλη σου τη χολή. Δεν θα ξαναβρείς άλλη ευκαιρία. Εμπρός λοιπόν, επιστράτευσε όλο σου το λεκτικό οπλοστάσιο, είσαι τόσο ικανός σ'αυτό, ψάξε να βρεις όλες τις δύσκολες λέξεις που έμαθες διαβάζοντας τόσα χρόνια και...ρίξε! Θα το υποστώ. Για τελευταία φορά. Είμαι όλη δική σου! Θα κάνεις και προπόνηση για τις επόμενες σχέσεις σου. Εμπρός λοιπόν!

Το μόνο που ακούστηκε από τον Μάνο ήταν ένας αναστεναγμός. Η βραδιά εξελισσόταν σε αληθινή τραγωδία, σε ένα φοβερό ναυάγιο, σε μια καταστροφική μάχη χωρίς νικητές αλλά μονάχα με ηττημένους. Ο Μάνος πήγε και στάθηκε όρθιος λίγα μέτρα μακριά από την γυναίκα που, λίγο καιρό πριν, αποκαλούσε "αγάπη" του και είχε αποφασίσει να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του μαζί της. Στάθηκε μακριά της και με την πλάτη γυρισμένη ανασαίνοντας γρήγορα. Τα χέρια του έψαχναν το τζάκετ του και το παντελόνι του για το πακέτο με τα τσιγάρα του.  Η Στεφανία τον παρατηρούσε ανέκφραστη, σχεδόν παγερή.

- ...το κερατό μου!
- Μην ψάχνεις, το τελευταίο πακέτο το αγόρασες στα γενέθλιά σου, πριν από τρεις μήνες και το πετάξαμε μαζί το ίδιο βράδυ. Εκτός κι αν καπνίζεις κρυφά και δεν το ξέρω.
- Πολλά είναι αυτά που δεν ξέρεις και που δεν έμαθες ποτέ για μένα. Κι αυτό γιατί δεν ενδιαφέρθηκες ποτέ αληθινά για μένα, για τον Μάνο. Για την πάρτη σου νοιαζόσουν μόνο.
- Τι μας λέτε κύριε! Σοβαρά; Ώστε έτσι ε;
- Μην παίρνεις αυτό το ύφος και μην ειρωνεύεσαι γιατί δεν σου πάει. Τέλος πάντων. Θα πάω να πάρω τσιγάρα.
- Και θα μ'αφήσεις εδώ μόνη;
- Νομίζω πως τελειώσαμε Στεφανία. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε τελειώσει. Μόνη σου το είπες πως απόψε είναι η τελευταία μας βραδιά.
- Θα προτιμούσα να μείνεις εδώ και να τα πούμε όλα.
- Τι άλλο έχουμε να πούμε;
- Πολλά.
- Όπως;
- Όπως...για μας. Τις τελευταίες μέρες σκέφτηκα πολύ.
- Δεν το συνήθιζες παλιά.
- Κρυάδες! Λοιπόν, πέρασα μαζί σου φιλαράκο τρία χρόνια και δυο μήνες. Και ξέρεις τι μου "τη δίνει" περισσότερο; Ότι μπορεί να έκανα λάθος όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή η σκέψη μου έχει κολλήσει. Μπορείς να εξηγήσεις το γιατί;
- Δεν νομίζω.
- Απίστευτο! Εσύ που μπορείς και τα αναλύεις όλα; Εσύ που έχεις ψαχτεί τόσο πολύ;
- Πάλι με ειρωνεύεσαι και το στιλάκι αυτό, στο ξαναλέω, δεν σου πάει. Αν θέλεις να μιλήσουμε, εντάξει, κάθισε να μιλήσουμε. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να μιλήσουμε πραγματικά.
- Ο.Κ. Ας καθίσουμε λοιπόν.

Και να που τα δυο παιδιά φαίνεται να επανακτούν ένα βαθμό ψυχραιμίας και να επιζητούν μια οδό επικοινωνίας. "Μια οδό επικοινωνίας", επανέλαβα στον εαυτό μου. Περίεργο δεν είναι; Καμιά φορά το αυτονόητο είναι και πιο δύσκολο! Να θέλεις να επικοινωνήσεις με τον άλλο, όχι απλά να συζητάς, να ανταλλάσσεις λέξεις και φράσεις αλλά να επικοινωνείς. Και φαίνεται πως στα διαλείμματα της μάχης, οι άνθρωποι επιζητούν την επαφή και την επικοινωνία. Ίσως για να αναδιατάσσουν τις δυνάμεις τους. Ίσως πάλι γιατί ο πόλεμος κουράζει και εξαντλεί. Ή πάλι, γιατί τελικά, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την συνεννόηση, την επαφή, την συνύπαρξη τελικά. Ωραία και η αμπελοφιλοσοφία αλλά ας επιστρέψουμε στα παιδιά. Έχουν ξανακαθίσει στο παγκάκι, προσπαθούν να ρυθμίσουν την αναπνοή τους, να ταξινομήσουν τις σκέψεις τους. Το πιο ενδιαφέρον μέρος της βραδιάς δεν άρχισε ακόμη!

-Κρυώνεις;
-Λίγο... δεν με ενοχλεί.
-Πάντα σε ενοχλούσε το κρύο...
-Και σένα η ζέστη.
-Μάλιστα. Αρχίσαμε με τα δελτία καιρού.  Που θα πάμε μετά; Στα διατροφικά;
-Ας πάμε όπου θέλεις... Να σου πω κάτι; Θέλω κι εγώ ένα τσιγάρο τώρα...
- Ναι αλλά κι εσύ το'χεις κόψει. Και μάλιστα πριν από μένα. Θυμάμαι μάλιστα...
-Τι πράγμα;
-Χμμ... εκείνο το βράδυ στην Αράχοβα; Στο σπίτι της κυρά Διονυσίας; Θυμάσαι;
- Μμμμ...
-Θυμάσαι που μου είχες πει τότε για το πως είχες κόψει το τσιγάρο; Έτσι, με μια ακαριαία απόφαση. Με μια απλή κίνηση, πήρες το πακέτο και το πέταξες από το παράθυρο.
-Ναι... είχα πει πολλά εκείνο το βράδυ. Δεν κράταγα βλέπεις και το στοματάκι μου κλειστό.
-Μμμ, και όχι μόνο το στοματάκι σου...
- Μάνο!
-Κι όμως, σε είχα τοποθετήσει πολύ ψηλά μέσα μου εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω πως έγινε, το κατάλαβα πολύ αργότερα. Όσα μου είπες εκείνη τη βραδιά, δίπλα στο τζάκι της κυρα Διονυσίας, όσα μου είπες και όσα μου έκανες βέβαια!
-Μάνο!
-Ναι, έτσι είναι Στέφι. Μπορεί να υπήρξα ένας ηλίθιος υπερεγωιστής ως τώρα αλλά...
-Τι είναι; Μην το κόβεις τώρα πανάθεμά σε! Για μια φορά στη ζωή σου, μίλα και ολοκλήρωσε αυτό που λες!
-Τι θες να πεις; Ότι...
-Τα σκάτωσες πάλι ρε Μάνο! Ως συνήθως!
-Πάω για τσιγάρα. Οριστικά αυτή τη φορά.
-Μην σηκώνεσαι. Κάτσε.
-Τι είναι;
-Θέλω κάτι να σου πω.
-Ωραία λοιπόν. Ας ξανακαθίσω.
-Θα στο πω αυτό και μετά θα αποφασίσουμε. Μαζί.
-Τι θα αποφασίσουμε Στέφι;
-Αν θα χωρίσουμε ή όχι.
-Κι αυτό που θα μου πεις τώρα θα παίξει τέτοιο ρόλο;
-Ναι. Κι έχει σχέση με κείνη τη βραδιά στο σπίτι της Αράχωβας. Με το αναμμένο τζάκι και το χιόνι που έπεφτε έξω και...
-Οκ, οκ.

Θα πρέπει να είναι η κρισιμότερη στιγμή της βραδιάς. Η σχέση των δυο παιδιών βρίσκεται ένα βήμα μονάχα πριν το γκρεμό και αρκεί ένα απλό άγγιγμα, μια ανάσα αέρα για να γκρεμιστεί για πάντα. Η σιγή πριν από την καταιγίδα, η φορτισμένη, πυκνή ατμόσφαιρα που είναι σχεδόν αποπνικτική αλλά και συγκλονιστική μαζί.
        Περίεργο, αναρίθμητες βραδιές ήρθαν και έφυγαν στην σχέση των δυο αυτών ανθρώπων αλλά τώρα, όλα κρέμονται σε μια στιγμή, σε ένα απειροελάχιστο κομματάκι του χρόνου...

-Ξέρεις Μάνο, εκείνο το βράδυ...
-Ναι...
-Μη με πιέζεις, δεν είναι και τόσο απλό να βρω τις λέξεις... για σένα ίσως να ήταν ευκολότερο...
-Στέφι!
-Δεν φεύγω από το θέμα, μη φοβάσαι. Λοιπόν, ξέρεις εκείνη τη βραδιά... σου είπα ένα μεγάλο ψέμα και μαζί... μια μεγάλη αλήθεια. Ούτε το ένα κατάλαβες ούτε το άλλο.
-Πως;
-Ναι, έτσι είναι.
-Λοιπόν...
-Λοιπόν, από που θες να ξεκινήσω;
-Δεν ξέρω. Έχω πάθει σοκ.
-Μα, δεν άκουσες ακόμα.
-Θα πρέπει να έχω χλομιάσει...
-Να μην σου πω τίποτε τότε...
-Τότε είναι που θα λιποθυμήσω. Λέγε ρε γαμώτο!
-Εντάξει. Το μεγάλο ψέμα πρώτα. Σου είχα πει ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί σου. Πως είχα δεχθεί την πρότασή σου για αυτή την εκδρομή στην Αράχοβα γιατί... τέλος πάντων γιατί ήθελα να είμαστε μαζί και όλα αυτά. Δεν ήταν αλήθεια. Ορθά τότε στην εκδρομή για να... γιατί με κυνηγούσε ακόμη μια σκιά. Ένα φάντασμα μάλλον.
-Φάντασμα;
-Το φάντασμα ενός άλλου.
-Του...
-Ναι. Δεν ένιωθα τίποτε εκείνο το καιρό για σένα. Κι όταν κάναμε έρωτα...
-Το έκανες για να τον εκδικηθείς.
-Ναι... δηλαδή κάπως έτσι...
-Μάλιστα.
-Θύμωσες;
-Δεν ξέρω. Είναι νωρίς για να καταγράψω "θύματα ή ζημιές" ακόμα. Συνέχισε.
-Είσαι σίγουρος;
-Ούτε κι αυτό το ξέρω. Εσύ συνέχισε πάντως.
-Λοιπόν. Ας πούμε πως σε γενικές γραμμές αυτό ήταν το ψέμα μου. Το ξέρω πως φέρθηκα ανήθικα. Εσύ ήσουν τόσο ερωτευμένος μαζί μου, τόσο ενθουσιασμένος, τόσο ζεστός...
-Και τόσο μαλάκας βέβαια!
-Ωραία, το κόβω. Το'ξερα πως...
-Μην τολμήσεις και κόψεις τίποτε! Τέρμα στη λογοκρισία πλέον. Απόψε είναι η νύχτα της αλήθειας! Και στις νύχτες της αλήθειας, θα πρέπει να αποκαλύπτονται τα φοβερότερα ψέματα!


Στις νύχτες της αλήθειας θα πρέπει να αποκαλύπτονται τα φοβερότερα ψέματα! Εκπληκτικό αν και πικρό μαζί. Προσπαθώ να φανταστώ, να νιώσω τον εσωτερικό κόσμο του Μάνου. Μου είναι δύσκολο. Πολύς πόνος, πολλή απογοήτευση αλλά και ματαίωση. Ίσως να καταρρέουν πράγματα μέσα του, οικοδομήματα που σωριάζονται μέσα σε σύννεφα σκόνης και σεισμικών δονήσεων άγνωστων λοιπών συνεπειών.
        Μα θέλω να δω και τον αντίστοιχο κόσμο της Στεφανίας. Ενοχές, αμηχανία αλλά και μια παράλογη σχεδόν μανία εκτόνωσης, εξομολόγησης, λύτρωσης και εξόδου στην αλήθεια!
        Είπαμε, είναι η νύχτα της αλήθειας!

-Μάνο...
-Έλα...
-Είσαι καλά;
-Όχι. Αλλά ποιος είναι καλά εδώ και καιρό;
-Σε απογοήτευσα... μα υπάρχει και η μεγάλη αλήθεια. Δεν θες να την ακούσεις;
-Παρηγοριά στον άρρωστο;
-Στην άρρωστη μάλλον.
-Εντάξει. Ρίξε τη χρυσόσκονη να ξεγελάσουμε το βομβαρδισμό. Μπορεί και να επιβιώσω στο τέλος, είμαι γερό σκαρί εγώ!
-Γίνεσαι πικρός.
-Αυτό είναι το λιγότερο. Τέλος πάντων. Θα συνεχίσεις ή θα μας βρει ο Δήμος Αθηναίων το ξημέρωμα στο παγκάκι ξυλιασμένους;
-Εντάξει. Συνεχίζω. Εκείνη η βραδιά ήταν για μένα μια αποκάλυψη. Ένα πέρασμα. Ένιωσα πως μια πόρτα έκλεινε οριστικά πίσω μου και μάλιστα με θόρυβο και οργή και μια καινούργια ανοιγόταν. Μπορεί να την άνοιξα σαν διαρρήκτης, όμως τι σημασία έχει; Τότε δεν είχε τουλάχιστον. Σημασία τότε ξέρεις τι είχε;
-Τι; Ότι δεν ακούστηκε ο συναγερμός;
-Όχι. Ότι ο νοικοκύρης ήταν εκεί και με περίμενε. Και με περίμενε με μια αγκαλιά ανοιχτή και ένα χαμόγελο ζεστό και... ειλικρινές. Και είχε και κάτι άλλο σημασία μάτια μου.
-Τι;
-Ότι αυτός ο ανυποψίαστος νοικοκύρης, εκείνο το βράδυ, μου έσωσε τη ζωή!
-!!!
-Γουρλώνεις τα μάτια σου ή μου φαίνεται; Μην το κάνεις μωρό μου. Σε προτιμώ με κείνο το περίεργο στοχαστικό σκοτεινό σου βλέμμα, εκείνο που ερωτεύτηκα τρέλα, εκείνο που διαπερνάει τη ψυχή μου κάθε φορά που... Μάνο;
-Μη με κοιτάζεις. Σε παρακαλώ...
-Κλαις;
-Δεν... σου είπα, μην....
-Είχες δίκιο, είναι απόψε η νύχτα της αλήθειας. Αλλά πέρα απ'αυτό ακριβέ μου, είναι και κάτι άλλο, μεγαλύτερο, σπουδαιότερο και ομορφότερο!
-Δηλαδή;
-Είναι η νύχτα η δική μας, αγάπη μου. Η νύχτα που θα αποφασίσουμε αν θα κλείσουμε τα χέρια μας ο ένας του άλλου και θα κάνουμε το επόμενο βήμα μαζί ή...
-Δεν ήθελα να γίνει αυτό... γαμώ το, δεν το ήθελα!
-Έχουν υγρανθεί τα μάτια μας αλλά, κοίτα, έχει γλυκάνει η ψυχή μας!
-Γίναμε μελό δηλαδή;
-Τι κακό υπάρχει να είμαστε μελό;

Και τους βλέπω να πλησιάζουν, να αγγίζονται ξανά τρυφερά, ερωτικά, σαν αναβαπτισμένοι, σαν ξαναγεννημένοι, καθαροί και όμορφοι, λυτρωμένοι, ανάλαφροι, σαν να έχουν απαλλαγεί από τόνους βάρους και φιλιούνται. Σ'αυτό το ίδιο παγκάκι που πριν από χρόνια γνωρίστηκαν, μια νύχτα σαν κι αυτή και που δεν ήξεραν πως θα διασταύρωναν τις μοναχικές τους τροχιές στο ερημικό σύμπαν της ζωής τους.
        Έδωσαν πολλά φιλιά, παθιασμένα και γλυκά, άγρια αλλά και απαλά, και γελούσαν και έπαιζαν και ξανάβρισκαν τους χυμούς εκείνους που νόμιζαν πως είχαν χάσει για πάντα.
        Ο Μάνος φτερούγιζε σε ένα στερέωμα ευδαιμονίας και η Στεφανία φώτιζε τα σκοτεινά διαμερίσματα της ψυχής της με ένα φως πρωτόγνωρο, Εδεμικό, αιώνιο.
        Κάποια στιγμή χώρισαν για λίγο και αγκαλιασμένοι αφέθηκαν στην απόλαυση της βραδιάς αλλά και της ροής των πιο όμορφων συναισθημάτων που είχαν δοκιμάσει ποτέ. Και η απόλαυση ήταν ατελείωτη, μεθυστική και ολοκληρωτική.
        Κανένας δεν κρύωνε πια τούτη τη νύχτα.

-Μάνο...
-Ναι μικρή μου...
-Τι σκέφτεσαι;
-Πως ξέρεις ότι κάτι σκέφτομαι;
-Εσύ πάντα σκέφτεσαι... έλα, πες μου...
-Ε, λοιπόν, ξέρεις τι σκέφτομαι;
-Τι;
-Πως ξαφνικά, δεν θέλω να ξανακαπνίσω!
-Μόνο αυτό;
-Τι άλλο;
-Μανο!
-Εντάξει και κάτι άλλο.
-Τι;
-Πως είναι περίεργη η αίσθηση να είσαι φωτεινός και... διάφανος!
-Έτσι νιώθεις;
-Ναι. Και ξέρεις γιατί είναι περίεργο;
-Γιατί;
-Γιατί, ξαφνικά, σαν από θαύμα, σαν αποκάλυψη, μπορείς να την δεις!
-Ποια;
-Και να την νιώσεις!
-Ποια; Σε ρωτάω!
-...να της κλείσεις το μάτι συνωμοτικά και να της χαμογελάσεις!
-Μάνο!
-...και να της πεις: συγχώρεσέ με που δεν πίστευα πως υπάρχεις. Ήταν γιατί το σκοτάδι του εαυτού μου δεν σε άφηνε!
-Σε ποια θα το πεις αυτό;
-Μα... στην αγάπη μωρό μου. Στην αγάπη!


2003
* * *