Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009


Ανήλικο νερό


Αν ήξερες μονάχα

Τι γεύση έχει το ανήλικο νερό

Του πρώτου ποταμού της Δημιουργίας

Που ακόμη σήμερα

Μετά από αναρίθμητους αιώνες

Ανήλικο είναι

Θα έσπευδες μέσα του να πέσεις

Και να πιεις

Να ξαναγεννηθείς…


Αν ήξερες ακόμη

Τι χρώματα έχει κείνο τα φεγγάρι

Που σε είχε ραντίσει κάποτε με ασήμι

Και η ομορφιά σου με είχε παραλύσει

Θα έμενες πάντα κάτω από το σεληνόφως


Αν ήξερες αλήθεια

Πόση αγάπη έχω φυλαγμένη από αιώνες

Για μια στιγμή δική σου

Πως θα ναι όταν για πρώτη μου φορά

Σ’αγγίξω

Για πρώτη μου φορά

Όταν θα σε λατρέψω…

Θα σουν τώρα αγάπη μου εδώ

Μαζί μου

Και αχώριστοι θα μέναμε

Ως το τέλος των Ημερών…


Ιουλ 09

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009


Ονείρεμα

(Ο Γέροντας)


Μπήκα πάλι

στους κόσμους των εικόνων

και των ξεχασμένων τραγουδιών

κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε

και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου

κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει

αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο

σημασία δεν έχει

ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια

όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες

όπου ανάσαινα

μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε

βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο

να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο

και τον πλησίασα δειλά

γύρισε και με κοίταξε

και είχε στο βλέμμα του

κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος

κι είχε στο πρόσωπό του

ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα

"ήρθες ξανά" μου είπε

και με καλωσόρισε

"κάθισε δίπλα μου λοιπόν

γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα

και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."

και κάθισα κοντά του

κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο

κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός

ήταν εκεί για μένα από πάντα

κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα

τόσο αλλόκοτα νεκρό

τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω

μη με αγγίξεις

τίποτε είμαι γεμάτος

και δε θα νιώσεις παρά τίποτα

μη με ρωτήσεις πόσο έζησα

γιατί το έχω ξεχάσει

μη με φοβάσαι

η μοναξιά και η έπαρση

προξενούν μονάχα θλίψη"

άρχισε να λέει

και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου

και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο

αυτός που ζεις είναι αυταπάτη

χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες

τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε

χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά

αυτούς που αγάπησες

όλοι πεθάνανε..."

είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια

και το κεφάλι μου σκυφτό

να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές

τούτες που ακούς σε ανισορροπούν

είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες

άλλες χρειάζεσαι αυγές

οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου

κι αυτοί ψεύτικοι είναι

όπως αυτό το δέντρο..."

είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου

σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση

να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά

να φύγω

να επιστρέψω

να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις

τίποτε είμαι

και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου

εμένα γρήγορα θα με περάσεις

αλλά, πόσο σε συμπονώ,

μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"

είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του

κραυγή κι αυτό

παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα

και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά

να τρέξω πίσω, να χαθώ,

να νιώσω εμένα ακέραιο,

να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω

πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες

όλα είναι όπως εγώ

τίποτε

αν δεν γεμίσουν από σένα

όλα είναι όπως το δέντρο αυτό

ψεύτικα

αν δεν δονούνται από σένα

όλα είναι χαμένα

όπως ο χρόνος σου μαζί μου

αν δεν ντυθούν αγάπη

από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας

πριν με αφήσει

και τον αφήσω κι εγώ

και έχω μια εικόνα τελευταία

πριν πάλι ευλογηθώ

στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω

ο γέροντας να εξαφανίζεται

το δέντρο να αφανίζεται

κι εμένα να στέκω ολομόναχος

σ'ένα απέραντο τοπίο

από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...

16/7/2001

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Οι περιπέτειες ενός σοφού Σανυάσιν


Οι δυο αδελφές

Ξημέρωμα ήταν και ο σοφός Τσου-Τσου καθόταν σιμά στο ήσυχο ποταμάκι, παιδί του Γάγγη, καθαρό και βλογημένο και διαλογιζόταν. Τι όμορφη ώρα, γαλήνια, κανείς δεν διέκοπτε το άγιο έργο. Κάποια στιγμή, ήχοι από πάφλασμα νερού, ταραχή και φασαρία ενόχλησαν το βύθισμα του γέροντα, άνοιξ'τα μάτια του, σμίξαν τα φρύδια του, πήγε να πει καμιά κουβέντα, ύστερα κρατήθηκε. Έψαξε με το βλέμμα του να ιδεί από που ερχόταν αυτή η κοσμοχαλασιά. Κι είδαν τα μάτια του το θέαμα που δεν έπρεπε να ιδεί κανείς και μοναχός ιδιαίτερα. Δυο όμορφες κοπέλες, θεόγυμνες, πλατσούριζαν χαρούμενα, κακάριζαν και έπαιζαν, απολαμβάνοντας το δροσερό νερό και τα χρυσά τους νιάτα. Έσκυψε τη κεφαλή ο άγιος, κάτι μουρμούρισε, σηκώθηκε να φύγει. "Κοίτα που με βρήκε ο Μάρα και μούστειλε τις μικρές να με αναταράξουν, φτου!", είπε και μάζεψε τη κουβέρτα του που είχε απλώσει. Ευθύς αμέσως άκουσε όμως φωνή, σάστισε, γύρισε να ιδεί ποιος τον φωνάζει.

- Ε, άγιε γέροντα, παππού! Μη φεύγεις, κάτσε, θέλουμε να σε δούμε!

Η μια κοπέλα φώναζε, είχε βγει απ'το νερό κιόλας και πλησίαζε τον γέρο.

- Κάλυψ'τη γύμνια σου γυναίκα! Μη με ζυγώνεις!, βρυχήθηκε ο Τσου-Τσου και έκλεισε τα μάτια.

- Έρχομαι, ντύθηκα γέρο κι έρχομαι μαζί και η αδελφή μου.

Πράγματι, οι δυο αδερφές, ντυμένες, δροσερές, με τις ωραίες κορακάτες πλεξούδες λυτές ακόμα να γυαλίζουν στον πρωινό ήλιο, τα μάτια όμορφα, τα χείλη κόκκινα, φλογερά. Λιγνόκορμες, ψηλές, τις έλουζε ο ήλιος και χαιρόταν να τις βλέπει.

- Τι θέλετε μωρέ κοπέλες, για τις γυναίκες άλλα, όχι αυτά που με στεναχωρούν εμένα. Γάμος, παιδιά και σπίτια, να τι είναι για σας, αφήστε με να φύγω.

Η πιο μικρή απ'τις αδελφές, γύρισε στον παππού, επίμονη, πεισματάρα.

- Κάτσε παππού, που πας; Το ξέρουμε, είσαι μοναχός από τα βόρεια μέρη, ψάχνεις μέσ'στα σκοτάδια σου να βρεις το φως που είναι άσβεστο, πάει να πει την μόνη αλήθεια, κείνο που δεν μαραίνει ο χρόνος, κείνο που η Μάγια δεν το πιάνει. Κι εμείς, κοπέλες αλλά όχι κατώτερες από τους άντρες, δικαιούμαστε να ακούσουμε το κάτι τις, να μάθουμε τι υπάρχει και τι όχι.

Ύστερα, πήρε σκυτάλη η μεγαλύτερη, να μην κρυώσει ο λόγος στ'αυτιά του γέρου.

- Καλά τα λέει η μικρή γέρο-σοφέ, έτσι είναι κι ακόμα κάτι θέλω να σου πω. Γιατί οι γυναίκες για το σεξ υπεύθυνες να ικανοποιούν τον άντρα; Την τέχνη την ερωτική που οι σούτρες μας διδάσκουν εσείς οι ασκητές έχετε απαρνηθεί, γιατί όμως γέρο; Μπας κι είστε εσείς πιο βλογημένοι από μας τα θηλυκά; Ίδιοι θεοί δεν είναι για όλους;

Άκουγε τα λόγια ο σοφός, κούναγε το κεφάλι. "Μπελά που βρήκα με τούτες εδώ τις αδερφάδες!", είπε να κάτσει όμως ξανά στον όχτο και να αποκριθεί, δεν ήθελε να φύγει καταδιωγμένος.

- Μωρέ, κορίτσια είστε εσείς ή σερνικά; Ρωτήματα τέτοια δεν ακούς παρά μονάχα από μουστακεμένα χείλια. Σεις θέλετε να μάθετε λοιπόν γιατί του άντρα διαφορετικός απ'της γυναίκας ο δρόμος; Ανοίξτε αυτιά ν'ακούσετε, μαζέψτε τις πλεξούδες να μην κάτσει η φωνή μου στις τρίχες σας και δεν έμπει στο μυαλό σας. Αν ήμαστουν λοιπόν εσείς κι εγώ τα ίδια, τα σπίτια θα ρήμαζαν, οι δουλειές κατά διαόλου, παιδιά πως θα γινόντουσαν μωρέ; Ο Άγιος Βούδας δίδαξε για όλους μα όπως ο άντρας σπέρνει έτσι η κυρά γεννάει κι όπως ο άντρας αδύνατον να φουσκώσει απ'τη σπορά του νέου γόνου, έτσι η γυναίκα που ασχολείται με τα θεϊκά είναι μισή γυναίκα. Ωραία μαλλιά, κορμιά, καπούλια και άτριχο δέρμα έδωσε σε σας ο Νόμος, οι Θεοί. Στον άντρα έναν προορισμό, να βγει στον κόσμο, να ρωτήσει, να μάθει, να παιδεύεται, να γυρνάει το βράδυ με την τροφή στο στόμα, να την παίρνει η μάνα, το παιδί κι άιντε πάλι απ'την αρχή, δουλειά να μην μας λείπει. Έτσι με την τροφή της σάρκας, έτσι και με τούτη της ψυχής. Σεις πάλι, χτένισμα, βάψιμο, χάδι ερωτικό να αποκοιμιέται ο δαίμονας της σάρκας σαν ξυπνάει. Τι θες, τι τα γυρεύεις, άμα πουν κάτι οι Απάνω, μεις θα σηκώσουμε κεφάλι, οι ασήμαντοι;

Άκουγαν τα λόγια οι κοπελιές, δείχνανε σκεφτικές, είχαν ρωτήματα. Μίλησε πρώτα η μεγάλη τώρα, άλλαξαν σειρά.

- Και σεις οι μοναχοί, οι σανυάσιν όπως σας λένε, αφού υπάρχει ο Νόμος, οι Θεοί, τα πάντα ωραία καμωμένα, τι ζητάτε το λοιπόν, γιατί απαρνιέστε τη ζωή, τα ωραία φαγιά, τον έρωτα, τη σπιτική τη ζέστη; Τι ψάχνετε να βρείτε, κουρελήδες, άπλυτοι, γυρνάτε πεινασμένοι, ελεημοσύνες παίρνετε κι όλο εμάς ελέγχετε γιατί'μαστε στις απολαύσεις βουτηγμένοι;

Πήρε σειρά η δεύτερη, να ακούει ο σοφός να ζαλίζεται.

- Κι αυτό, όχι μονάχα. Εμάς τις γυναίκες λέτε ότι διάλεξε ο Μάρα να παίρνουμε μορφή δαιμονική, απειλή για σας, μας έχετε ξορκισμένες, βρίζετε άμα μας βλέπετε, να μην σας φύγει ο λογισμός απ'τους θεούς και πάει στη σάρκα. Τι το κακό μωρέ παππού έχει λοιπόν η σάρκα;

Στέναξε, αργοφύσηξε ο Τσου-Τσου, κατάλαβε. "Με τούτες δεν τα βγάζω εύκολα πέρα. Είναι και δύο, εγώ μονάχος, Πρίγκιπα βόηθα!". Πήρε ανάσα πιο βαθιά, σήκωσε τη φωνή.

- Βλέπω να μένω ως αργά σ'αυτό το χορτοτόπι, να σας ξηγάω κείνα που ακόμα κι εγώ καμιά φορά σαστίζω να ερμηνεύω. Για βάλτε όμως με το μυαλό, καλόγερο που λέει πως είναι αγνός και αμόλευτος να υποκύπτει στις φτηνές και χαμηλές ορέξεις! Κείνος που αναζητάει γυναίκες, το Ιερό πρέπει να είναι ιερός κι ο ίδιος. Κείνος που ζητάει το Αγνό πρέπει έτσι κι ο ίδιος. Κείνος που κυνηγάει το Πνευματικό, πνεύμα κι ο ίδιος. Γι'αυτό και ο αναχωρητής αγιάζει μακριά, όσο ψηλά καλύτερα, να λαχανιάζει ο δαίμονας, να τα βροντάει κάτω, να γυρίζει πίσω στα δώματα που είναι κουρνιασμένος.

Σηκώθηκε απάνω η αδερφή η μεγάλη, αγριοκοίταξε τον σοφό, πέταξε την κουβέντα.

- Εγώ λέω πως όλοι εσείς τεμπέληδες, ανίκανα κορμιά. Ούτε δουλειά, ούτε παιδιά, μονάχα ζήτουλες και έχει ο Βούδας! Σύρε μωρέ γέρο από δω, πάγαινε, μη μας βλέπεις και μολύνεσαι.

Πετάχτηκε πάνω κι η μικρή, στο ίδιο τέμπο η φωνή της.

- Έτσι είναι αδελφούλα μου, γέρασε τούτος ο γέρος απόστρέφοντας το βλέμμα απ'της γυναίκας τα μεριά να μην τονε λερώσουν. Λες και δεν είναι ιερό ο άντρας να γίνεται πατέρας και η γυναίκα μάνα. Λες και δεν είναι ιερό το αγόρι άντρας να γίνεται, η κοπελιά γυναίκα. Βλέπεις μωρέ τίποτες ιερό στου γέρου αυτού την όψη; Μονάχα ένα βλέπω εγώ. Υποκρισία, να μας λείπει αυτή!

Τα μάζεψαν και με δυο δρασκελιές έφυγαν οι γυναίκες. Έμεινε μόνος ο Τσου-Τσου να κουνάει το άσπρο κεφάλι. Κι ύστερα, σηκώθηκε, άκεφος πια, πικραμένος να πάρει πάλι τα δρομιά. "Σήκω τεμπέλη, καλά σε είπε η κοπελούδα, σήκω άθλιε γέρο σε άλλο τόπο να σε δουν, να ρίξουν ξεροκόμματο, να πεις κάποια ωραία λόγια, έμπορας κι εσύ, με άλλη πραμάτια, σήκω λοιπόν, πάρε τα πόδια σου, καλά σου κάναν σήμερα, δυο θηλυκά σε φέρανε καπάκι!".

***

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009


Γενναίο το βήμα που εργάζομαι

κάθε πρωί να υπάρχω...


Γενναία η ψυχή

που διεκδικεί τη στιγμή της

απ'το χρόνο


Γενναία η καρδιά

που πέθανε απ'το διάπυρο κάλλος του Ερωτα


Γενναίος ο στοχασμός

που αποπειράθηκε

να χρωματίσει τη ζωή με διέξοδα


Γενναία η τέχνη

που στεφάνωσε την ανδρεία της

με λευκά χαμόγελα παιδιών


Γενναία η βροχή

που δεν λυπάται κάθε πρωινό

να μεταμορφώνεται σε Ανοιξη


Γενναία η νύχτα

που δε φοβάται κάθε αυγή

να ντύνεται ήλιος νικηφόρος


Γενναία η ανάσα

που δεν σταμάτησε ποτέ

σημαίες του αύριο

να κυματίζει στις νεανικές φωνές


Γενναίος κι εκείνος

που δεν αιχμαλωτίστηκε

από μιαν ιδέα

ή μια αγάπη

κι εμπρός προχώρησε

σε μια αθανασία ακριβή

και πανοπλία τη φόρεσε

ομορφιά κι εμπιστοσύνη

μουσική κι έμπνευση

και μέσα της ολόκληρη

μια δημιουργία ανώλεθρη έχτισε


Γενναία η ελπίδα

που δεν κοιμάται

στιγματισμένη απ'την ευχή μονάχα


Γενναία τα καλοκαίρια

που πλένουν στις έρημες θάλασσες

όλα τα κρίματα κι όλες τις διαψεύσεις


Γενναία η εποχή

που μίζερη δε στάθηκε

σε σκυλευμένα προσωπεία

και σε Μεσσίες ανέπαφους


Γενναία η δημιουργία

που δε σεβάστηκε

τα είδωλα και γκρέμισε

τα μαυσωλεία των εξαγνισμένων προσευχών


Γενναία η φύση

που απ'την ουσία εξαρτήθηκε

κι απ'τη κλειστοφοβία των λεπρών ιδεών

άνωθεν γεννήθηκε


Γενναία η ποίηση

που έμαθε ν'αναζητά

του ανθρώπου τη χλωμή ματιά

και της αινέσεώς του

τη ματαιοδοξία


Γενναίος κι εκείνος

που έζησε σε μια ονείρωξη

σε μια ουτοπία

κι έφτιαξε με τα χέρια του

πόλεις και ιδέες χιμαιρικές

κι έδιωξε απ'τη ψυχή του

πόρνες ενοχές

κι έδιωξε απ'το ναό του

βλάσφημες ικεσίες


Γενναίος κι εκείνος που ερωτεύτηκε

που μέσα στο θάνατό του ονειρεύτηκε

άλλες ζωές

κι έζησε μέσα σ'αυτές

ακέραιες δόξες


Γενναίος ο ληστής

που δίπλα στο Χριστό

αγόρασε μια ύστατη ελευθερία


Γενναίος ο δήμιος

που δε δίστασε ούτε στιγμή

να εκτελεί το ανίερο έργο

που ηδονίζει χυδαία και κρυφά

τους δικούς του δήμιους


Γενναίοι

από εμάς οι πιο αδύναμοι

πως είχαν την προσδοκία

κι όχι το φόβο

αύριο να είναι ακόμη πιο αδύναμοι


Γενναίοι

από εμάς οι πιο λυπημένοι

πως έχουν την σκιά φροντίδα

και δε φοβούνται τη σημασία των λέξεων


Γενναίοι

από εμάς οι πιο ρωμαλέοι

πως περπάτησαν ως τα πέλαγα

της απτοησίας

κι έκαναν σπίτι τους

την ίδια τη θνητή τους φύση


Γενναίοι από εμάς

οι πιο μεγάλοι ουτοπιστές

πως ξέρουν τι υπήρχε χτες

κι ακόμα αναρωτιούνται

τι υπάρχει αύριο


Γενναίοι από εμάς

οι πιο σκλαβωμένοι

πως οι αλυσίδες τους

έχουν τους κρίκους τους χρυσούς

και οι ανάσες τους

έχουν την ιερότητα της θλίψης

Γενναίοι από εμάς

όλοι οι αντάρτες

των αναβάσεων στις ανύπαρκτες κορυφές

πού'χουν ανακαλύψει

οι επιβήτορες των αιώνων


Γενναίοι

όσοι από εμάς

εμάς αρνήθηκαν

κι έγιναν το Τώρα

κι έγιναν το Αυτό

κι έγιναν το Αόρατο

κι έγιναν μέσα στο Αθάνατό τους

η πιο όμορφη

η πιο τρωτή

κι αγαπημένη φθορά...


Γενναίο το βήμα που εργάζομαι

κάθε πρωί να σκέφτομαι

πως τάχα υπάρχω...


1997